Αριθμός 74/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/2/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (Α.Π.144/2022, Α.Π. 125/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 4-2-2021 και με αριθ.κατάθ.4/4-2-2021 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της 15/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Α1` Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (24-10-2022). Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από την υπ' αριθ.5853Β'/22-10-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Χ. Τ., την οποία προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 4-2-2021 αίτησης αναίρεσης κατά της 15/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-10-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την από 11-10-2021 παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Σοφίας Μπίκου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς τον, θεωρούμενο, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο της μη εμφανισθείσας αναιρεσίβλητης, Δ. Ζ., Δικηγόρο Ρόδου, ο οποίος την εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, στις 21-9-2018, ήτοι στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 15/2019 απόφασή του. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ` άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της. Με την υπό κρίση από 4-2-2021 (4/4-2-2011 αριθ.δικογρ.1730/1-10-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών εκδοθείσα, 15/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 40/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την απόφαση αυτή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε επί της από 13-5-2015 ανακοπής, κατά τα άρθρ. 73 και 75 του ν.δ.356/1974 (ΚΕΔΕ), της αναιρεσίβλητης κατά του αντιδίκου της αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της υπ'αριθ.... ταμειακής βεβαίωσης εκδοθείσας σε βάρος της από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου για χρηματική οφειλή της ύψους 19.000 ευρώ προερχομένη από εκχώρηση μισθωμάτων, λόγω αοριστίας αλλά και για ουσιαστικούς λόγους ανυπαρξίας της οφειλής της, και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου (ακυρότητα λόγω αοριστίας) της ανακοπής, έκανε αυτή δεκτή και ακύρωσε την ... ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως. δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις". Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (Ολ.Α.Π.5/2019). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, ιδρύεται, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 4/2005, Ολ.Α.Π. 7/2006). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ` επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο (διέλαβε) δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 31-3-2001 σύμβαση μίσθωσης ξενοδοχείου η εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα εταιρία ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα που βρίσκεται στη θέση "..." ..., ενώ με άλλο με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο Α. Π. εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα ένα ισόγειο κτίσμα 61 τ.μ. που βρίσκεται στην ίδια θέση, προκειμένου η ανακόπτουσα να το εκμεταλλευθεί ως αναψυκτήριο. Οι δύο ως άνω μισθώσεις σύμφωνα με το άρθρο 12 της σύμβασης μίσθωσης αποτελούν ενιαίο λειτουργικό σύνολο. Τα παραπάνω μίσθια με το με αριθ.... συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκαν στον Γ. Π. υιό του ως άνω εκμισθωτή Α. Π.. Περαιτέρω ο Γ. Π.ς λόγω οφειλών του προς το καθ'ού Ελληνικό Δημόσιο με την με αριθ.43275/201-10-2014 έγγραφη υπεύθυνη δήλωση, η οποία συνοδευόταν από την από 29-1-2013 εξώδικη δήλωση και την με αριθ.834/2014 διαταγή απόδοσης μισθίου και μισθωμάτων. Κατόπιν της ως άνω εκχώρησης το καθ'ού προέβη στην έκδοση της υπ'αριθ.... ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου, με τον οποίο καλείται η ανακόπτουσα να καταβάλει το ποσό των 19.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, προσαυξήσεις και τέλη ύψους 6.172 ευρώ. Η ως άνω πράξη ταμειακής βεβαίωσης αναγράφει μόνο την ένδειξη "οφειλή από μισθώματα εκχωρηθέντα στο Δημόσιο" χωρίς σε αυτή να προσδιορίζεται ούτε το χρονικό διάστημα, ούτε ο εκχωρήσας ούτε καν το ακίνητο το οποίο αφορά η εκχώρηση. Περαιτέρω δεν προέκυψε οποιαδήποτε γνωστοποίηση των εγγράφων, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση του δημοσίου στην ανακόπτουσα, παρά μόνο μετά από αίτηση της ανακόπτουσας αποδεικνύεται ότι το καθ'ου απάντησε με το από 16-2-2015 έγγραφό του, ότι πρόκειται για μισθώματα του ισογείου καταστήματος επιφανείας 61 τ.μ. για μισθωτική περίοδο από 1-1 έως 31-12-2013 με μηνιαίο μίσθωμα 1583,33 ευρώ. Παρότι δε όπως στην μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρεται ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, μεταξύ αυτών υφίσταται αιτιακή σχέση και η ταμειακή βεβαίωση καθίσταται ακυρωτέα σε περίπτωση που δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως επί παραδείγματι σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος. Στην προκείμενη περίπτωση η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής και η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα, δεν περιέχει καθοριζόμενα στοιχεία, προκειμένου αυτή να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το κεφάλαιο αυτού, τη χρονολογία βεβαίωσης και επαρκή εν γένει πληροφόρηση για την οφειλή του. Περαιτέρω η ανακόπτουσα είναι σαφές ότι έχει υποστεί βλάβη από αυτή την ακυρότητα καθότι δεν δύναται να ελέγξει το ακριβές ποσό της οφειλής, δεδομένου μάλιστα ότι δυνάμει της με αριθ.132/2015 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ανεστάλη η εκτέλεση της υπ' αριθ. 834/2014 διαταγής πληρωμής απόδοσης μισθίου και μισθωμάτων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου ανακοπής η ως άνω βεβαίωση θα πρέπει να ακυρωθεί. Ενόψει τούτων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και ακύρωσε την υπ'αριθ.... ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, έστω και με διαφορετική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου και εκτίμησε τις αποδείξεις τα δε διάφορα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση, που άλλο λόγο προς έρευνα δεν περιέχει, στο σύνολό της". Με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας και με βάση αυτά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και κατ' αποδοχή της ανακοπής της αναιρεσίβλητης είχε ακυρώσει την επίδικη ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 1 και 75 του ν.δ. 356/1974. Και αυτό διότι, ναι μεν η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής- και η ατομική ειδοποίηση- της Δ.Ο.Υ. Ρόδου, που κοινοποιήθηκαν στην ανακόπτουσα οφειλέτρια ήδη αναιρεσίβλητη, δεν περιείχε τα καθοριζόμενα στοιχεία, προκειμένου αυτή να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το κεφάλαιο αυτού, τη χρονολογία βεβαίωσης και επαρκή εν γένει πληροφόρηση για την οφειλή της, όμως η ανακόπτουσα οφειλέτρια είχε λάβει ασφαλή και επαρκή γνώση, κατόπιν αιτήσεώς της και πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής, των στοιχείων της οφειλής της, δηλαδή του είδους του χρέους, του ύψους του, της χρονολογίας βεβαίωσης, ενόψει του ότι τα αναγκαία έγγραφα που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή της, της γνωστοποιήθηκαν όπως δέχθηκε το Εφετείο κατόπιν αιτήσεώς της, με το από 16-2-2015 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου και πριν την άσκηση της από 13-5-2015 (αρ.κατ. 91/13-5-2015) ένδικης ανακοπής της, στην οποία μάλιστα διέλαβε και λόγους που αφορούν την οφειλή της. Ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε το στοιχείο της βλάβης της ανακόπτουσας, διότι η έλλειψη των στοιχείων της οφειλής της στην ταμειακή βεβαίωση δεν επέφερε σ'αυτήν αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων της, η οποία να δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σχετικός και μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 73 παρ.1 και 75 του ν.δ. 356/1974 για τον ανωτέρω λόγο, τον οποίον είχε προβάλει και με λόγο εφέσεως το αναιρεσείον, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο παραπάνω από το άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ` εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.15/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ