Αριθμός 1181/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Ι., 2) Μ. Κ. του Μ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2017 εν μέρει οριστική και 8/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 182/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: α) ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 31-8-2020 αίτησή του και β) οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 3-8-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται προς συζήτηση οι από 31-8-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 48/2-9-2020) και 3-8-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 49/20-8-2021) αιτήσεις για αναίρεση της 182/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους φανερής συνάφειας (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 και ισχύει, κατ' άρθρο 120 του ίδιου νόμου, από 1-1-2022, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους ανωτέρας βίας, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλον για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η πρώτη από τις κρινόμενες, από 31-8-2020, αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 28-1-2022, με αριθμό πινακίου 11, σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από την 3235 ΣΤ'/15-1-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Β. Β., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της πιο πάνω κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 28-1-2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Κ. Μ.. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση ματαιώθηκε εξαιτίας αναστολής των εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών των Περιφερειών Αττικής και Κρήτης για την 27η και την 28η Ιανουαρίου 2022, λόγω των αιφνίδιων και έντονων καιρικών φαινομένων, δυνάμει της 4035/26-1-2022 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 190 Β/26-1-2022). Με την από 24-2-2022 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η σημερινή (2-12-2022) και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 39 με επιμέλεια του Γραμματέα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο παραπάνω αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της πρώτης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96, 104 και 576 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα χορηγείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης γίνεται από απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίστηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σχετική έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση. Εάν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται για λογαριασμό τους δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από εκείνους που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται, αν οι απολειπόμενοι δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους επισπεύδοντες-αναιρεσείοντες εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη για τους απολειπόμενους επισπεύδοντες που δεν παρίσταται και δεν εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΟλΑΠ 8/2009, ΑΠ 1681/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, τη συζήτηση της δεύτερης κρινόμενης, από 3-8-3021, αίτησης αναίρεσης, επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Δαρούδη, με επιμέλεια των οποίων ορίστηκε δικάσιμος η 28η-1-2022, κατά την οποία η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω αναστολής των εργασιών του Δικαστηρίου κατά τα προαναφερθέντα και προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η σημερινή. Κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την παρούσα δικάσιμο, ο δεύτερος αναιρεσείων Μ. Κ. δεν παραστάθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ' άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 του ΚΠολΔ. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι αυτός έχει επισπεύσει και ο ίδιος έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα στον ως άνω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος και δεν τον εκπροσώπησε σήμερα, ούτε ότι κλητεύθηκε νόμιμα από τους παρασταθέντες πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από τον αναιρεσιβλήτο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα, να διαταχθεί ο χωρισμός ως προς αυτόν και να συζητηθεί η υπόθεση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται νόμιμα, με τους οποίους ο δεύτερος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας. Οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 944/2017). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 60/2022). Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015). Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018). Περαιτέρω, με τα άρθρα 4, 12, 19 και 21 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999, "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι:...Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας" (4 παρ. 3). "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα... Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... " (άρθρο 12 παρ. 1). "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ... επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού... και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, ... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων.... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (19 παρ. 1-3). "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης..." (21 παρ. 1 και 2). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 781/2018, ΑΠ 632/2017, ΑΠ 2003/2017). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και σε τί συνίσταται η παραβίαση. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1439/2022). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 88/2022), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 940/2021, ΑΠ 1046/2017). Με τον πρώτο λόγο της δεύτερης, από 3-8-2021, αίτησης αναίρεσης, που προτάσσεται κατά την έρευνα, οι πρώτος και τρίτη των αναιρεσειόντων, Σ. Α. και ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" (ως προς τους οποίους και ερευνάται η αναίρεση αυτή), αποδίδουν στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να καταλογίσει αποκλειστική υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στον πρώτο εξ αυτών, οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και να μην καταλογίσει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στον παθόντα αναιρεσίβλητο, οδηγό της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 του ΑΚ, 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) αλλά και εκ πλαγίου, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ως προς τη συμπεριφορά των διαδίκων οδηγών και τις συνθήκες του ατυχήματος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 8-4-2015 και περί ώρα 10:20 π.μ. ο ενάγων (αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος Α. Π.), οδηγώντας την με αρ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, τύπου ΜΟΤΟ GUZZI, έτους πρώτης κυκλοφίας 2006, 744 cc, χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος, κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα επί της μονής κατευθύνσεως οδού 12 Αποστόλων, στην πόλη της Ξάνθης, με κατεύθυνση από την οδό Κουγιουμτζόγλου προς την οδό Βουλγαροκτόνου. Στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό Σερρών, έχοντας προτεραιότητα έναντι των κινούμενων επί της επίσης μονής κατεύθυνσης, οδού Σερρών οχημάτων, λόγω υπάρξεως στην τελευταία αυτή οδό, πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), συνέχισε την πορεία του, προκειμένου να εισέλθει στη διασταύρωση. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, (πρώτος αναιρεσείων-πρώτος αναιρεσίβλητος Σ. Α.) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου SEAT ΙΒΙΖΑ, πρώτης κυκλοφορίας 2002, 1390 cc, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου (δευτέρου αναιρεσείοντος - δευτέρου αναιρεσιβλήτου Μ. Κ.), προστηθείς σε αυτόν, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (τρίτη αναιρεσείουσα - τρίτη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α."), κινούνταν επί της προαναφερόμενης οδού Σερρών, με κατεύθυνση από οδό 28ης Οκτωβρίου προς οδό Μπρωκούμη και πορεία από δεξιά κατά τη φορά της μηχανής του ενάγοντος. Η οδός 12 Αποστόλων, είναι μονής κατεύθυνσης, στο ύψος του άνω οδικού κόμβου με την οδό Σερρών είναι ευθεία και ισόπεδη, με μια λωρίδα κυκλοφορίας και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,20 μ. Η οδός Σερρών, είναι επίσης μονής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 4,90 μ, με μία λωρίδα κυκλοφορίας και στο σημείο της ως άνω διασταυρώσεως είναι επίσης ευθεία και ισόπεδη. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής, κατά τον ως άνω δε χρόνο, επικρατούσε ημέρα με καλές καιρικές συνθήκες, ξηρά κατάσταση του οδοστρώματος, αραιή κυκλοφορία των οχημάτων, η δε ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια. Στην πορεία των οχημάτων της οδού Σερρών, όπως ήδη αναφέρθηκε υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-2 STOP), που απέδιδε έτσι προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στη διασταυρούμενη οδό 12 Αποστόλων. Οταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στη διασταύρωση και έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό 12 Αποστόλων και να συνεχίσει την πορεία του επί της οδού Σερρών, μολονότι υπήρχε πινακίδα STOP στην πορεία του, εισήλθε στην ανωτέρω διασταύρωση και διέσχισε αυτή καταλαμβάνοντας το ήμισυ σχεδόν πλάτος της διασταύρωσης, χωρίς προηγουμένως να διακόψει την πορεία του και να ελέγξει την επί της οδού 12 Αποστόλων κυκλοφορία των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα επ' αυτής κινούμενα οχήματα. Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου, ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που είχε προσεγγίσει και αυτή στη διασταύρωση, να αιφνιδιάσει με την απότομη και απερίσκεπτη κίνηση του, τον οδηγό αυτής (ενάγοντα), ο οποίος παρά ταύτα αντιδρώντας άμεσα, ενήργησε, αφενός τροχοπέδηση, αφετέρου αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά της πορείας του, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα του πρώτου εναγομένου, πλην όμως στην προσπάθεια του αυτή έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, με αποτέλεσμα να τελέσει αυτό, πτώση επί του οδοστρώματος, να συρθεί επ' αυτού επί 2,90 μέτρα και να επιπέσει επί του οχήματος του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα επί του εμπρόσθιου αριστερού τροχού αυτού. Η μοτοσικλέτα ακινητοποιήθηκε διαγώνια στην απώτερη αριστερή ως προς την πορεία του ενάγοντα γωνία της διασταύρωσης, ο δε ενάγων κατέληξε λίγα μόλις μέτρα από το μέσον της διασταύρωσης των οδών, επί της οδού 12 Αποστόλων και ακινητοποιήθηκε αφού πριν προσέκρουσε το κεφάλι του επί του κρασπέδου του πεζοδρομίου. Με βάση τις ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος η πρόκληση αυτού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα κατά την πορεία του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STOP), που τον υποχρέωνε να διακόψει την πορεία του πριν την είσοδό του στη διασταύρωση (άρθρα 4 παρ. 3 και 12 παρ. 1 ΚΟΚ) και εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να διακόψει την πορεία του για να ελέγξει την επί της οδού 12 Αποστόλων, κυκλοφορία οχημάτων, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στη δίκυκλη μοτοσικλέτα που κινούνταν κανονικά επ' αυτής και είχε πλησιάσει στη διασταύρωση, την οποία θα είχε αντιληφθεί διότι ήταν ημέρα και οι άνω οδοί είναι στο σημείο αυτό ευθείες, χωρίς εμπόδιο ορατότητας. Αντίθετα καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας-ενάγοντα, αφού κινούνταν σε οδό προτεραιότητας, με ταχύτητα κάτω του επιτρεπομένου ορίου (50 χιλ/ώρα), γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης της μηχανής επί της οδού, (6,30 μέτρα), σε συνδυασμό με τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης που πραγματοποίησε αυτή μετά την πτώση της στο οδόστρωμα, μήκους μόλις 2,90 μέτρων, όσο και από το ότι το σώμα του ενάγοντος ανευρέθη μόλις λίγα μέτρα πιο κάτω από το μέσον της διασταύρωσης των οδών. Εάν αντίθετα όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, η ταχύτητα της μηχανής ήταν αυξημένη τόσο η μηχανή όσο και το σώμα του ενάγοντος θα εκτοπιζόταν σε μεγάλη απόσταση από το ύψος της διασταύρωσης των οδών. Επιπλέον δε, ο ενάγων παρά τον αιφνιδιασμό του και την μικρή απόσταση που τον χώριζε από το όχημα του εναγομένου οδηγού, τροχοπέδησε και ταυτόχρονα κατάφερε και επιχείρησε το μοναδικό ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά της οδού και μάλιστα με επιτυχία αφού απέφυγε καταρχήν τη σύγκρουση με το όχημα του τελευταίου, πλην όμως έχασε την ισορροπία του, σύρθηκε στο οδόστρωμα και λόγω του μικρού πλάτους της οδού χτύπησε την κεφαλή του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πρώτος εξ αυτών, προσπέρασε το STOP προκειμένου να έχει καλύτερη ορατότητα, η οποία εμποδιζόταν από σταθμευμένα επί της οδού 12 Αποστόλων οχήματα, και ότι για το λόγο αυτό σταμάτησε στη μέση της διασταύρωσης, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του... Εν προκειμένω ακόμη και αληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο πρώτος εξ αυτών, δεν είχε ορατότητα προς τα αριστερά της διασταυρούμενης οδού (12 Αποστόλων) λόγω σταθμευμένων επ' αυτής οχημάτων, θα έπρεπε να επιδείξει ακόμη πιο επιμελή συμπεριφορά κινούμενος διαδοχικά με ελάχιστη ταχύτητα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός εισήλθε στη διασταύρωση απότομα, κατέλαβε σχεδόν το ήμισυ της διασταύρωσης, χωρίς την επιβαλλόμενη ελάχιστη για τις περιστάσεις ταχύτητα, αιφνιδιάζοντας τον ενάγοντα, τον οποίο δεν αντιλήφθηκε, συνέχισε δε κινείται, γεγονός που αποδεικνύεται από την πλάγια θέση που έλαβε το αυτοκίνητό του, λόγω αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού που προφανώς επιχείρησε όταν τελικά αντιλήφθηκε την κίνηση της μηχανής. Από τα αποδεδειγμένα αυτά πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν είχε την επιμέλεια και την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, στην οδήγηση του οχήματός του και παράλληλα αγνόησε την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), παραβιάζοντας κατ' αυτό τον τρόπο τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν υποχρεώσεις και αγνοώντας την προτεραιότητα των κινούμενων επί της οδού 12 Αποστόλων οχημάτων. Η προπεριγραφόμενη υπαίτια από αμέλεια συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, που ήταν και παράνομη καθότι αντίκειται σε απαγορευτικούς και επιτακτικούς, κανόνες δικαίου και συγκεκριμένα στις διατάξεις των άρθρων άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, κρίνεται ότι ήταν αυτή που αποκλειστικά προκάλεσε το ένδικο ατύχημα, χωρίς ο ενάγων να βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα, καθότι οδηγούσε το όχημά του με σύννομη ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση με το έτερο όχημα αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, οπότε τροχοπέδησε άμεσα και επιχείρησε ορθό αποφευκτικό ελιγμό, ο οποίος όμως, για τους λόγους που εκτενώς προαναφέρθηκαν, εξουδετερώθηκαν από την παράνομη κίνηση του εναγομένου οδηγού. Τα παραπάνω περί της οδηγικής συμπεριφοράς των διαδίκων, οδηγών των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, αποδεικνύονται από την έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η Α/Β ΤΤ Ξάνθης Ε. Σ. και το συνταχθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ΑΥ Γ. Δ., από τα οποία προκύπτουν οι συνθήκες των οδών, η τελική θέση των οχημάτων και τα σημεία σύγκρουσης αυτών καθώς και η θέση του σώματος του ενάγοντος μετά την πτώση στο οδόστρωμα, αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα και στις οποίες απεικονίζεται ο τόπος του ατυχήματος. Συνακόλουθα, παρίστανται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι τόσο ο αρνητικός ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που οι εναγόμενοι πρόβαλαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και η επικουρικώς προβληθείσα ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ίδιου ως άνω διαδίκου (ενάγοντος) στην πρόκληση του ατυχήματος, την οποία νομότυπα πρόβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης... για την απόρριψη των οποίων ως ουσιαστικά αβάσιμων παραπονούνται με την έφεση τους. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε εξαιτίας συγκλίνουσας υπαιτιότητας των οδηγών διαδίκων και απέδωσε ποσοστό συνυπαιτιότητας στον μεν ενάγοντα 20% στον δε πρώτο εναγόμενο 80%, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου αντίστοιχα του πρώτου λόγου έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι αποκλειστικά υπαίτιος έπρεπε να κριθεί ο ενάγων άλλως συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95%, ως αβάσιμου". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δέχτηκε τον πρώτο λόγο της από 26-3-2019 έφεσης του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και απέρριψε την ένσταση των εναγομένων (αναιρεσειόντων) περί συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, η οποία είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα 9/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ξάνθης, κράτησε και επαναδίκασε την από 1-3-2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί αποζημίωσης, πρόσθετης αποζημίωσης, λόγω αναπηρίας και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ίδιο ατύχημα. Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος και τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 του ΑΚ, καθώς και τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ΚΟΚ, στις οποίες θεμελιώνεται, κατά τις σχετικές παραδοχές, η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, γιατί τα περιστατικά, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, συγκροτούν αντικειμενικά αμέλεια μόνον αυτού χωρίς, κατά τις ίδιες παραδοχές, να συγκροτείται και αμέλεια του αναιρεσιβλήτου. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος, κινούμενος επί της οδού Σερρών, στην πόλη της Ξάνθης, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, φθάνοντας στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό 12 Αποστόλων, όπου η ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια και η προτεραιότητα ρυθμιζόταν με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), η οποία ήταν τοποθετημένη επί της οδού Σερρών, εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να διακόψει προηγουμένως την πορεία του, να ελέγξει την κυκλοφορία και να παραχωρήσει προτεραιότητα στον αναιρεσίβλητο που εκινείτο με τη μοτοσικλέτα του επί της μονής κατευθύνσεως και πλάτους 5,20 μέτρων οδού Αγίων Αποστόλων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του τελευταίου, κατά τη χρονική στιγμή που αυτός εισερχόταν στη διασταύρωση, να τον αιφνιδιάσει και να τον αναγκάσει, ενώ βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο, σε απότομη πέδηση και ελιγμό, συνεπεία των οποίων, απέφυγε μεν τη σύγκρουση αλλά απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα. Ακόμη, σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, διέλαβε ότι αυτός οδηγούσε το όχημά του με χαμηλή ταχύτητα (κάτω του ορίου των 50 χιλιομέτρων την ώρα), εκινείτο σε οδό προτεραιότητας έναντι του πρώτου αναιρεσείοντος και για την αποφυγή της σύγκρουσης τροχοπέδησε και πραγματοποίησε αποτελεσματικά, ως προς τη σύγκρουση, τον μόνο ενδεδειγμένο, προς τα αριστερά, αποφευκτικό ελιγμό. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα χωρίς να απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, περί ανεπάρκειας αιτιολογιών, σχετικά με το σημείο του οδοστρώματος, όπου εκινείτο η μοτοσικλέτα, τα ίχνη πέδησης αυτής, τυχόν άλλα ευρήματα επί του οδοστρώματος, την ορατότητα επί της διασταύρωσης, την πορεία της μοτοσικλέτας συρόμενης επί του οδοστρώματος, την κατάσταση των ελαστικών της και την ταχύτητά της, την ταχύτητα και τις βλάβες του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τη δυνατότητα διαυγούς όρασης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη προστασίας των οφθαλμών του με κράνος, σε συνδυασμό και με τις, για τα θέματα αυτά, αναφερόμενες διαπιστώσεις των οργάνων της Τροχαίας που επιλήφθηκε του ατυχήματος, απαραδέκτως προβάλλονται, γιατί (πέραν του ότι στην προσβαλλομένη διαλαμβάνονται η θέση της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος, η πορεία που διέγραψε, τα αποτυπωθέντα ίχνη πέδησης και πλάγιας ολίσθησης και η ταχύτητά της και οι συνθήκες ορατότητας επί της διασταύρωσης, χωρίς να γίνεται λόγος για βλάβη των ελαστικών της, επίδραση της έλλειψης προστατευτικού κράνους στην ορατότητα του αναιρεσιβλήτου οδηγού και ταχύτητα του αυτοκινήτου που να συντέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα) ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το προκύπτον από τις οποίες πόρισμα, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, εκτίθεται με σαφήνεια. Η αιτίαση δε, περί παραβίασης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στους ως άνω εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις, που προαναφέρθηκαν. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου, (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 91/2019). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 3-8-2021 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων και έλλειψης οποιαδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει έγγραφο που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα την από 25-9-2015 και τη συμπληρωματική αυτής έκθεση πραγματογνωμοσύνης τροχαίου ατυχήματος του τεχνικού συμβούλου τους Β. Κ., που αυτοί είχαν νομίμως επικαλεστεί με τις προτάσεις τους και προσκομίσει ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλομένη (4ο φύλλο) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και "...την από 25-9-2015 και συμπληρωματική αυτής έκθεση πραγματογνωμοσύνης τροχαίου ατυχήματος του τεχνικού συμβούλου Β. Κ. που προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι και συντάχθηκε κατ' εντολήν της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ..." σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τις τεχνικές αυτές εκθέσεις. Στην πραγματικότητα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εγγράφων αυτών, αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους τους προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015). Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2020, ΑΠ 604/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, αφού η δυσμενής επίδραση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο εν γένει μέλλον του παθόντος θεωρείται δεδομένη, ανεξάρτητα από το αν αυτός εργαζόταν ή όχι. Είναι πρόδηλο ότι η αξίωση από το άρθρο 931 του ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνη του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας εξαιτίας της ανικανότητας προς εργασία. Το ύψος δε της σχετικής παροχής καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Και στην τελευταία περίπτωση επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 του ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των ως άνω εύλογων χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 1045/2021, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 466/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τις αξιώσεις του παθόντος Ανέστη Παπαεμμανουήλ (αναιρεσιβλήτου της από 3-8-2021 αίτησης αναίρεσης και αναιρεσείοντος της από 31-8-2020 αίτησης αναίρεσης), για πρόσθετη αποζημίωση λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 931 και 932), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Από την ανατροπή της μηχανής, την πτώση του στο οδόστρωμα και το χτύπημα της κεφαλής του στο κράσπεδο του πεζοδρομίου της οδού 12 Αποστόλων, ο ενάγων υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με ανοιχτό επιλεγμένο εμπιεσματικό κάταγμα μετωπιαία αριστερά, εκτεταμένες θλάσεις αριστερού ημισφαιρίου, κυρίως μετωπιαία, κροταφικά και στα βασικά γάγγλια, τραυματική υπαραχνοειδή, οίδημα εγκεφάλου, κάταγμα προσθίου κρανιακού βόθρου και τραυματισμό αριστερού οφθαλμού, ενώ εμφάνισε ανισοκορία αριστερά. Από τον εντοπισμό των τραυμάτων του (όλων μόνο στο κεφάλι) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν έφερε κράνος ως όφειλε, γεγονός που συνετέλεσε στην έκταση του τραυματισμού του σε ποσοστό 30% λόγω του είδους του τραυματισμού του και δη στην κεφαλή, κατά το οποίο (ποσοστό) κρίνεται συνυπαίτιος δεκτής γενόμενης της σχετικής ένστασης των εναγομένων...Μετά το ατύχημα ο ενάγων διεκομίσθη στο Γεν. Νοσοκομείο Ξάνθης, από όπου διεκομίσθη διασωληνωμένος στο Γεν. Νοσοκομείο Καβάλας, όπου υποβλήθηκε επειγόντως σε χειρουργική επέμβαση. Ειδικότερα διαγνώσθηκε "έξοδος εγκεφαλικής τεθλασμένης ουσίας εκ του τραύματος, επιλεγμένο εμπιεσματικό κάταγμα μετωπιαία αριστερά με διάνοιξη του μετωπιαίου κόλπου, τραυματική ρήξη της σκληράς μήνιγγας, εκτεταμένες θλάσεις μετωπιαία και κροταφικά, οίδημα εγκεφάλου και τραυματική υπαραχνοειδής αιμορραγία" και διενεργήθηκε χειρουργικός καθαρισμός του τραύματος, debriment, κρανιεκτομή αριστερά, σχάσεις μήνιγγας για την αποσυμπίεση του εγκεφάλου, μηνιγγοπλαστική, πλαστική πρόσθιου κρανιακού βόθρου με κρανιοποίηση του μετωπιαίου κόλπου, εισήχθη στη ΜΕΘ του Γ.Ν. Καβάλας, όπου τοποθετήθηκε δεξιά καθετήρας μέτρησης ICP με κρανιοανάρτηση. Ο ενάγων ανταποκρίθηκε στην αποιδηματική αγωγή, παρέμεινε στη ΜΕΘ επί 23 ημέρες, οπότε εξήλθε την 1-5-2015 και μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας. Την 6-5-2015 παρουσίασε οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και εισήχθη εκ νέου στη ΜΕΘ. Την επομένη ημέρα παρουσίασε βελτίωση, μετά από τραχειοτομή και επανήλθε στη Νευροχειρουργική κλινική. Την 18-5-2015 του αφαιρέθηκε η τραχειοστομία, έκτοτε δε ήταν σε καλή γενική κατάσταση, απύρετος, αναπνευστικά και αιμοδυναμικά σταθερός, σε εγρήγορση, εκτελούσε εντολές, παρατηρούσε, φαινόταν να καταλαβαίνει το λόγο και τις συναισθηματικές εκφράσεις του προσώπου, πλην όμως δεν δύνατο να ομιλεί, σύμπτωμα που διατηρήθηκε έως την έξοδό του από το Νοσοκομείο. Ταυτόχρονα παρουσίασε ημιπάρεση δεξιά, συνέχιζε εντατική κινησιοθεραπεία, ενώ διατρεφόταν ικανοποιητικά από το στόμα (βλ. ενημερωτικό σημείωμα Γεν. Νοσ. Καβάλας που συνοδεύει το εξιτήριό του). Την 25-5-2015 έλαβε εξιτήριο και εισήχθη στο Κέντρο Αποκατάστασης της Euromedica Θεσσαλονίκης με την επωνυμία "ΑΡΩΓΗ", προκειμένου να του παρασχεθεί ειδική φροντίδα αφενός εντατικής κινησιοθεραπείας αφετέρου βελτίωσης της ικανότητας ομιλίας του. Ο ενάγων μετά την έξοδο του από το κέντρο αποκατάστασης ΑΡΩΓΗ, νοσηλεύθηκε κατ'οίκον με κινητικά προβλήματα και λογοθεραπεία, μετά δε από την εμφάνιση επιπλοκών, την 19-10-2015 εισήχθη και πάλι στη νευροχειρουργική κλινική του Γ.Ν. Καβάλας και την 20-10-2015 υπεβλήθη σε κρανιοπλαστική με την τοποθέτηση μοσχεύματος από τιτάνιο, αποκατάσταση του οστικού ελλείματος κρανίου στην αριστερή μετωποκροταφική περιοχή, νοσηλευόμενος επί 13 ημέρες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξετάσθηκε από τον διορισθέντα με την εν μέρει οριστική υπ' αρ. 88/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμονα, νευρολόγο ιατρό, Δ. Ν., ο οποίος, στη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7/2017 και με αριθμό πρωτ. 15/28-7-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, αναφέρει ότι "α) Κλινική εικόνα του ασθενούς: προσέρχεται στο Εξωτερικό Ιατρείο σε αναπηρικό αμαξίδια σε πλήρη εγρήγορση. Φέρει εκτεταμένο οστικό έλλειμμα κρανίου (μετωποβραγματικά αριστερά) με δερματικά έλκη σύστοιχα στο τριχωτό της κεφαλής σε φάση επούλωσης, ο αριστερός του οφθαλμός βρίσκεται σε χαμηλότερη και λοξή προς τα κάτω θέση σε σχέση με τον δεξιό, δημιουργώντας σοβαρότατη δυσμορφία στο πρόσωπο του, ενώ παραπονείται ότι δεν βλέπει από αυτή την πλευρά. Η δεξιά γωνία του στόματος είναι υποκινητική (πάρεση προσωπικού νεύρου κεντρικού τύπου), δυσχεραίνοντας τη μάσηση και τη φώνηση. Όσον αφορά στον λόγο, ο ασθενής παρουσιάζει αφασία εκπομπής (βλάβη στο κέντρο του λόγου), δηλαδή έχει φτωχό λόγο, δεν μπορεί να σχηματίσει προτάσεις, απαντά μονολεκτικά ή με πολύ λίγες λέξεις και με μεγάλη δυσκολία. Κινητικά διαπιστώνεται βαρύτατη δεξιά σπαστική ημιπάρεση (άνω και κάτω άκρο), ενώ στην δεξιά άκρα χείρα κυρίως, εμφανίζει συνεχείς δυστονικές κινήσεις. Τα ισχία του αμφοτερόπλευρα είναι ιδιαίτερα δύσκαμπτα, λόγω ανάπτυξης έκτοπων οστεοποιήσεων, εξ αιτίας της χρόνιας ακινησίας, με αποτέλεσμα τα κάτω άκρα να παραμένουν αγκυλωμένα σε έκταση, χωρίς λειτουργικότητα πρακτικά. Παραπονείται για έντονους πόνους στα δεξιά άκρα, κυρίως στο άνω, ενώ παρουσιάζει και το φαινόμενο της αλλοδυνίας σύστοιχα (πρόκληση άλγους από ερεθίσματα, απτικά, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν προκαλούν πόνο). Επισυνάπτονται σε ηλεκτρονική μορφή φωτογραφίες του ασθενή από την επίσκεψη του στο Ιατρείο και εικόνες από την τελευταία Αξονική Τομογραφία εγκεφάλου (12/12/2016), οι οποίες πιστοποιούν την εκτεταμένη βλάβη που έχει υποστεί το μισό και πλέον αριστερό (επικρατητικό) ημισφαίριο του εγκεφάλου, β) ο ασθενής αδυνατεί να εγερθεί και να βαδίσει (μόνο με αμφοτερόπλευρη βοήθεια από δύο άτομα, με εξαιρετικά μεγάλη δυσκολία μπορεί να κάνει ένα-δύο βήματα), με αποτέλεσμα να παραμένει μονίμως καθηλωμένος, είτε σε κλίνη, είτε σε αναπηρικό αμαξίδια. Πρακτικά, αδυνατεί να συμμετέχει σε συζήτηση, παρόλο που η κατανόηση του λόγου είναι επαρκής, με αποτέλεσμα περαιτέρω περιορισμό της κοινωνικότητας. Εμφανίζει εστιακές επιληπτικές κρίσεις στο δεξιό άνω άκρο, οι οποίες ενίοτε γενικεύονται, παρά τη λήψη αντιεπιληπτικής αγωγής (tb Keppra 1000 mgX3). Συνεπεία όλων των ανωτέρω, παρουσιάζει έντονα καταθλιπτικό συναίσθημα για το οποίο λαμβάνει tb. Escitalopram 15 mgXl. Λαμβάνει επίσης caps. Lyrica 50- 25--25 mg για την αντιμετώπιση του νευροπαθητικού άλγους, tb. Miorel 10X3 για την αντιμετώπιση της σπαστικότητας, tb.Clonotril 2 mg 1/2X1 για τις κρίσεις και τη δυστονία και ..Cortineff 100mgl για την αντιμετώπιση της υπονατριαιμίας. Ουσιαστικά, δεν μπορεί να κάνει τίποτε από όσα θεωρούνται αυτονόητα για έναν αρτιμελή άνθρωπο (ορθοστάτηση, βάδιση, δραστηριότητες, αυτοεξυπηρέτηση, διατροφή, τουαλέτα κοκ), έχοντας συνεχώς την ανάγκη συμπαράστασης από άλλο άτομο 24 ώρες το 24ωρο. γ) δοθείσης της παρόδου δύο και πλέον ετών (27,5 μήνες) και της βαρύτητας του τραυματισμού, η πρόγνωση είναι ιδιαίτερα φτωχή, που σημαίνει μεθερμηνευόμενο ότι τα προβλήματα του κ. Παπαεμμανουήλ έχουν προσλάβει μόνιμο χαρακτήρα εν πολλοίς. Πλήρης αποθεραπεία ή σημαντική βελτίωση της κατάστασης, δυστυχώς αποκλείονται εντελώς. Μικρή βελτίωση, μπορεί να επιτευχθεί με συστηματική, επίμονη φυσικοθεραπεία, λογοθεραπεία και χειρουργική αντιμετώπιση των έκτοπων οστεοποιήσεων, αν και όταν αυτό καταστεί εφικτό. Η επίδραση όσων περιγράφηκαν ανωτέρω στην κοινωνικοοικονομική εξέλιξη του ενάγοντα, είναι δυσμενέστατη". Σύμφωνα δε με την αξιολόγηση της πρωτοβάθμιας επιτροπής του ΙΚΑ-ΚΕΠΑ, διαπιστώθηκαν στον ενάγοντα εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, οι παρακάτω παθήσεις: βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με οστικό έλλειμα κρανίου και αποκατάσταση με μόσχευμα. Δεξιά σπαστική ημιπληγία με έκπτωση νοητικών λειτουργιών και διαταραχή λόγου και ομιλίας με συνοδό πάρεση ελαφρού βαθμού του αριστερού κάτω άκρου. Μεγάλου βαθμού δυσκαμψία ισχίων στα όρια της αγκύλωσης λόγω ανάπτυξης εκτοπής οστεοποίησης. Συνολικό ποσοστό αναπηρίας 90%, ποσοστό κινητικής αναπηρίας 80% εκ των άνω και κάτω άκρων ... Εξαιτίας της τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας, ο ενάγων υπέστη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η ανωτέρω αδικοπραξία, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού (αμέλεια) στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος αλλά και του ποσοστού συνυπαιτιότητας (30%) του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, εξαιτίας του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, το είδος, τη σοβαρότητα και το μέγεθος της σωματικής βλάβης του και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε για την περίθαλψη την νοσηλεία και θεραπεία του, το γεγονός ότι δεν έχει αποκατασταθεί η υγεία του, την ηλικία του (34 ετών), τις αυτονόητες επιδράσεις στην καθημερινότητά του και γενικά στην ατομική και κοινωνική του ζωή, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ. Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθρ. 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητος (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Η εκκαλουμένη καθόρισε ως εύλογο και ανάλογο με την ηθική βλάβη του ενάγοντος το ποσό των (40.000) ευρώ. Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, έσφαλλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Αντίθετα ο τρίτος λόγος της έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο προβάλλουν την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπερέβαλε επιδικάζοντας στον ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί... Από την προαναφερόμενη αναπηρία, (ήτοι έχει συρρικνωθεί ο λόγος του και έχει καθηλωθεί σε αναπηρικό), το οικονομικό επαγγελματικό μέλλον του ενάγοντος καθίσταται δυσοίωνο, αφού η κατάστασή του αυτή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, επηρεάζει και οπωσδήποτε επιδρά δυσμενώς, έως και καταλυτικώς, στον περαιτέρω (μελλοντικό) επαγγελματικό- οικονομικό του βίο, ειδικότερα δε έχει πληγεί το επαγγελματικό του μέλλον, καθόσον αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμα του αρχιτέκτονα, με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που είχε τη δυνατότητα να μετέρχεται, πριν την τέλεση σε βάρος του της επίδικης αδικοπραξίας, επαγγελματική δραστηριότητα που απαιτεί ικανότητα αυτόνομης κίνησης, αλλά και συνεννόησης δια λόγου, την οποία δεν έχει πλέον, λόγω της άνω αναπηρίας του, αλλά και οποιαδήποτε εργασία, που απαιτεί δυνατότητα αυτόνομης κίνησης και συνεπώς μειονεκτεί και υστερεί έναντι των λοιπών προς πρόσληψη προσώπων και προς παροχή οποιασδήποτε εργασίας, γεγονός που υποβαθμίζει ποιοτικά το μέλλον του, αφού στερείται της δυνατότητας να αναπτύξει την προσωπικότητά του δια της εργασίας του. Επιπλέον θα είναι υποχρεωμένος να υποβάλλεται σε περισσότερα έξοδα από ένα υγιή συνομήλικό του, αφού θα είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί για τις περισσότερες μετακινήσεις του ειδικά οχήματα, θα ξοδεύει περισσότερα χρήματα σε φάρμακα, φυσικοθεραπείες κ.λπ. Επίσης δεν θα μπορεί να εργαστεί και μάλιστα με επάρκεια σε εργασίες που απαιτούν έντονη σωματική προσπάθεια και κόπωση. Συναφώς προς αντιμετώπιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων στην εν γένει επαγγελματική του εξέλιξη, με τη μείωση των εσόδων του και την αύξηση των εξόδων, δικαιούται αυτός πρόσθετη, κατά το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση. Με βάση λοιπόν το ως άνω είδος, το βαθμό και τις επιπτώσεις της αναπηρίας του ενάγοντος, της ηλικίας του, της έλλειψης συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αλλά του ποσοστού συνυπαιτιότητας αυτού (30%), στην έκταση του τραυματισμού του, εξαιτίας του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική, το εύλογο ποσό που δικαιούται ο ενάγων ως ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και που δεν καλύπτεται από τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ανέρχεται σε 40.000 ευρώ. Η εκκαλουμένη καθόρισε ως εύλογο για την ως άνω αιτία το ποσό των 50.000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή με το να καθορίσει το ύψος της αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ στο πιο πάνω ποσό, έσφαλλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεκτού γενομένου ως βάσιμου του σχετικού τέταρτου λόγου έφεσης των εναγομένων με τον οποίο προβάλλουν την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπερέβαλε επιδικάζοντας στον ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσό. Αντίθετα ο έκτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο προβάλλει την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να του επιδικάσει για την ως άνω αιτία το αιτούμενο με την αγωγή του, ποσό των 60.000 ευρω και έσφαλε, επιδικάζοντας το προαναφερόμενο ποσό των 50.000 ευρώ, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, επιδίκασε στον παραπάνω ως πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του παθόντος στο ποσό των 60.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί ούτε είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Ακόμη, με το να επιδικάσει σ' αυτόν ως πρόσθετη αποζημίωση, λόγω αναπηρίας, το ποσό των 40.000 ευρώ επίσης δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι κατώτερο καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις ως χρηματική παροχή του άρθρου 931 του ΑΚ, με βάση τα αναφερόμενα στην ίδια απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί α) τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της από 3-8-2021 αναίρεσης των εναγομένων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του, ποσό δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με εκείνο που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του προσδιοριστικά κριτήρια και β) πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της από 31-8-2020 αναίρεσης του ενάγοντος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική παροχή και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του, το ποσό των 40.000 ευρώ και 60.000 ευρώ αντίστοιχα, που είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά, τα οποία επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών. Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων τινών οργανωτικών και διοικητικών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του β.δ. 226/23-2/21-3-1973 και το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή τις υγείας προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η αξίωση αποζημίωσης του ασφαλισμένου που απορρέει από το άρθρο 929 του ΑΚ κατά του υποχρέου μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση. Με το άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, που ισχύει από 21.12.2006, οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν.1654/1986, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23-2/21-3-1973, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων, καθώς και στον ΟΓΑ. Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στους ως άνω ασφαλιστικούς οργανισμούς της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών αυτού προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου. Τέτοια αντιστοιχία υπάρχει όταν και οι δύο παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τελούν, υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Έτσι, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, η σχετική αξίωση του παθόντος μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό του φορέα και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη και των δύο παροχών από τον παθόντα και ισχύει (η σωρευτική απόληψη) για ασφαλιστικούς φορείς ως προς τους οποίους δεν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη. Σκοπός της παραπάνω ρύθμισης είναι, κυρίως, η παρεμπόδιση μιας διπλής ουσιαστικά αποζημίωσης του θύματος της αδικοπραξίας. Συνεπώς, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, περιορίζεται αντίστοιχα η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το φορέα ασφάλισής του (ΑΠ 752/2021, ΑΠ 58/2016, ΑΠ 1018/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς το κονδύλιο της ένδικης αγωγής, περί αποζημίωσης του ενάγοντος λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του ως αρχιτέκτονα μηχανικού-ελεύθερου επαγγελματία, εξαιτίας του τραυματισμού του στο ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα, αφού διέλαβε στην απόφασή του νομικές σκέψεις με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων πριν το ατύχημα εργαζόταν ως αρχιτέκτονας, ελεύθερος επαγγελματίας, υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΤΣΜΕΔΕ, έπειτα ΕΤΑΑ βάσει άρθρου 25 ν. 3655/2008 ... και ήδη από 1-1-2017, βάσει του άρθ. 51 και 53 του ν. 4387/2016, ΕΦΚΑ...Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αρ. 88/2017 εν μέρει οριστική του απόφαση...ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, ως προς τις αξιώσεις, πλην άλλων, και των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος λόγω του τραυματισμού του. Ο ενάγων, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι αναγνωρίστηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα ανάπηρος κατά ποσοστό 90%, εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, κατά ιατρική πρόβλεψη από 16-12-2015 μέχρι 31-12-2017, προσκομίζει δε την σχετική από 12-5-2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας..., καθώς και την από 8-3-2018 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας, με την οποία διαπιστώθηκε εκ νέου η αναπηρία του σε ποσοστό 90% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 μέχρι 31-12-2022, περαιτέρω ουδέν έγγραφο προσκομίζει από το οποίο να προκύπτει εάν λαμβάνει ή όχι σύνταξη αναπηρίας, όπως επιτάσσει η προαναφερόμενη εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Από δε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα προς αντίκρουση του δεύτερου λόγου έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα, για απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητας προς εργασία μέχρι 31-12-2017, το ποσό των 29.700 ευρώ, συνάγεται προφανώς ότι αυτός λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας χωρίς όμως ρητή σχετική αναφορά. Ειδικότερα ο ενάγων, προς αντίκρουση του ως άνω λόγου έφεσης των αντιδίκων του, αναπτύσσει νομική σκέψη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η υποχρέωση αποζημίωσης του ζημιώσαντος δεν αποκλείεται εκ του ότι τρίτος έχει όμοια υποχρέωση, που όμως εν προκειμένω δεν ισχύει...Από τον σχετικό λοιπόν ισχυρισμό χωρίς ρητή άρνηση περί λήψεως τέτοιας, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας λόγω του ένδικου τραυματισμού του και ενόψει μη αναφοράς και απόδειξης του ύψους αυτής για διαπίστωση τυχόν διαφοράς, πρέπει το σχετικό κονδύλιο να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που επιδίκασε στον ενάγοντα, για απώλεια εισοδημάτων το ποσό των 29.700 ευρώ, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου εφέσεως των εναγομένων...". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, επαναδικάζοντας την ένδικη αγωγή, κατόπιν εξαφάνισης, κατά τα προαναφερθέντα, της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, η οποία, υπό τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι ο ενάγων, ως ελεύθερος επαγγελματίας αρχιτέκτων μηχανικός, άμεσα ασφαλισμένος στο ΕΤΑΑ, έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα για το επίδικο διάστημα σύνταξη αναπηρίας, δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, εν προκειμένω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη, μόνον ο ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντος νομιμοποιείται ενεργητικά, στο μέτρο και για το διάστημα που του χορήγησε σύνταξη αναπηρίας, να ζητήσει σχετική αποζημίωση από τους υπόχρεους προς τούτο εναγομένους. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της από 31-8-2020 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων (ενάγων) αποδίδει στην προσβαλλομένη, όπως εκτιμάται, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι στην αξίωσή του για διαφυγόντα εισοδήματα συνυπολογίζονται οι παροχές του ασφαλιστικού του φορέα για σύνταξη αναπηρίας, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ότι στον ίδιο λόγο διαλαμβάνεται και αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση της αυτής ως άνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, λόγω ελλιπών αιτιολογιών (559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ), αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, γιατί δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αιτιολογικών και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, η προσβαλλομένη (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 69/2016). Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η πρώτη, από 31-8-2020, αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε) και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί η δεύτερη, από 3-8-2021, αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται ακόμη διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αυτή κατά το μέρος της που ασκείται από τον δεύτερο αναιρεσείοντα Μ. Κ., ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 1425/2021, ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 1634/2018, ΑΠ 1863/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-8-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 49/2021) αίτησης αναίρεσης κατά της 182/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Μ. Κ.. Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτόν. Συνεκδικάζει κατά τα λοιπά τις από 31-8-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 48/2020) και 3-8-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 49/2021) αιτήσεις για αναίρεση της 182/20-5-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Απορρίπτει την πρώτη, από 31-8-2020, αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Απορρίπτει τη δεύτερη, από 3-8-2021, αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων (Σ. Α. και ανώνυμη εταιρία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α."). Καταδικάζει αυτούς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ