Αριθμός 704/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Τ., κατοίκου ..., 2) Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Μ. - Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., 6) Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 8) Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 9) Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 11) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 12) Η. Λ. του Β., κατοίκου ... και 13) Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξανάλατο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1490/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2296/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον. Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ). Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή, προς απόδειξη της βάσης και αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1329/1985). Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, πως είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο. Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που νομίμως προέβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου περί υπάρξεως δεδικασμένου που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 677/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως, ότι η καταβολή της ανωτέρω αποζημιώσεως μετά την κατάργηση του επιδόματος διδακτικών τριμήνων δεν ήταν παράνομη, διότι η κατάργησή του και μόνο δεν καθιστά απαγορευτέα την καταβολή της ενδίκου αποζημιώσεως, την οποία επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα οι αρμόδιες υπηρεσίες μισθοδοσίας του εναγομένου κατέβαλλαν ως αντάλλαγμα της προαναφερομένης πρόσθετης απασχόλησής των, αποτελούσα κατά τη βούληση αμφοτέρων των συμβαλλόμενων μισθό, ώστε να μην μπορεί ν' ανακληθεί. Ότι, αν και για την απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού των και της βάσεως της αγωγής τους είχαν προσκομίσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την εν λόγω απόφαση, το Εφετείο δεν ερεύνησε την ύπαρξη του δεδικασμένου που δημιουργήθηκε από την απόφαση αυτή, η οποία αφορούσε όλους τους αναιρεσείovτες, δεδομένου ότι όλοι τους ήταν ενάγοντες και στη δίκη εκείνη. Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες προέβαλλαν παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, αμυνόμενοι κατά της εφέσεως που άσκησε το αναιρεσίβλητο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου που προκύπτει από την παραπάνω απόφαση, επικαλούμενοι και προσκομίζοντας αυτή ισχυριζόμενοι δε ότι αφορά την ίδια ιστορική και νομική αιτία των δύο αγωγών. Επομένως εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν ερευνήθηκε από το Εφετείο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2296/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ