Αριθμός 1164/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Γ. ή Γ. του Δ., κρατούμενου στο Κ.Α.Υ.Φ. Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2042/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο του Νεκταρία Μυγιάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 7 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 700/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 4-7-2011 αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 7-9-2012 πρόσθετοι λόγοι αυτής του Ε. Γ. η Γ. του Δ. κατοίκου ... και νυν κρατουμένου στη Δικαστική φυλακή Κορυδαλλού για αναίρεση της με αριθμό 2042/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 371 του ΚΠοινΔ η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.3 του ν.2172/1993 "αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο". Η ακυρότητα όμως αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς τη παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.2 του ΚΠοινΔ εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής αποζημιώσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται δηλ. αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαία να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Στη προκειμένη περίπτωση η αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κατηγορία, όπως αυτή έγινε δεκτή από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και από το δευτεροβάθμιο με την προσβαλλόμενη απόφασή του για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, συνίσταται στο ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση άνω των 50.000.000 δρχ. σε βάρος της Τράπεζας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συζήτηση της υποθέσεως, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα πρακτικά, παραστάθηκε κατά του κατηγορουμένου ως πολιτικώς ενάγουσα η παραπάνω Τράπεζα και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 2,90 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από τις παραπάνω πράξεις του κατηγορουμένου που επέφεραν μείωση του κύρους και της φήμης της. Το Πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τη παράσταση πολιτικής αγωγής και επεδίκασε το ποσό των 2,90 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτή πρακτικά η πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα επανέλαβε την ίδια δήλωσή της για παράσταση, δια παρισταμένου νομίμου πληρεξουσίου αντιπροσώπου και αντικλήτου της, αξιώνουσα ως χρηματική της ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί το πρωτοδίκως επιδικασθέν σε αυτή ποσό. Το Πενταμελές Εφετείο, απέρριψε με επαρκή αιτιολογία την προβληθείσα ένσταση για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικώς εναγούσης άνω Τραπέζης, δεχθέν ως βάσιμη τη δήλωση αυτή και επεδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί το και πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό, ενόψει αυτών η δήωση της Τράπεζας ως παθούσας που έγινε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ήταν σαφής, και πλήρως ορισμένη και νόμιμη και δεν παρέστη αυτή παράνομα ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, δεδομένου ότι σύμφωνα με το κατηγορητήριο, είναι η αμέσως εκ της πράξεως ζημιωθείσα. Συναφώς η Εθνική Κτηματική Τράπεζα νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα, ως αμέσως ζημιωθείσα από την παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αφού υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τους αληθινούς δικαιούχους των λογαριασμών από τις αναλήψεις των μη δικαιούχων τρίτων με βάση τα πλαστογραφημένα από τον αναιρεσείοντα τραπεζικά βιβλιάρια. Μετά ταύτα οι συναφείς από το άρθρο 171 παρ. 1β, 2, 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Η' εδ.γ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας, λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως και παρά τω νόμω παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του ΠΚ, προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ.3 με τα άρθρα 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α' και β' του ν.2721/1999, οριζόταν: "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. ... 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι: "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.)" και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι: "3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Η ρύθμιση των νέων αυτών διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (73.000 Ευρώ), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης, ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, η επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρύθμιση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 386 του ΠΚ, προ της αντικαταστάσεως της παρ, 3 με τα άρθρα 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999), ορίζεται: "1. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α' ) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β' ) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη, μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη της παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και ορίσθηκε ότι: "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι: "3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α' ) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β' ) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.)". Και το έγκλημα δηλαδή της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Και των διατάξεων αυτών η ρύθμιση, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτές ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης 15.000 Ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, στην οποία δεν προβλεπόταν ελάχιστο ποσό οφέλους ή βλάβης (αρκούσε η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως), ενώ στο μέτρο που καθιερώνεται νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξεως είναι δυσμενέστερη και εφαρμοστέα κατά συνέπεια είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ως άνω ρύθμιση. (ΑΠ 222/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ. (που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1. 1 του ν. 2721/1999) ορίζεται: "2. Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λ.π.", ορίζεται: "Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα (μεταξύ άλλων και 216 και 386 του ΠΚ), εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή (κατά το νόμο ή το καταστατικό τους) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα ή τράπεζες, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, που τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στρέφονται, μεταξύ άλλων και κατά τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 Ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη τους και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη (αρθ. 52 παρ.3 Π.Κ.), χωρίς δηλαδή τον περιορισμό, σε σχέση με το ανώτατο όριο ποινής, των δέκα ετών των άρθρων 216 παρ. 3 και 386 παρ. 3 του ΠΚ, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ (και κατά την οποία το ποσό σε ευρώ, που προκύπτει από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αναπροσαρμόζεται, αν το ποσό που προκύπτει σε ευρώ, είναι μεγαλύτερο των 100.000 και μικρότερο των 1.000.000 ευρώ, στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη δεκάκις χιλιάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα τέσσαρα τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ, είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 5.000), το ποσό των 50.000.000 δρχ. αναπροσαρμόσθηκε σε 150.000 Ευρώ (και όχι σε 146.000 ή 147.000 Ευρώ), αφού το ακριβές ποσό από τη μετατροπή είναι 146.735 Ευρώ και η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη δεκάκις χιλιάδα. Η ρύθμιση αυτή είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη, αφού καθιερώνει, για την εφαρμογή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, μεγαλύτερο ποσό ωφέλειας ή ζημίας (150.000 Ευρώ αντί των 50.000.000 δραχμών ισόποσου των 146.735 Ευρώ) και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ και επί των εγκλημάτων που έχουν τελεσθεί, προ της ισχύος του νόμου 2943/2001, από την 12-9-2001. Το αναφερόμενο ποσό των 150.000 Ευρώ ή των 50.000.000 δραχμών, του οφέλους ή της ζημίας, δηλαδή των στοιχείων από τα οποία εξαρτάται η βαρύτητα του εγκλήματος και ο χαρακτηρισμός αυτού ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, υπολογίζεται προκειμένου εγκλήματος που στρέφεται κατά του Δημοσίου, τραπεζών ημεδαπής κ.λ.π. και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, στο σύνολο του και για τις μερικότερες πράξεις ή τα εγκλήματα που φέρονται τελεσθέντα προ της ισχύος του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 "για τους σεισμόπληκτους των νήσων", που Ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 του ν. 1608/50 και όχι μόνον επί σεισμόπληκτων και κατά την οποία, "οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων", το δε άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν, 1608/50, δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς, ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και 98 παρ. 3 του ΠΚ, αντίστοιχα, και ως ειδική διάταξη, κατισχύει της νεότερης ως άνω γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 298/2008). Περαιτέρω, το έγκλημα της πλαστογραφίας είναι σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος, συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Σε περίπτωση δε συνδρομής, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και των δύο τρόπων τέλεσης, υπόκεινται δύο αυτοτελή εγκλήματα που συρρέουν μεταξύ τους πραγματικά. Το έγκλημα δε της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση -απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη και τα δύο εγκλήματα, έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελούνται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι επί πλαστογραφίας, η παραπλάνηση του άλλου με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε σχέση με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, καθώς και η επιδίωξη περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου ή βλάβης του άλλου και επί απάτης, η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2042/2011 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε στο αιτιολογικό του κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων και καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και απολογίας του κατηγορουμένου) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί, διότι τα μεν πλαστογραφημένα βιβλιάρια που χρησιμοποιήθηκαν από τους φερόμενους ως συνεργούς του κατηγορουμένου δεν μπορούν να ανευρεθούν, ενώ σε σχέση με τις ανιχνεύσεις των λογαριασμών στις τερματικές μηχανές που χειριζόταν ο κατηγορούμενος, προσκομίζονται οι εκτυπώσεις των χάρτινων ημερολογίων της μηχανής 904 με ημερομηνίες 6.8.1996 και 14.8.1996, όσον δε αφορά τις λοιπές ημερομηνίες οι ανιχνεύσεις προκύπτουν από την έκθεση επιθεώρησης η οποία αναγνώσθηκε και δεν προσβλήθηκε ως πλαστή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση...Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον δράστη που εμφανίζεται ότι καταρτίσθηκε δήθεν από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπρόσθετα σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής (ΑΠ 1264/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ'227, Συμβ.ΑΠ 858/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ'322). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδ.α' της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.7 εδ.α' του Ν. 2408/1996, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται ο υπαίτιος που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Στον δράστη της πλαστογραφίας σε βάρος του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή άλλου Νομικού Προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του Π.Κ. μεταξύ των οποίων και οι Τράπεζες που εδρεύουν στη ημεδαπή αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή πραγματοποιήθηκε ή η ζημία που επήλθε ή απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (150.000 ευρώ), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και όταν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, κυρίως δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε για μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.5 του Ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ.3α του Ν. 2408/1996, για τον προσδιορισμό δε του παραπάνω ποσού, επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για την εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950 λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων κατ' άρθρο 16 παρ.2 του Ν.Δ/τος 2576/1953 (σχ. ΑΠ 945/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ' 607, ΑΠ 64/2006 Ποιν.Νμλγ. ΑΠ 2006/38). Σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1, 3 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση ... Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών 1)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 €)". Κατά το άρθρο 13 περ.στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη προς πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ερμηνευτικά ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτείται η επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της ως αναγκαίο μέσον και αποκλειστικό αποτέλεσμα της δολίως, ως παραγωγού αιτίας, παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, αποβλέποντος να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών. Η επιβαρυντική συνδρομή της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης υπάρχει επί επανειλημμένης τέλεσης αυτής, όπως επί πραγματώσεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο δράστη της απάτης εφόσον στρέφεται κατά του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή κατά άλλου Νομικού Προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο τελευταίος ή η ζημία που προκλήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (15.000 €) επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο δράστης εξακολούθησε επί μακρόν χρόνον την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης (Συμβ.ΑΠ 1384/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ'619, ΑΠ 828/1999 Ποιν.Χρ. Ν'351). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 216, 386 ΠΚ προκύπτει ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης συρρέουν αληθώς (πραγματικά) μεταξύ τους και καμία από αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, καθόσον κάθε μία είναι αυτοτελής, στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία συστατικό της άλλης ή επιβαρυντική περίσταση, ούτε και αναγκαίο μέτρο διάπραξης αυτής (ΑΠ 911/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ'418). Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ.1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β' του άρθρου 46 ΠΚ, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ελαττωμένη ποινή (άρθρο 83). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ηθική, θετική ή αποθετική, η οποία χωρίς να είναι άμεση παρέχεται στον αυτουργό με γνώση έστω και με την έννοια της αμφιβολίας της τέλεσης από αυτόν ορισμένης αξιόποινης πράξης και με τη θέληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση αυτής είτε πριν είτε κατά την εκτέλεσή της (ΑΠ 1280/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ'233). Η συμμετοχή με τη μορφή της απλής συνέργειας σε απάτη σε βάρος των αναφερομένων στο άρθρο 263 Α του ΠΚ Τραπεζών αν το όφελός που επιδιώχθηκε ή πραγματοποιήθηκε ή η ζημία που επήλθε ή απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, καθόσον το στοιχείο που επιτείνει την κύρωση ανάγεται στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν αποτελεί ειδική σχέση ή ιδιότητα του δράστη (σχετ. Εφ.Πατρ.256/2008 αδημ.). Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση τέλεσης ορισμένης αξιόποινης πράξης και τη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση του εγκλήματος και δεν απαιτείται να επιδιώκει και αυτός ίδιο περιουσιακό όφελος (σχ. ΑΠ 611/2006, ΑΠ 159/2006, Εφ.ΑΘ 1649/1998 Ποιν.Χρ. ΜΘ'949, Εφ.Πατρ. ο.π.). Στην προκείμενη υπόθεση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, την χωρίς όρκο κατάθεση του εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Ε. Γ. από το έτος 1991 εργαζόταν ως υπάλληλος στην εγκαλούσα Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΚΤΕ) Α.Ε. και στο κατάστημα αυτής επί της Λεωφόρου Μεσογείων Αθηνών, στη Διεύθυνση Εξυπηρετήσεως Δανείων (Τμήμα Εμπλοκών και Καθυστερήσεων Δανείων). Ήταν πτυχιούχος τεχνικός Ηλεκτρονικών Εφαρμογών της Σ.Ε.Τ.ΤΗΛ. και είχε άριστες και εξειδικευμένες γνώσεις πληροφορικής, γι' αυτό και μπορούσε να χειριστεί κάθε μορφής ηλεκτρονικό υπολογιστή. Εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του αυτές, κατά τα μέσα Ιουλίου 1996, ήλθε σε συνεργασία με άλλα άγνωστα άτομα και κατέστρωσαν σχέδιο για την ανάληψη μεγάλων χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς μεγαλοκαταθετών που τηρούνταν στην Τράπεζα, με την κατάρτιση πλαστών βιβλιαρίων. Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.1996 μέχρι 18.9.1996, αφού έλαβε, χωρίς να τα εκτυπώσει, πληροφοριακά στοιχεία για 2.604 τραπεζικούς λογαριασμούς καταθετών από ανίχνευση πεδίου λογαριασμών καταθέσεων από τις οθόνες των με αριθμούς 901 έως και 904 τερματικών μηχανών που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν στην άνω Υπηρεσία Εμπλοκών και Καθυστερήσεων Δανείων, όπου υπηρετούσε, σχημάτισε κατάσταση με αριθμούς λογαριασμών καταθέσεων, κατά τέτοιο τρόπο που ήταν αδύνατο να γίνει αντιληπτή από κάποιον συνάδελφό του. Ακολούθως, εντόπισε κάποιους λογαριασμούς με μεγάλο χρηματικό υπόλοιπο και αφού προμηθεύθηκε από συναδέλφους του, υπαλλήλους tellers λευκά βιβλιάρια καταθέσεων, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι αυτά δεν ήταν αριθμημένα, κατήρτισε εξ υπαρχής, δηλαδή εκτύπωσε και ενημέρωσε συνολικά εννέα (9) πλαστά βιβλιάρια με πλήρη στοιχεία και τα στοιχεία των δικαιούχων των τραπεζικών λογαριασμών, εμφανίζοντας έτσι το περιεχόμενο των βιβλιαρίων ως δήθεν προερχόμενο από την Τράπεζα και συγκεκριμένα εκτύπωσε και ενημέρωσε τα παρακάτω βιβλιάρια χωρίς να έχει καμία αρμοδιότητα για την έκδοση και ενημέρωση αυτών, εμφανίζοντας το περιεχόμενό τους ως δήθεν προερχόμενο από την Τράπεζα και επιχειρώντας να εκφράσει τη δήθεν βούλησή της και μάλιστα με την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών έκδοσης βιβλιαρίων και ακολούθως έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας αυτά στους συγκατηγορουμένους του Δ. Μ., Α. Ζ., καθώς και σε άλλα άγνωστα άτομα, τα οποία έκαναν χρήση αυτών. Ειδικότερα στις 13.8.1996 είχε εμφανίσει στην αντίστοιχη σελίδα της υπ' αριθμό 904 τερματικής μηχανής 45 πληροφοριακά των λογαριασμών καταθέσεων από ... μέχρι και ..., μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ο κοινός λογαριασμός Α. Μ. κ.λπ. με αριθμό ... . Επίσης στις 14.8.1996 μέσω της ίδιας τερματικής μηχανής εμφάνισε πληροφοριακά των κοινών λογαριασμών: 1)... των δικαιούχων Φ.Κ. κ.λπ., 2)... των δικαιούχων Λ. Μ. κ.λπ., 3)... των δικαιούχων Ε.Μ. κ.λπ. 4)... των δικαιούχων Ι.Π. κ.λπ., 5)... των δικαιούχων Δ.Α. κ.λπ., 6)... των δικαιούχων Η. κ.λ.π, Στις 26.8.1996 στην παραπάνω τερματική μηχανή εμφάνισε πληροφοριακά στοιχεία του λογαριασμού ... του καταθέτη δικαιούχου Π. Τ. και στις 28.8.1996 εμφάνισε στην ίδια τερματική μηχανή πληροφοριακά στοιχεία του λογαριασμού ... του καταθέτη Ο.Κ.. Με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών βιβλιαρίων του αρμόδιους υπαλλήλους της εγκαλούσας Τράπεζας για τη γνησιότητα αυτών, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του και στους παραπάνω συνεργούς του παράνομο περιουσιακό όφελος με την ανάληψη από τα υποκ/ματα της ΕΚΤΕ του ποσού των 204.150.000 δραχμών ή 599.119,59 ευρώ, με αντίστοιχη ισόποση ζημία της ΕΚΤΕ που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και με την απόπειρα ανάληψης και του ποσού των 59.979.095 δραχμών ή 176.020,7 ευρώ, το οποίο δεν ανέλαβαν από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα. Οι ως άνω Δ. Μ. και Α. Ζ. και τα λοιπά άγνωστα πρόσωπα που ενεργούσαν φαινομενικά για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα όμως από κοινού με τον κατηγορούμενο Ε. Γ., προσήλθαν από 5.8.1996 μέχρι 4.10.1996, σε υποκαταστήματα της εγκαλούσας Τράπεζας και αφού επέδειξαν τα πλαστά βιβλιάρια που είχε καταρτίσει ο Ε. Γ. και πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητος, εξαπάτησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους ότι πρόκειται για τους παρακάτω πραγματικούς συνδικαιούχους των λογαριασμών και ανέλαβαν, κατά τον περιγραφόμενο στο διατακτικό τρόπο: 1) στις 19.8.1996 από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό του Α. Μ. και Β. συζ. Α. Μ. που τηρείται στο υποκ/μα Λαμίας 60.800.000 δραχμές, 2) στις 30.8.1996 από τον ως άνω κοινό λογαριασμό Π. Τ., Σ. συζ. Π.Τ. και Ι. Τ. που τηρείται στο υποκ/μα Μεγάρων το ποσό των 72.500.000 δραχμών, 3) στις 5.8.1996 από τον τηρούμενο στο κεντρικό κατάστημα της ΕΚΤΕ κοινό λογαριασμό Ε. Κ. και Κ. Κ. με αριθμό ..., το ποσό των 8.500.000 δραχμών, 4) στις 6.8.1996 από τον ίδιο κοινό λογαριασμό Ε. Κ. το ποσό των 60.850.000 δραχμών, καθώς και το ποσό των 100.000 δραχμών και 5) στις 7.8.1996 από τον αυτόν κοινό λογαριασμό Ε. Κ. και από το υποκ/μα Πειραιά το ποσό των 1.300.000 δραχμών, ήτοι συνολικά ανέλαβαν το ποσό των 204.150.000 δραχμών ή 599.119,59 ευρώ. Περαιτέρω, στις 4.10.1996 ο Δ. Μ., ο οποίος ενεργούσε φαινομενικά για τον εαυτό του, στην πραγματικότητα όμως από κοινού με τους άλλους συγκατηγορουμένους του και με τον Ε. Γ., εμφανίστηκε στο υποκ/μα της ΕΚΤΕ Τζιτζιφιών και επέδειξε το πλαστό βιβλιάριο με πλήρη στοιχεία του παραπάνω κοινού λογαριασμού Φ. Κ. κ.λπ. το οποίο είχε καταρτίσει ο Ε. Γ. και ζήτησε από τον αρμόδιο υπάλληλο (teller) να καταθέσει το ποσό των 100.000 δραχμών και να του εκδώσει πληροφοριακό για τις τελευταίες κινήσεις του λογαριασμού με χρηματικό υπόλοιπο 38.604.443 δραχμών. Ο αρμόδιος υπάλληλος εκτύπωσε πληροφοριακό 18 κινήσεων και το παρέδωσε στον Δ. Μ., πλην όμως όταν του ζήτησε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητος, ο Δ. Μ. απομακρύνθηκε, χωρίς να πραγματοποιήσει τη συναλλαγή για την οποία δήθεν είχε προσέλθει. Ο ίδιος ο Δ. Μ. στις 3.10.1996 εμφανίστηκε στο υποκ/μα της ΕΚΤΕ στον Πειραιά και δηλώνοντας ότι ονομάζεται Ι. Η., ζήτησε και ανοίχθηκε στο όνομα αυτό ο υπ' αριθμό ... ατομικός λογαριασμός, στον οποίο κατέθεσε 100.000 δραχμές. Επίσης την ίδια ημέρα ο Δ. Μ. προσήλθε στο υποκ/μα Νίκαιας της ΕΚΤΕ και κατέθεσε στον παραπάνω λογαριασμό 100.000 δραχμές επί πλέον. Στον Δ. Μ. ο κατηγορούμενος Ε. Γ. είχε παραδώσει το πλαστό βιβλιάριο που είχε καταρτίσει με τα στοιχεία του ανωτέρω κοινού λογαριασμού των συνδικαιούχων Ι. Η. και Ε. Η., πλην όμως ο Δ. Μ. δεν το χρησιμοποίησε, διότι είχε γίνει αντιληπτό από τους υπαλλήλους του υποκ/τος ότι επρόκειτο να προβεί σε ανάληψη του υπολοίπου του λογαριασμού από 21.374.652 δραχμών, προέβη δε στην κατάθεση των παραπάνω ποσών, καθώς και του ποσού των 200.000 δραχμών στις 4.10.1996, αποσκοπώντας να πληροφορηθεί το υπόλοιπο του παραπάνω λογαριασμού, προκειμένου στη συνέχεια να το αναλάβει, πλην όμως από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, δεν πέτυχε το σκοπό του, διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι είχαν ήδη πληροφορηθεί ότι δεν είναι ο πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού. Με τις πιο πάνω πράξεις του και ειδικότερα με την έκδοση των πλαστών βιβλιαρίων και την παράδοση αυτών στους συγκατηγορουμένους του, ο Ε. Γ. παρέσχε απλή συνδρομή σε αυτούς πριν και κατά τη διάρκεια της τέλεσης από τους τελευταίους ως αυτουργούς της πράξης της απάτης σε βάρος της εγκαλούσας Τράπεζας, γνωρίζοντας ότι και αυτοί, όπως και ο ίδιος, είχαν σκοπό να εξαπατήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΚΤΕ και να προσπορίσουν στον εαυτό τους και στους συγκατηγορουμένους τους παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο ανέρχεται αφενός στο ως άνω ποσό των 204.150.000 δραχμών ή 599.119,59 ευρώ, το οποίο εισπράχθηκε, με αντίστοιχη ισόποση βλάβη της ΕΚΤΕ (νομικό πρόσωπο του άρθρου 263 ΠΚ), η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους δικαιούχους των παραπάνω λογαριασμών τα αναληφθέντα παρανόμως ποσά και να υποστεί ζημία ιδιαίτερης μεγάλης αξίας και αφετέρου στο ποσό των 59.979.095 (38.604.443 + 21.374.652) δραχμών ή 176.020,7 ευρώ, μέχρι του οποίου απειλήθηκε σε βάρος της ίδιας Τράπεζας ζημία ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, η οποία όμως δεν επήλθε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως των κατηγορουμένων και ειδικότερα διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι αντιλήφθηκαν τις παράνομες ενέργειές τους και δεν τους έδωσαν πληροφορίες, ούτε τους κατέβαλαν το παραπάνω ποσό. Τη συνδρομή του στην πράξη της απάτης (τετελεσμένης και σε απόπειρα) σε βάρος της εγκαλούσας Τράπεζας ο κατηγορούμενος παρέσχε επανειλημμένα κατά το άνω διάστημα με την κατάρτιση των πλαστών βιβλιαρίων, ήτοι κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης αυτής, το σχεδιασμό, τον τρόπο εκτελέσεως και την επανειλημμένη τέλεση, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ο κατηγορούμενος αρνείται τις πράξεις που του αποδίδονται και ισχυρίζεται ότι χρήση των τερματικών μηχανών έκαναν και άλλοι υπάλληλοι του τμήματος Εμπλοκών και Καθυστερήσεων και όχι μόνο αυτός και επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι στην ανίχνευση των παραπάνω λογαριασμών και στην εκτύπωση των βιβλιαρίων προέβαινε μόνο αυτός. Όμως και ανεξάρτητα του ότι οι άλλοι υπάλληλοι δεν είχαν τις εξειδικευμένες γνώσεις που είχε ο ίδιος, δεν δίνει πειστικές εξηγήσεις για την κατάσταση με τους λογαριασμούς των καταθετών της Τράπεζας, μεταξύ των οποίων και ο άνω λογαριασμός Φ.Κ. που βρέθηκε αποθηκευμένη στον προσωπικό υπολογιστή (P.C.) της Υπηρεσίας του και σε προσωπικό του αρχείο με στοιχεία LOG.DOG, ανάμεσα σε ιδιωτικής φύσεως έγγραφα και βιογραφικά του σημειώματα. Τον υπολογιστή αυτόν (P.C.) τον χειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος λόγω των άριστων γνώσεών του σε θέματα πληροφορικής και ειδικά σε θέματα προσωπικών υπολογιστών και τον άνοιγε με κωδικό πρόσβασης που γνώριζε μόνο αυτός. Επίσης δεν δίνει πειστικές εξηγήσεις γιατί δεν γίνονται ανιχνεύσεις λογαριασμών στις ανωτέρω τερματικές μηχανές κατά τον χρόνο που αυτός απουσίαζε με άδεια Υπηρεσίας του από 2.9.1996 μέχρι 13.9.1996, με μόνη εξαίρεση στις 4.9.1996, όταν, καίτοι αδειούχος, προσέρχεται στην Υπηρεσία για δικούς του λόγους (βλ. κυρίως την κατάθεση της προϊσταμένης του τμήματος Μ. Σ.), οπότε την εν λόγω ημερομηνία (4.9.1996) και ώρα 10.20' δηλαδή την ώρα που αυτός προσήλθε στην Υπηρεσία, ανιχνεύονται από την 904 τερματική μηχανή, πληροφοριακά στοιχεία των λογαριασμών Π. Τ. και Ό. Κ.. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύονται από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των Χ. Μ., Θ. Π., Α. Κ., Γ. Ζ. και Μ. Σ., οι οποίοι ως επιθεωρητές της ΕΚΤΕ οι τέσσερις πρώτοι και ως Προϊσταμένη του Τμήματος που υπηρετούσε ο κατηγορούμενος η τελευταία καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως ενισχύονται από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και ιδίως η 4-154/1997 έκθεση επιθεώρησης της Κτηματικής Τράπεζας, η κατάσταση λογαριασμών καταθετών Τράπεζας, οι από 5 και 6.8.1996 εκτυπώσεις χάρτινων ημερολογίων μηχανών 902,903 και 904. Πρέπει συνεπώς ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος: 1) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση σε βάρος της ΕΚΤΕ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, 2) απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε τετελεσμένη απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος της ΕΚΤΕ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη (ΑΠ 321/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ'124) και 3) απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε απόπειρα απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος της ΕΚΤΕ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη, με τα ελαφρυντικά: α) του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ) που του χορηγήθηκε με την πρωτοβάθμια εκκληθείσα απόφαση και β) της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ), καθόσον όπως προκύπτει από τα μνημονευόμενα στην αρχή της παρούσας αποδεικτικά στοιχεία αυτός για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του συμπεριφέρθηκε καλά, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Απορριφθούν δε οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του: 1) περί φαινομένης συρροής - απορρόφησης της εν απόπειρα και τετελεσμένης απάτης από την πλαστογραφία, αφού τα πραγματικά περιστατικά της εν απόπειρα και τετελεσμένης απάτης δεν ταυτίζονται με εκείνα της πλαστογραφίας και 2)περί μη συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων του Ν. 1608/1950, αφού οι πράξεις του κατηγορουμένου τελέστηκαν σε βάρος Τράπεζας που είχε την έδρα της στην Ελλάδα και η ζημία που προξενήθηκε και απειλήθηκε σ' αυτή υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 599.119,59 ευρώ και των 59.979.095 δραχμών ή 176.020,7 ευρώ που θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλη, ενόψει και του χρόνου (1996) που η ζημία αυτή επήλθε, αλλά και περαιτέρω, διότι ο κατηγορούμενος εξακολούθησε επί μακρό χρονικό διάστημα την εγκληματική του δράση, η οποία είναι άγνωστο για πόσο ακόμη χρόνο θα συνεχιζόταν, εάν δεν γινόταν αντιληπτή (η δράση του) από τους επιθεωρητές της Τράπεζας. Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα α)πλαστογραφίας μετά χρήσεως με πορισμό οφέλους κατ' εξακολούθηση σε βάρος της ΕΚΤΕ με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του Ν. 1608/1950, β)απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε τετελεσμένη απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος της ΕΚΤΕ με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του Ν. 1608/1950 και γ)απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε απόπειρα απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος της ΕΚΤΕ με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του Ν. 1608/1950 και με τα ελαφρυντικά του 84 παρ.2α και 84 παρ.2ε Π.Κ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω, σε βαθμό κακουργήματος, δύο εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 περ.γ' , στ., 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 3, 263 Α, 386 παρ.1, 3 ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες διατάξεις, όπως ίσχυαν και ισχύουν, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Π.Κ. σε σχέση με τον παραπάνω χρόνο τελέσεως των πράξεων κατά τα προαναφερθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι ο νόμος 1608/1950 έχει καταργηθεί με την εισαγωγή του Ποινικού Κώδικος (1-1-1951) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τον συνδυασμό των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 460 και 473 Π.Κ. προκύπτει, ότι από την εισαγωγή του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα (1-1-1951) καταργείται ο Ποινικός νόμος που ίσχυε μέχρι τότε και οι ειδικοί ποινικοί νόμοι που ρητά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 473 Π.Κ., στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο Α.Ν. 1608/1950. Άλλωστε με το νόμο αυτό (1608/1950) δεν ρυθμίζονται με ιδιαίτερο τρόπο τα αναφερόμενα σ' αυτόν εγκλήματα, αλλά προβλέπονται επιβαρυντικές περιπτώσεις εφόσον τα αδικήματα στρέφονται κατά του Δημοσίου "Νόμος περί Καταχραστών του Δημοσίου" και όπως επεκτάθηκε και επί των ημεδαπών Τραπεζών, έστω και αν δεν ανήκουν στο Δημόσιο αποκλειστικά ή κατά πλειοψηφία. Περαιτέρω αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες - έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δύο εγκλημάτων α)της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και β)της απλής συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Ε.Κ.Τ.Ε., που εδρεύει στην ημεδαπή με τη συνδρομή δηλ. της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950 για τους "καταχραστές του Δημοσίου" όπως ίσχυε κατά τον άνω χρόνο (1996) τελέσεως της πράξεως με συνολική ζημία άνω των 150.000 ευρώ, για τις οποίες δύο αυτές κακουργηματικές πράξεις συρρέουσες αληθώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Επίσης περαιτέρω αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων έδρασε στην τέλεση των παραπάνω πράξεων τόσο της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με σκοπό οφέλους σε βαθμό κακουργήματος όσο και της απλής συνέργειας σε απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δεχθέν ότι από την επανειλημμένη τέλεση της προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εκ του γεγονότος δε ότι συρρέουν αληθώς η απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η πλαστογραφία με σκοπό περιουσιακού οφέλους συνάγεται ότι δεν υπάρχει διπλή αξιολόγηση του στοιχείου "σκοπός περιουσιακού οφέλους" τη μία φορά ως επιβαρυντικό στοιχείο της πλαστογραφίας και τη δεύτερη φορά ως στοιχείο της "υποδομής" που θεμελιώνει την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα απάτης, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού για τη στοιχειοθέτηση της κατ' επάγγελμα απάτης απαιτείται και πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει όσον αφορά το δόλο, τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας συνιστάμενο στην λήψη από 15-7-1996 μέχρι 18-9-1996 χωρίς να τα εκτυπώσει πληροφοριακών στοιχείων για 2604 τραπεζικούς λογαριασμούς καταθετών από ανίχνευση πεδίου λογαριασμών καταθέσεων από τις οθόνες των με αριθμούς 901 έως 907 τερματικών μηχανών, που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν στην άνω Υπηρεσία εμπλοκών και καθυστερήσεων, όπου υπηρετούσε, σχημάτισε κατάσταση με αριθμούς λογαριασμών καταθέσεων κατά τέτοιο τρόπο που ήταν αδύνατο να γίνει αντιληπτό, από τους συναδέλφους του και αφού προμηθεύτηκε από συναδέλφους του λευκά βιβλιάρια καταθέσεων, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν ήταν αριθμημένα κατάρτισε εξ υπαρχής, δηλαδή εκτύπωσε και ενημέρωσε συνολικά εννέα πλαστά βιβλιάρια με πλήρη στοιχεία και τα στοιχεία των δικαιούχων των τραπεζικών λογαριασμών εμφανίζοντας έτσι το περιεχόμενο των βιβλιαρίων, ως δήθεν προερχόμενο από την Τράπεζα και συγκεκριμένα εκτύπωσε τα βιβλιάρια χωρίς να έχει καμία αρμοδιότητα και ακολούθως παρέδωσε αυτά σε τρίτους, οι οποίοι έκαναν χρήση αυτών και με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να παραπλανήσει με την χρήση των πλαστών βιβλιαρίων τους αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσας Τράπεζας την γνησιότητα αυτών, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του και στους τρίτους συνεργούς του παράνομο περιουσιακό όφελος, με την ανάληψη από τα υποκαταστήματα της ΕΚΤΕ του ποσού των 204.150.000 δρχ. ή 599.119,59 ευρώ με αντίστοιχη ισόποση ζημία της ΕΚΤΕ που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σχετίζεται με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του Ν. 1608/1950 και δεν συνδέεται με τις οικονομικές δυνατότητες των μερών. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η παραπάνω παράνομη συμπεριφορά του δεν συνιστά το αδίκημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας, αλλά εκείνο του άρθρου 370 Α του Π.Κ. δηλ. της παραβίασης του απορρήτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα τα τραπεζικά βιβλιάρια αποτελούν ως έγγραφα αντικείμενο πλαστογραφίας αφού είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγουν με την χρήση τους έννομες συνέπειες δηλ. μπορούν αντικειμενικά με την χρήση τους να παραπλανήσουν άλλο για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακόμη και αν οι συνέπειες αυτές δεν σχετίζονται με το σχέδιο του δράστη. Δηλ. τα τραπεζικά βιβλιάρια αντικειμενικά είναι ικανά να αποδείξουν έναντι οποιουδήποτε προσώπου, ότι τα αναφερόμενα σε αυτά είναι αληθινά και δεν είναι αναγκαίο να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο προς απόδειξη του γεγονότος για το οποίο προορίζονται από τον εκδότη τους, αλλά αρκεί να μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη σημαντικού γεγονότος δυναμένου να έχει έννομες συνέπειες. Τα πλαστά τραπεζικά βιβλιάρια τα οποία είχε εκτυπώσει και παραδώσει σε τρίτα γνωστά και άγνωστα άτομα ο αναιρεσείων είναι κατά την έννοια του άρθρου 13γ ΠΚ έγγραφα ικανά πλαστογραφίας και κατά συνέπεια προσκομιζόμενα στους υπαλλήλους της Τράπεζας από τους φερομένους ως νομίμους κατόχους είναι δυνατόν να οδηγήσουν στη κίνηση του αναφερομένου σ' αυτό λογαριασμούς, και να γίνουν αναλήψεις χρημάτων. Περαιτέρω αιτιολογείται επαρκώς και ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε απάτη συνιστάμενος στην παραπλάνηση των υπαλλήλων των οργάνων της Τράπεζας με την παράδοση των πλαστών βιβλιαρίων και την παράσταση αυτών ως αληθών. Η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι μεταξύ της πλαστογραφίας και της απάτης υπάρχει φαινόμενη συρροή και κατά συνέπεια η απάτη απορροφάται από την πλαστογραφία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα κατά πάγια νομολογία μεταξύ των εγκλημάτων της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης υφίσταται αληθινή συρροή και δεν απορροφάται το ένα έγκλημα από το άλλο, δεδομένου ότι καθένα είναι αυτοτελές εφόσον η αντικειμενική του υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική της άλλης ούτε το αναγκαίο μέσο διάπραξής της. Όσον αφορά την απόπειρα απάτης κατ' αρχήν η απόπειρα απάτης και η πλαστογραφία με χρήση δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από την χρήση πλαστού με την προϋπόθεση ότι τα παρασταθέντα για την απάτη ψευδή γεγονότα ως αληθινά ταυτίζονται με εκείνα που συγκροτούν την χρήση πλαστού, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εδώ, καθόσον τα περιστατικά της απόπειρας απάτης, είναι διαφορετικά από εκείνα της χρήσης πλαστού, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω και όπως καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και κατά συνέπεια ορθώς το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η απόπειρα απάτης είναι αυτοτελές έγκλημα και επέβαλε ξεχωριστή ποινή. Η αιτίαση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση το άρθρο 47 παρ.1 Π.Κ. περί απλής συνέργειας στο έγκλημα της απάτης αφού δεν προέκυψαν περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν το έγκλημα αυτό. Η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή του αναιρεσείοντος που κατ' αποτέλεσμα συνέβαλε ώστε ο αυτουργός να ξεπεράσει κάποια δυσκολία, στην εκτέλεση της κυρίας πράξης. Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρως αιτιολογημένα ανέφερε τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα της απλής συνέργειας σε απάτη, δηλ. ανέφερε τις ενέργειες που προέβη ο αναιρεσείων πριν την τέλεση της κυρίας πράξης της απάτης. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και οι συναφείς λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τους οποίους ιδιαίτερα προβάλλονται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 43 στοιχ.γ' Π.Κ. έγγραφο είναι κατ' αρχήν α)το γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει που έχει έννομη σημασία και β)το σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Εξάλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνο του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.Δ του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ λόγο ακυρότητας, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στη προκειμένη περίπτωση με σχετικούς λόγους του δικογράφου της αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί της ενοχής του έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και συγκεκριμένα από τη στήλη των αναγνωσθέντων εγγράφων στο ακροατήριο, την υπ' αριθμ.4-154/1997 έκθεση επιθεώρησης της Κτηματικής Τράπεζας, η οποία ήταν απολύτως άκυρη διότι δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις που αφορούν την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών αλλά και του παραπάνω εγγράφου, δεν πρόκειται περί πραγματογνωμοσύνης η οποία να διατάχθηκε από αρμόδια όργανα - ανακριτικές - προανακριτικές αρχές ή το Δικαστήριο, αλλά είναι μία απλή έκθεση επιθεώρησης των επιθεωρητών της Τράπεζας Α.Κ. - Θ.Π. η οποία έγινε από την Τράπεζα στα πλαίσια ελέγχου αυτής και δεν είναι πραγματογνωμοσύνη. Το έγγραφο αυτό καλώς αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο και λήφθηκε υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως αυτού περί της ενοχής του κατηγορουμένου, και αφού με την ανάγνωσή του στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστη γνωστό το εν λόγω έγγραφο κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό του, χωρίς να παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Επομένως ορθώς έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας το ως άνω έγγραφο οι δε σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής του λήφθηκε υπόψη τον εν λόγω έγγραφο πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ.2, 171 και 176 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν ή απορρίφθηκαν από το Δικαστικό Συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σχετικούς λόγους των προσθέτων λόγων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας διότι τόσο η διενεργηθείσα προανάκριση όσο και η κυρία ανάκριση πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα. Όμως οι επικαλούμενες πλημμέλειες αυτές που αφορούν την προδικασία προτείνονται στο παρόν στάδιο απαραδέκτως, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα πιο πάνω οι πλημμέλειες που αφορούν την προδικασία προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο διαφορετικά καλύπτονται. Επομένως οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 352 ΚΠΔ προβλέπεται ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις που είναι αναγκαίες για τη διαμόρφωση της κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ δικανικής πεποιθήσεως μπορεί να αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 352 ΚΠΔ. Στη δικαστηριακή ορολογία έχει επικρατήσει ειδικότερα για τη περίπτωση αυτή ο όρος "αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις". Η παρούσα διάταξη αναφέρεται σε κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε αυτό είναι μάρτυρες, είτε έγγραφα, πραγματογνωμοσύνες κ.λπ. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατόπιν αιτήματος των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Δικαστήριο της ουσίας το αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, όσον αφορά τα πλαστογραφημένα βιβλιάρια προκειμένου να διαπιστωθεί από ποιο τερματικό εκδόθηκαν αυτά. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα για πραγματογνωμοσύνη πρέπει ν' απορριφθεί, διότι τα μεν πλαστογραφημένα βιβλιάρια που χρησιμοποιήθηκαν από τους φερόμενους ως συνεργούς του κατηγορουμένου δεν μπορούν να ανευρεθούν, ενώ σε σχέση με τις ανιχνεύσεις των λογαριασμών στις τερματικές μηχανές που χειριζόταν ο κατηγορούμενος προσκομίζονται οι εκτυπώσεις των χάρτινων ημερολογίων της μηχανής 904 με ημερομηνίες 6-8-1996 και 14-8-1996, όσον δε αφορά τις λοιπές ημερομηνίες οι ανιχνεύσεις προκύπτουν από την έκθεση επιθεώρησης η οποία αναγνώσθηκε και δεν προσβλήθηκε ως πλαστή". Η απόρριψη του αιτήματος για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης είναι επαρκώς αιτιολογημένη από την προσβαλλόμενη απόφαση και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως πλήρους αιτιολογίας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εκείνους δηλ. που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλ. τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σχετικούς λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων αιτιάται την προσβαλλόμενη απάντηση, διότι παρά το νόμο δεν απάντησε σε ισχυρισμούς που υπέβαλε προς το Δικαστήριο κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, όπως ότι το ανακριτικό υλικό δεν είναι επαρκές, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι διέπραξε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και δεν είναι αυτοτελείς με την έννοια που αναλύθηκε παραπάνω και κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Επομένως οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 375 ΚΠΔ "σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από μήνα ή αφορούν κακούργημα το κάθε δικαστήριο μπορεί να διατάξει την διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά. Στο χρόνο της διακοπής της δίκης συνυπολογίζονται οι ημέρες κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν συνεδριάζει, λόγω αργιών, απεργιών, αποχής ή ανωτέρας βίας". Με την παρούσα ρύθμιση παρέχεται η δυνατότητα στο Εφετείο για κατ' επανάληψη διακοπή της δίκης. Με το άρθρο αυτό προκρίθηκε για λόγους επιτάχυνσης της διαδικασίας η διακοπή της δίκης από την αναβολή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών η εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως είχε προσδιορισθεί για την 1-6-2011 στο Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, οπότε και εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η διαδικασία και διεκόπη η εκδίκαση αυτής λόγω παρελθούσης της ώρας για 22-6-2011 οπότε συνεχίσθηκε η διαδικασία και διεκόπη για τις 27-6-2011 οπότε περατώθηκε η εκδίκαση με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με σχετικό πρόσθετο λόγο απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι παρά το νόμο η διαδικασία διεκόπη 2 φορές και ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματά του, λόγω του ότι μεταξύ των διακοπών της δίκης παρενεβλήθη η εκδίκαση άλλων υποθέσεων με αποτέλεσμα το δικαστήριο της ουσίας να μην διατηρεί τον ειρμό των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα στο ακροατήριο μεταξύ της προηγούμενης και της επόμενης συνεδριάσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω το δικαστήριο, εφόσον πρόκειται για κακούργημα μπορεί να διακόψει μέχρι ένα μήνα και όχι μόνο μία φορά, και δεν παραβιάζονται με τον τρόπο αυτό τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση εκδόθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και παραβιάζεται έτσι το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι η διαδικασία στο ακροατήριο διεξήχθη νόμιμα και η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως και προσθέτους λόγους με τους οποίους πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-7-2011 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και τους από 7-9-2012 πρόσθετους λόγους, του Ε. Γ. ή Γ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.2042/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στα έξοδα της πολιτικής αγωγής από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ