Αριθμός 838/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Γραμμένου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ο. Λ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Δημητούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 460/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 476/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου τον εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του βδ 16/18.7. 1920.?Περαιτέρω, με το άρθρο 1 διευκρινίζεται ότι σκοπός του πδ 178/2002 είναι η συμμόρφωση προς την Οδηγία 2001/23, η οποία κωδικοποίησε τις οδηγίες 77/187 και 98/50 και αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου πδ, το οποίο διατηρεί την ίδια ακριβώς με την Οδηγία διατύπωση "οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη η δε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ' ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β'). Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κ.λπ. (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία της Οδηγίας του όρου της μεταβίβασης γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ευρύ τρόπο, δηλαδή με τρόπο που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί. Έτσι, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμετάλλευσης της επιχείρησης και το οποίο αναλαμβάνει συμβατικώς τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της επιχείρησης. Επομένως, για να έχει εφαρμογή η οδηγία 2001/23, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν απευθείας συμβατικές σχέσεις μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του προς ον δεδομένου ότι η μεταβίβαση μπορεί να γίνει με την παρεμβολή τρίτου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1996, Merckx και Neuhuys, C-171/94 και C-172/94, σκέψεις 28 και 30, C-340/01, σκέψη 39), όπως συμβαίνει μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις οποίες ανατέθηκε διαδοχικά η εκτέλεση του ίδιου έργου(ΔΕΕ , C-200/2016, σκέψη 23). Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι εμπίπτει στην έννοια της μεταβίβασης η περίπτωση που ένας φορέας έχει αναθέσει με σύμβαση σε μια επιχείρηση την παροχή επισιτιστικών υπηρεσιών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη του οποίου αναθέτει τις ίδιες υπηρεσίες σε άλλη επιχείρηση (ΔΕΚ C-340/01, σκέψη 3,κατά την εφαρμογή της Οδηγίας 98/50/ΕΚ). Στην περίπτωση αυτή ιδιαίτερη σημασία έχει για τη διαπίστωση ότι η νέα η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της, πλην των κριτηρίων της μεταβίβασης ή μη τη πελατείας, του βαθμού ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και της διάρκειας της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019), η μεταβίβαση των υλικών στοιχείων και η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από το νέο επιχειρηματία. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης και, επομένως, δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεμονωμένα (ΔΕΕ C-509/14, σκέψη 32 με την εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΑΠ 1150/2021). Και τούτο επειδή η απλή απώλεια σύμβασης παροχής υπηρεσιών προς όφελος ανταγωνιστή δεν αποδεικνύει, αυτή καθαυτή, την ύπαρξη μεταβίβασης επιχείρησης ή εγκατάστασης κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23 (ΔΕΕ C - 13/95, σκέψη 16). Στην περίπτωση όμως που η νέα επιχείρηση έχει αναλάβει σημαντικό μέρος του εξοπλισμού της προηγούμενης και έχει εκφράσει την πρόθεση να αναλάβει το προσωπικό της παλαιάς, τότε συντρέχει περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως (πρβλ ΔΕΕ C-340/01). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του πδ 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κ.λπ. και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του βδ της 16/18.7.1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κ.λπ. (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λπ., για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του πδ 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν' αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του πδ 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β'). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λπ. οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ' αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται). Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κ.λπ. επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018· 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης. Το δικόγραφο της αγωγής πάσχει από ποσοτική αοριστία όταν δεν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή από ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1150/2021, 449/2019).? Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 15.6.2017 αγωγής στα πλαίσια έρευνας του αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε στην αγωγή της ότι την 17.11.2011 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία "...", αντικείμενο της οποίας ήταν η εκμετάλλευση του εστιατορίου και των δυο κυλικείων της Βουλής. Ότι οι κύριοι και βοηθητικοί χώροι του εστιατορίου που βρίσκεται στον ημιώροφο του μεγάρου της Βουλής καταλαμβάνουν επιφάνεια 405 τ.μ., του κυλικείου του ισογείου καταλαμβάνουν οι δυο αίθουσες αυτού επιφάνεια 96,38 και 63 τ.μ., αντίστοιχα, η αποθήκη του 12,70 τ.μ. και το παρασκευαστήριο 28,61 τ.μ. και ο χώρος του κυλικείου του δευτέρου ορόφου επιφάνεια 43 τ.μ. Ότι η επιχείρηση απασχολεί προσωπικό όλων των ειδικοτήτων αποτελούμενο από 24 εργαζομένους κατ' ελάχιστον και διαθέτει τον αναγκαίο εξοπλισμό αποτελούμενο από τραπεζοκαθίσματα, σκεύη, μηχανήματα ψυγεία κ.λπ. έχει δε εξασφαλισμένη σταθερή πελατεία αποτελούμενη από τους υπαλλήλους της Βουλής, βουλευτές και υπουργούς, δημοσιογράφους και μεγάλο αριθμό καθημερινών επισκεπτών. Ότι πρόκειται για ακμαία και επικερδή επιχείρηση και γι αυτό προσελκύει μεγάλο αριθμό επιχειρηματιών για την εκμετάλλευσή της. Ότι η σύμβαση της εργοδότριάς της με τη Βουλή για την εκμετάλλευση του εστιατορίου και των κυλικείων έληγε την 31.12.2006 και για το λόγο αυτό προκηρύχθηκε δημόσιος ανοιχτός διαγωνισμό με επιτυχούσα την εναγομένη, η οποία ανέλαβε την εκμετάλλευση της επιχείρησης την 4.1.2017, ημέρα κατά την οποία η ενάγουσα και οι λοιποί εργαζόμενοι μετέβησαν στην εργασία τους, στη δε ενάγουσα δηλώθηκε από τα όργανα της εναγομένης ότι θα συνεχίσει κανονικά την εργασία της. Ότι η εναγομένη, ως νέος φορέας της επιχείρησης διαδέχθηκε τον παλαιό φορέα, χωρίς καμία διακοπή, διατηρώντας πλήρως την ταυτότητα της επιχείρησης. Ότι τόσο στην προκήρυξη του διαγωνισμού όσο και κατά την κατάρτιση της σύμβασης η Βουλή αξίωσε από την εναγομένη να εξακολουθεί να απασχολεί το υφιστάμενο προσωπικό, υποχρέωση την οποία η εναγομένη ανέλαβε με το άρθρο 7 παρ. 5 της από 30.12.2006 σύμβασης. Ότι αιφνιδίως η εναγομένη της ανακοίνωσε ότι στο εξής θα εργάζεται ως μπουφετζού ή τραπεζοκόμος με μικτές μηνιαίες αποδοχές 586 ευρώ. Ότι αρνήθηκε να δεχθεί την ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας της με αποτέλεσμα η εναγομένη να αρνείται την παροχή της εργασίας της περιερχόμενη έτσι σε υπερημερία εργοδότη. Ότι την 20.1.2017 υπέστη κάταγμα μεταταρσίου και ότι τής χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι την 31.3.2017. Ότι την ως άνω ημερομηνία της επιδόθηκε η έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της χωρίς να της καταβληθούν η αποζημίωση και οι οφειλόμενες αποδοχές της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αφενός επειδή δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, αφετέρου ως καταχρηστική επειδή έγινε για λόγους εκδίκησης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 460/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η βάση της αγωγής που στηρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω της μη καταβολής αποζημιώσεως, απορρίφθηκε δε η βάση που προσέβαλλε την καταγγελία ως καταχρηστική καθώς και το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ έγινε δεκτό το αίτημα καταβολής αποδοχών υπερημερίας. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή (έφεση) ως κατ' ουσία αβάσιμη. Με τον πρώτο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμο τον προταθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό αυτής περί αοριστίας της ως άνω αγωγής, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένα στοιχεία θεμελιωτικά της συνδρομής περίπτωσης διαδοχής του εργοδότη και ειδικότερα δεν αναφέρεται εάν η νέα επιχείρηση συνέχισε να απασχολεί το ίδιο προσωπικό ή εάν προσέλαβε και νέο και την ειδικότητα ενός εκάστου, εάν εξακολούθησε να χρησιμοποιεί τον ίδιο εξοπλισμό ή εάν προσέθεσε και νέα πάγια στοιχεία και εάν υπήρξε μεταβίβαση της πελατείας. Ο λόγος αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος καθώς από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει αβιάστως ότι στη νέα επιχείρηση προσφέρθηκαν α) οι κτηριακές εγκαταστάσεις β) σημαντικός εξοπλισμός όπως τα τραπεζοκαθίσματα και τα ψυγεία και γ) η πελατεία, ενώ ως προς το προσωπικό ελήφθη ειδική πρόνοια για την ανάληψη των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων από το νέο εργοδότη, δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία που συνεκτιμώμενα μεταξύ τους, οδηγούν, εάν αποδειχθούν αληθινά, στο συμπέρασμα ότι έχει συντελεστεί μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 2 του πδ 175/1988. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016· 2/2013· 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).?Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ταμίας, στις 7.11.2011, από την εταιρεία με την επωνυμία "...", την οποία, από 1.1.2017 διαδέχθηκε η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) εταιρεία, συνάπτοντας όπως και η προκάτοχός της μίσθωση με τη Βουλή των Ελλήνων για την εκμετάλλευση δυο κυλικείων και ενός εστιατορίου, εντός του κτηρίου της Βουλής και αναλαμβάνοντας έτσι και τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της προηγούμενης μισθώτριας κατά το νόμο, την από 30.12.2016 σύμβαση μίσθωσης και την από 18.10.2016 προκήρυξη διαγωνισμού από τον οποίον αναδείχθηκε η εναγομένη ως νέος φορέας της εν λόγω επιχείρησης. Ότι η επιχειρησιακή δραστηριότητα της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας συνεχίστηκε από την εναγόμενη εταιρία, δίχως να μεταβληθεί η ταυτότητα της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν υπήρχε απευθείας συμβατική σχέση μεταξύ των δυο εταιρειών. Ότι η κρίση για τη διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας βασίζεται α) στην ομοιότητα της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας (λειτουργία εστιατορίου - κυλικείων) πριν και μετά τη μεταβίβαση, β) στην αδιάκοπη λειτουργία της, γ) στη μεταβίβαση της πελατείας η οποία προφανώς παρέμεινε σταθερή, δ) στην απασχόληση του συνόλου, σχεδόν, του προσωπικού της μεταβιβασθείσης επιχείρησης από την εναγόμενη εταιρεία και ε) στη μεταβίβαση των υλικών στοιχείων (εγκαταστάσεων και εξοπλισμού), σημειώνοντας ότι οι αλλαγές που επέφερε η εναγομένη ουδόλως μετέβαλαν την ταυτότητα της επιχείρησης. Ότι η εναγομένη υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις γι αυτό και όταν κατήγγειλε, την 31.3.2017 τη σύμβαση εργασίας, όφειλε να υπολογίσει το χρόνο υπηρεσίας της ενάγουσας και στις δυο εργοδότριες και να τής καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι η υπογραφή της ενάγουσας στη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης που απευθυνόταν στην προηγούμενη εργοδότριά της ήταν προσχηματική καθώς το ίδιο συνέβη και με όλους τους συναδέλφους της που αποχώρησαν και επαναπροσλήφθηκαν με σκοπό την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Ότι η καταγγελία της συμβάσεώς της είναι άκυρη εξ αιτίας της μη καταβολής αποζημιώσεως η δε ένσταση της εναγομένης περί συγγνωστής πλάνης είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι δεν νοείται η επικαλούμενη πεποίθηση της εναγομένης ότι δεν όφειλε να καταβάλει αποζημίωση. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη περιλαμβάνει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία καθώς εκτιμά αιτιολογημένα ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που συνιστούν μεταβίβαση επιχειρήσεως και ειδικότερα η ταυτότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η χωρίς διακοπή λειτουργία της επιχείρησης από το νέο φορέα, η επαναπρόσληψη του συνόλου σχεδόν του προσωπικού, τυχόν εμπλουτισμός του οποίου με νέες προσλήψεις δεν μεταβάλλει το ως άνω γεγονός, η προσχηματική διακοπή της εργασιακής σχέσης με την προκάτοχο της αναιρεσείουσας (με δήθεν οικειοθελή αποχώρηση των εργαζομένων) και η ομοίως προσχηματική εκ νέου πρόσληψη του προσωπικού, ενώ μάλιστα υφίστατο η πρόσθετη υποχρέωση της αναιρεσείουσας να διατηρήσει τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας δυνάμει όρου του μισθωτηρίου, λόγω της εξαιρετικής πρόβλεψης περί αυτού από την εκμισθώτρια Βουλή, η πολύ σημαντική για τη λειτουργία της επιχείρησης εγκατάσταση στους ίδιους χώρους, καθώς και η χρήση του προηγούμενου εξοπλισμού (χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά στον εξοπλισμό που προσέθεσε η αναιρεσείουσα για να βελτιώσει την επιχείρησή της-σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει γιατί ο νέος εξοπλισμός σε σχέση με τον υφιστάμενο κατά τη μεταβίβαση ήταν τόσο σημαντικός ώστε να γίνεται λόγος για νέα επιχείρηση), τέλος δε η αυτονόητη ταυτότητα της πελατείας που συντίθεται από τα πρόσωπα που εργάζονται και επισκέπτονται τη Βουλή. Υπό τα ως άνω προεκτεθέντα προκύπτει ότι αναιρεσιβαλλομένη συνεκτίμησε στα στοιχεία της μεταβίβασης τη σημασία που είχε για την επιχείρηση τόσο το ανθρώπινο δυναμικό, όσο και οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός, ενώ, τέλος, ως προς την πελατεία δεν ήταν αναγκαία ειδική αναφορά αφού αυτή εκ των πραγμάτων (φύση της επιχείρησης και χώρος άσκησης αυτής) παρέμεινε αμετάβλητη. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση του αριθμού 8 , επικουρικώς για παράβαση του αριθμού 9 και επικουρικώς για παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα προσβάλλει την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι καταχρηστική και για το λόγο ότι οφείλεται σε λόγους εκδίκησης, επειδή η αναιρεσίβλητη διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της αντιδρώντας στη μονομερή δυσμενή μεταβολή της σύμβασης εργασίας της. Την πλημμέλεια αυτή προβάλλει, επειδή αυτός ο λόγος της ακυρότητας της καταγγελίας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς διότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης επιστηρίζεται από την αυτοτελή αιτιολογία περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, η δε αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης και στον έτερο λόγο ακυρότητας είναι πλεοναστική. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση από τον αριθμό 1 και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για την παραδοχή της ότι η ένστασή της περί συγγνωστής πλάνης για την καταβολή της αποζημίωσης αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμη. Δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η αναιρεσιβαλλομένη, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης ουδέποτε διακόπηκε διότι η υπογραφή εκ μέρους της δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης από την προκάτοχο εταιρία και η πρόσληψή της από την αναιρεσείουσα διάδοχο ήταν προσχηματική και έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των εργασιακών της δικαιωμάτων, η κρίση της ότι δεν συγχωρείται η πλάνη της αναιρεσείουσας ως προς την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημίωση δεν παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ η δε αιτιολογία της είναι σαφής, πλήρης και ουδόλως αντιφατική. Επομένως, ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα (κατά το πρώτο σκέλος του) επειδή δεν έλαβε υπόψη της την με αριθμό πρωτοκόλλου ΑΟ 2.1.2017 οικειοθελή αποχώρηση της αναιρεσίβλητης, τον πίνακα προσωπικού, τις γνωστοποιήσεις των ατομικών όρων εργασίας, το αντίγραφο του βιβλίου αδειών και το έντυπο γνωστοποίησης στοιχείων ετήσιας άδειας, διότι εάν τα ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι διέκοψε τη λειτουργία της από την 26η.12.2016 έως την 9.1.2017. Ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος, αφενός διότι η αναιρεσιβαλλομένη αναφέρει ρητά ότι έλαβε υπόψη της όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, στο πρώτο εκ των οποίων κάνει ειδική αναφορά, αφετέρου επειδή το διάστημα στο οποίο αναφέρεται η αναιρεσείουσα το οποίο συμπίπτει με τις εορτές των Χριστουγέννων, δεν είναι ικανό για να στηρίξει ισχυρισμό περί διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως, τέτοιας μορφής και διάρκειας ώστε να επηρεάζεται η ταυτότητά της. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη της τα έγγραφα τα σχετικά με την προσθήκη καινούριου εξοπλισμού και ειδικότερα τα τιμολόγια αγοράς από τα οποία αποδεικνύεται ότι προμηθεύτηκε κουτάλια, βούρτσες, μεζούρες, πιάτα, φλυτζάνια, τηγάνια, κούπες, σουρωτήρια, κουδούνι υποδοχής, φλόγιστρο, μαχαίρια, ψωμιέρες κ.λπ., επαγγελματικό καταψύκτη, συμβόλαιο συντήρησης λογισμικού, το χρησιδάνειο για μηχανές αλέσεως και παρασκευής καφέ, θερμοθάλαμο δέκα θέσεων, ψυγεία Coca Cola και δοχεία διαχείρισης αποβλήτων. Ωστόσο, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι, έστω και χωρίς ρητή αναφορά, συνυπολόγισε τον νέο εξοπλισμό που εισήγαγε η αναιρεσείουσα στην επιχείρηση και τον αξιολόγησε ως ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα υφιστάμενα και απαραίτητα για τη λειτουργία της επιχείρησης στοιχεία και συγκεκριμένα τους χώρους εγκατάστασης του εστιατορίου και των δυο κυλικείων, καθώς και του εξοπλισμού αυτών, δηλαδή των τραπεζοκαθισμάτων, των κουζινών, των ψυγείων κ.λπ. Συνεπώς και ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος. Επομένως και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4831/647/2021 αίτηση για αναίρεση της 476/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ