Αριθμός 1315/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AΕ"), οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκε η 147/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 1-6-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 147/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 564 παρ. 3 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ) ήτοι εντός δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 2-6-2017 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020). Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο διάδικος που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. 4902Β/28-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων (με έδρα το Πρωτοδικείο Πρέβεζας) Β. Α.. Ε. και την υπ' αριθ. 8272/9-10-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ. , τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την ορισθείσα δικάσιμο της 2-12-2022, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητες ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενες αναιρεσίβλητες έχουν κλητευθεί νομίμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν.3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ. άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 986/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ακόμη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεώς του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β` μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3- 2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων όπως του άρθ. 95 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις". Εν προκειμένω υφίστανται δύο συμβάσεις, η της αιτίας (βασική - σύμβαση δανείου) και η της εκχωρήσεως μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του Δημοσίου μελλοντικών περιοδικών αποκτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η δια μόνης της εκχωρήσεως απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών εκ του ενδίκου στεγαστικού - επισκευαστικού δανείου οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ` επέκταση και του χρέους αλλά η παροχή ασφάλειας από τoν δανειολήπτη (ΑΠ 1353/2021). Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτόν ως προς την είσπραξη της απαίτησης από τον εκδοχέα - Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και όχι η οριστική απόκτηση από αυτόν (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) της απαίτησης. Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους (ΑΠ 1379/2019). Ειδικότερα, κατά τα προδιαληφθέντα, στόχος της, εκ μέρους του δανειολήπτη εκχώρησης δεν είναι η παγιοποίηση του ποσού της οφειλής του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του αιτούντος δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 939/2021, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Πρέβεζας, με την πληττόμενη 147/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "H αιτούσα έχει γεννηθεί το έτος 1965, είναι έγγαμη με τον Σ. Π. και έχουν τρία τέκνα, ηλικίας 37, 35 και 26 ετών (βλ. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης). Η αιτούσα είναι δημόσιος υπάλληλος στα Δικαστήρια Πρέβεζας και λαμβάνει μηνιαίως καθαρές αποδοχές ύψους 1.036,26 ευρώ (βλ. την υπηρεσιακή βεβαίωση μηνός Αυγούστου 2015). Ο σύζυγος της αιτούσας είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 913,37 ευρώ (βλ. σημείωμα συντάξεων Γ' τριμήνου 2016). Το έτος 2015 το ετήσιο ατομικό εισόδημά της ήταν 14.569,90, το δε ετήσιο εισόδημα του συζύγου της ανήλθε στο ποσό των 14.840,63 ευρώ (βλ. Ε1 φορολ. έτους 2015). Τα προηγούμενα έτη τα ετήσια εισοδήματα της αιτούσας και του συζύγου της ήταν τα εξής: το έτος 2014 για την αιτούσα το ποσό των 14.327,39 ευρώ και για το σύζυγό της το ποσό των 15.145,06 ευρώ, το έτος 2013 για την αιτούσα το ποσό των 14.168,03 ευρώ και για το σύζυγό της το ποσό των 15.413,40 ευρώ, το έτος 2012 για την αιτούσα το ποσό των 14.503,30 ευρώ και για το σύζυγό της το ποσό των 16.817,97 ευρώ, το έτος 2011 για την αιτούσα το ποσό των 17.619,62 ευρώ και για το σύζυγό της το ποσό των 19.155,82 ευρώ, το έτος 2007 για την αιτούσα το ποσό των 18.559,75 ευρώ και για το σύζυγό της το ποσό των 25.498,64 ευρώ, το έτος 2006 για την αιτούσα το ποσό των 16.364,10 ευρώ και για το σύζυγό της το ποσό των 23.186,78 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα φορ. έτους 2014 και οικ. ετών 2014, 2013, 2012, 2007 και Ε1 οικ. έτους 2008). Μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας αποτελεί το υπ' αριθ. .,.. Ι.Χ αυτοκίνητο μάρκας DAIHATSU TERIOS έτους πρώτης κυκλοφορίας 1997. Η αιτούσα με την οικογένειά της διαμένει σε κατοικία ιδιοκτησίας του συζύγου της. Η αιτούσα έχει οφειλές προς τους καθ' ων, οι οποίες δημιουργήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως, οι οποίες είτε είναι εξασφαλισμένες με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση την παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανειακή σύμβαση, της οποίας ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ. 6 παρ. 3 Ν.3869/2010). Ειδικότερα, η αιτούσα οφείλει: 1) Προς την πρώτη εκ των καθ' ων δυνάμει της υπ' αριθ. 2069640674 σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 13.188,38 ευρώ, (σχετ. η από 29-6-2015 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της ως άνω μετέχουσας τράπεζας). 2) Προς το δεύτερο εκ των καθ' ων δυνάμει του υπ' αριθ. λογαριασμού … στεγαστικού δανείου, οφειλή μετά τόκων και εξόδων ποσού 22.685,92 ευρώ (σχετ. η από 16-12-2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών του ως άνω μετέχοντος πιστωτή). Η ως άνω απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη. Κατά την κατάθεση της αίτησης η απαίτηση του δεύτερου εκ των καθ' ων δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 κατά γραμματική και τελολογική ερμηνεία, δε χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες τη στιγμή της αδυναμίας πληρωμής και κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010, αυτές που δεν είναι, λογίζονται κατά πλάσμα δικαίου ληξιπρόθεσμες. Άρα, το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος της αιτούσας προς τους καθ' ων ανέρχεται στο ποσό των 35.874,30 ευρώ. Ο σύζυγος της αιτούσας έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" ύψους (μετά τόκων και εξόδων) 25.888,55 ευρώ. Τα εισοδήματα της αιτούσας συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, ενόψει και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων χρόνων και της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής. Συνεπώς, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και γενική αδυναμία της αιτούσας πληρωμής του κύριου όγκου των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τους μετέχοντες πιστωτές. Η αδυναμία αυτή της αιτούσας δεν οφείλεται σε δόλο απορριπτομένης της σχετικής ένστασης που προβάλλει το δεύτερο εκ των καθ' ων, ισχυριζόμενο ότι η αιτούσα περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών με δική της υπαιτιότητα και μάλιστα με δόλο, υφιστάμενο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα γνώριζε από το χρόνο ανάληψης των δανείων, είτε μετά βεβαιότητας ή ως ενδεχόμενο, ότι θα αδυνατούσε να αποπληρώσει τις δανειακές συμβάσεις και παρ' όλα αυτά αποδέχτηκε το γεγονός αυτό και προχώρησε στη σύναψη τους, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε, είτε μετά βεβαιότητας ή ως ενδεχόμενο, τη στιγμή που υπέγραφε τις δανειακές συμβάσεις ότι στο μέλλον θα μειωνόταν το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά τους. Άρα, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4336/2015. Έτσι, η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους καθ' ων πιστωτές από τα εισοδήματά της επί τρία χρόνια, αρχής γενομένης από το μήνα Ιούνιο 2017. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των βασικών βιοτικών αναγκών της οικογένειας της, με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία τους, στις οποίες περιλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του μεγαλύτερου τέκνου της, το οποίο πάσχει από "αριστερή σπαστική πάρεση" (βλ. την από 4-4-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας) και του γεγονότος της επιβάρυνσης του συζύγου της με δανειακή οφειλή προς έτερο πιστωτικό ίδρυμα, το προς διάθεση στους πιστωτές της ποσό πρέπει να οριστεί στο ποσό των 100 ευρώ το μήνα. Το ποσό των 100 ευρώ το μήνα θα καταβάλλεται από την αιτούσα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καθ' ων επί τριετία, εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, ώστε συνολικά να καταβληθεί το ποσό των (100 ευρώ χ 36 μήνες=) 3.600 ευρώ. Η αιτούσα συμμορφούμενη με την υπ' αριθμ. 4/2016 προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου τούτου κατέβαλε το ποσό των 55 ευρώ μέχρι τη συζήτηση επί 11 μήνες. Το συνολικό αυτό ποσό των (55 ευρώ χ 11 μήνες=) 605 ευρώ πρέπει να συνυπολογιστεί στο χρονικό διάστημα καταβολών της οριστικής ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3869/2010. Επομένως, η μηνιαία δόση προς τους καθ' ων διαμορφώνεται ως εξής: (3.600-605=2.995 ευρώ : 36 μήνες=) 83,19 ευρώ. Οι καταβολές του ποσού των 83,19 ευρώ θα κατανεμηθούν σύμμετρα στους καθ' ων ως εξής: 1) Προς την πρώτη εκ των καθ' ων για την απαίτησή της δυνάμει της υπ' αριθ. …σύμβασης καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 30,58 ευρώ. 2) Προς το δεύτερο εκ των καθ' ων για την απαίτησή του δυνάμει του υπ' αριθ. λογαριασμού …. στεγαστικού δανείου, το ποσό των 52,61 ευρώ. Το όχημα της αιτούσας δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς λόγω της παλαιότητάς του δε θα προκαλέσει ούτε αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε αξιόλογο τίμημα. Με τις ως άνω παραδοχές το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και προέβη στη ρύθμιση των χρεών της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης....". Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη απαγόρευσε στο αναιρεσείον να προβαίνει στη μηνιαία παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τον μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας, όμως, έτσι το ανωτέρω Δικαστήριο, έσφαλε καθόσον παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 62 του Ν. 2214/1994, 25 του Ν. 3869/2010 και των άρθρων 455, 460, 461 ΑΚ. Ειδικότερα, απαγορεύοντας η αναιρεσιβαλλομένη στο αναιρεσείον να προβαίνει στη μηνιαία παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τον μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης, παρέβη τις προαναφερόμενες διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η εκχώρηση προς το αναιρεσείον μέρους των αποδοχών του δανειολήπτη παραμένει ισχυρή και μετά την αναπροσαρμογή της μηνιαίας παρακράτησης από το Δικαστήριο κατ' άρθρο 8 του ν. 3869/2010. Κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, η παρακράτηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα ορισθεί με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη (πρώτης αναιρεσίβλητης). Κατά συνέπεια ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η υπ' αριθ. 147/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, ήτοι κατά τη διάταξη με την οποία απαγορεύεται στο αναιρεσείον να προβαίνει στη μηνιαία παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τον μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 1033/2018, AΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση-εφόσον η απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης αναιρείται μόνον ως προς την προαναφερόμενη διάταξη- και επομένως πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο και να διαταχθεί η μηνιαία παρακράτηση από τον μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης του ποσού των 52,61 ευρώ υπέρ του αναιρεσείοντος. Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. ε` του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 147/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 19-11-2015 και με αριθμό καταθέσεως 106/2015 αιτήσεως. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση. ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές ποσού 83,19 ευρώ επί 36 μήνες , οι οποίες θα ξεκινήσουν τον μήνα Ιούνιο του 2017 και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μήνα προς τους μετέχοντες πιστωτές συμμέτρως για τις απαιτήσεις τους, ως εξής: 1) προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIΑS Α.Ε" για την απαίτησή της δυνάμει της υπ' αριθ. ….. σύμβασης καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 30,58 ευρώ και 2) προς το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για την απαίτησή του δυνάμει του υπ' αριθ. λογαριασμού ….. στεγαστικού δανείου το ποσό των 52,61 ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ