Αριθμός 1425/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ. Σ. Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταματέκο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25 Φεβρουαρίου 2008 και 3 Νοεμβρίου 2008 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3694/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 313/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του ως και τους από 29 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους αυτής λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη, χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ... ορισμένης ... ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ. Ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς. Τέλος η κατάχρηση δικαιώματος απαγορευόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. συνιστά παράβαση νόμου άρα αποτελεί παράνομη πράξη και επομένως αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας η κατάχρηση γεννά υποχρέωση κατά το άρθρο 914 σε αποζημίωση. Εξετέρου η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 28/1998). Εξάλλου με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους. Τέλος αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Στη προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε στο δικόγραφο της από 25.2.2008 αριθ. καταθ. 1940/2008 αγωγής, όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής : " Ότι, ως εξαγωγική εταιρία ξυλείας στις 27.8.1976 κατήρτισε με την εναγομένη, σύμβαση ασφάλισης θαλάσσιας μεταφοράς του φορτίου (1300 κυβ. μέτρων πριστής τροπικής ξυλείας) που φορτώθηκε στην Ελευσίνα, επί του πλοίου "Α. Κ" με προορισμό τη Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, για το ποσό των 769.340 δολλαρίων ΗΠΑ. Ότι μολονότι το πλοίο, από τυχαίο βραχυκύκλωμα βυθίστηκε, επελθούσης έτσι της ασφαλιστικής περιπτώσεως, η εναγομένη, αντισυμβατικά και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, αρνήθηκε να την αποζημιώσει και κατόπιν τούτου, η ενάγουσα αναγκάστηκε να ασκήσει την εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως, από 14.12.1977 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, με την υπ' αριθμ. 6886/1989 οριστική, απόφαση του δικαστηρίου εκείνου έγινε εν μέρει δεκτή, ενώ απορρίφθηκαν η έφεση καθώς και η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε διαδοχικά η εναγομένη. Ότι με την ως άνω απόφαση αναγνωρίσθηκε αμετάκλητα ότι η εναγομένη εταιρία οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό (769.340 δολ. ΗΠΑ) ασφαλίσματος καθώς και ποσό 7.125.000 δραχμών για την αναφερόμενη στην αγωγή θετική ζημία που υπέστη λόγω της υπερημερίας της εναγομένης, ενώ με τις υπ' αριθμ. 7580/1997 και 1935/1999 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ποσά για κεφαλοποιημένους τόκους του αρχικώς επιδικασθέντος κεφαλαίου. Ότι συνεπεία της μη έγκαιρης καταβολής του ασφαλίσματος από την εναγομένη και της καταχρηστικής και παράνομης αρνήσεώς της να καταβάλει τούτο, η ενάγουσα βρέθηκε σε οικονομική στενότητα, με αποτέλεσμα, με την υπ' αριθμ. 60/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατόπιν αιτήσεως πιστωτού, να κηρυχθεί σε πτώχευση. Ότι ο διορισθείς σύνδικος της πτωχεύσεως Θ. Λ., εισέπραξε, χωρίς άδεια του Εισηγητού της πτωχεύσεως τα επιδικασθέντα με τις ως άνω υπ' αριθμ. 7580/1997 και 1935/1999 αναφερόμενες αποφάσεις, χρηματικά ποσά, και ότι ακολούθως ο σύνδικος αντικαταστάθηκε λόγω πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του και παραπέμφθηκε να δικαστεί για (κακουργηματική υπεξαίρεση). Ότι ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3430/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως και η ενάγουσα ανέκτησε τη δικαιοπρακτική της ικανότητα και την ικανότητα δικαστικής παραστάσεως. Στη συνέχεια, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης, καταχρηστικής και κακόπιστης συμπεριφοράς της εναγομένης και, της επελθούσης σ' αυτήν ζημίας (που θα εκτεθεί παρακάτω), διότι εξαιτίας της αρνήσεως της εναγομένης να καταβάλει το ασφάλισμα, η ενάγουσα βρέθηκε σε αδυναμία να εισάγει πρώτες ύλες τροπικών κορμών ξυλείας από το εξωτερικό καθώς και πρώτες ύλες για το εργοστάσιο μοριοσανίδων, με αποτέλεσμα, η επιχείρηση της να αδυνατεί να λειτουργήσει με παραγωγικό τρόπο. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η νομική υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη τα ακολούθα ποσά :1) 406.370,49 ευρώ, το οποίο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 302/2000 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Αμοιβών), υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει, μέσω του συνδίκου της, στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Βηλαρά, ως αμοιβή για το χειρισμό της, έναντι της εναγομένης, υποθέσεως καταβολής του ασφαλίσματος, από την κατάθεση της σχετικής αγωγής κατά το έτος 1977, το χειρισμό της οποίας συνέχισε και μετά την πτώχευση της εντολέως εταιρίας 2) 1.173.878,20 ευρώ, το οποίο παριστά τη ζημία που υπέστη από την κατά τη διαδικασία της πτωχεύσεως εκποίηση (πλειστηριασμό) του βιομηχανοστασίου της ενάγουσας έναντι του ποσού των 200.001.000 δραχμών, αντί της αληθούς εμπορικής του αξίας που είχε καθορισθεί με δικαστικές αποφάσεις και η οποία ανερχόταν σε 600.000.000 δραχμές. 3) 70.003,27 ευρώ που αντιστοιχούν στις περιγραφόμενες στην αγωγή έξι (6) εγγυητικές επιστολές, που κατέπεσαν το έτος 1980, υπέρ του Υπουργείου Εμπορίου και του Οργανισμού λιμένος Πειραιώς, λόγω της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στην εκτέλεση των έναντι τον Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. συμβατικών της υποχρεώσεων, που ήταν συνέπεια της ελλείψεως ρευστότητας, εξαιτίας της μη καταβολής του σοβαρού ποσού του ασφαλίσματος, 4) 2.280.129,80 ευρώ, από το οποίο, ποσό 1.639.161,23 ευρώ αφορά τόκους και προσαυξήσεις, το οποίο αντιστοιχεί σε οφειλές της ενάγουσας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες προσαυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως και για τις οποίες η ΔΟΥ Φ.Α.Ε. Πειραιώς και διάφορα τελωνεία επέβαλαν αναγκαστικές κατασχέσεις κατά τα έτη 2005-2006, 5) 111.313.,28 ευρώ, που παριστά τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την υπό του συνδίκου, με εκούσιο πλειστηριασμό, εκποίηση επτά (7) ακινήτων, κατά το διάστημα 1987- 1990 έναντι της ευτελούς αξίας των 22.070.000 δραχμών, ενώ η εμπορική τους αξία ανερχόταν στο ποσό των 60.000.000 δρχ (ή 176.082,17 ευρώ), 6) 33.749,08 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού των 23.000.000 δραχμών, που ήταν η εμπορική, πραγματική αξία ετέρου ακινήτου της ενάγουσας και του ποσού των 11.500.000 δραχμών αντί του οποίου εκποιήθηκε αυτό δι' εκουσίου πλειστηριασμού, από τον πιο πάνω σύνδικο, όλα τα πιο πάνω ποσά νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις της αγωγής. Επίσης, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, να της καταβάλει επιπλέον το ποσό των 7.210.916,22 ευρώ, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε κατά το διάστημα 1982 - 2007, εξαιτίας της καταχρηστικής, παράνομης και ανήθικης συμπεριφοράς της εναγομένης και τα οποία θα εισέπραττε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τη λειτουργία της επιχείρησής της καθώς και την προγραμματισμένη να δημιουργηθεί νέα μονάδα κατασκευής μοριοσανίδων εάν δεν είχε μεσολαβήσει η πτώχευση. Τέλος, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 4.800.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηβικής βλάβης, νομιμοτόκως". Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα η επικαλούμενη υπαίτια μη καταβολή του ασφαλίσματος από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία στην ενάγουσα αποτελεί αθέτηση της σχετικής συμβατικής της υποχρεώσεως που δεν είναι συγχρόνως και παράνομη υπό την έννοια ότι αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ούτε στις επιταγές της εννόμου τάξεως ούτε πρόκειται για συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη η οποία να έγινε με πρόθεση βλάβης. Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή με τη παραπάνω αιτιολογία δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 281 Α.Κ. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που πλήττεται η δεύτερη αιτιολογία της απόφασης περί ελλείψεως και αιτιώδους συνδέσμου είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς καθόσον η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς. Τέλος οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος τους από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι διότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτοι διότι η απόρριψη για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας του επί μέρους κονδυλίου της αποζημίωσης ύψους 406.370,49 ευρώ που πλήττεται με τον εξεταζόμενο λόγο, στηρίζεται αυτοτελώς στην απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης για έλλειψη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς η οποία και δεν πλήττεται επιτυχώς κατά τα προεκτεθέντα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Με το πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ότι "... Δια της κακόπιστου, παρανόμου, υπαιτίου και καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αρνήσεως της εναγομένης να καταβάλει στην Εταιρεία μας το ασφάλισμα ως προς τούτο υπεχρεούτο εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως, η Εταιρεία βρέθηκε σε οικονομική στενότητα εφ' όσον δια της μη εισπράξεως του κατ' εκείνην την εποχή (έτος 1976) σοβαρού ποσού των Δολλ. ΗΠΑ 769.000 δεν ηδύνατο να εισάγει πρώτες ύλες τροπικών κορμών ξυλείας εκ του εξωτερικού ως και πρώτων υλών (ειδική κόλλα) για το εργοστάσιο μοριοσανίδων με αποτέλεσμα η Βιομηχανία να αδυνατεί να λειτουργήσει με παραγωγικό τρόπο. Επίσης δε οι πιστωδότριες εμπορικές Τράπεζες είχαν αρχίσει να ανησυχούν εκ της μη καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως στην Εταιρεία, με αποτέλεσμα να περιορίζουν ή να διακόπτουν την χρηματοδότηση, προς την Εταιρεία σε κεφάλαιο κινήσεως. Μάλιστα η αντίδικος, ερωτώμενη από τις εμπορικές Τράπεζες και την ΕΤΒΑ, "πότε θα καταβάλει στην Εταιρεία την ασφαλιστική αποζημίωση" ελάμβαναν την απάντηση ότι δεν "πρόκειται να πληρώσουμε". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι από τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη πραγματικά περιστατικά τα μεν περί ανησυχίας των Τραπεζών με αποτέλεσμα τον περιορισμό ή διακοπή της χρηματοδότησής της με κεφάλαια κινήσεως και απαντήσεων της εναγομένης στις σχετικές ερωτήσεις εκ μέρους των Τραπεζών "ότι δεν πρόκειται να πληρώσουμε" δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα δε λοιπά προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ότι αναφέρονται συνοπτικά σ' αυτή και ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από το Εφετείο. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση (οντολογική) του νομικού συλλογισμού, επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα εις το λόγο τούτο αναφερόμενα έγγραφα είναι απαράδεκτος διότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Από το περιεχόμενο της υπ. αριθ.865/1992 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.125.000 δρχ. για τη θετική ζημία που υπέστη αυτή λόγω της υπερημερίας της εναγομένης περί τη καταβολή του οφειλομένου ασφαλίσματος (χρηματικής οφειλής) και της εντεύθεν κατάπτωσης σε βάρος αυτής ποινικών ρητρών. Έτσι από την απόφαση αυτή δεν υπάρχει δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά η οποία θεμελιώνεται σε άλλη έννομη σχέση (αδικοπραξία). Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης καθώς και ο συναφής τρίτος πρόσθετος από τον αριθμό αυτό ο οποίος και μόνο προσήκει όχι δε και από τους αριθ. 1 και 19 που αναφέρονται με τους οποίους υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθούν η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2011 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. και Κ. Σ. Α.Ε." και τους από 29-10-2012 προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 313/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ