Αριθμός 676/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ζιάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Η., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουφοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3751/2021 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Με την από 29.12.2021 και με αριθ. κατάθ. ...30.12.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των εργατικών διαφορών, υπ` αριθ. 3751/7.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί των εξής εφέσεων: 1) από 3.7.2020 και με αριθμό κατ. ...7.7.2020 έφεσης του (δευτέρου) εναγομένου Γ. Τ. κατά του Ε. Δ. και 2) από 7.9.2020 και με αριθμό κατ. ...8.9.2020 έφεσης του ενάγοντος Ε. Δ. κατά του (δευτέρου) εναγομένου Γ. Τ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγιναν τυπικά δεκτές και οι δύο εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν αμφότερες ως ουσιαστικά αβάσιμες. Με την εκκαλουμένη με αριθμό 834/26.5.2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε απορριφθεί η αγωγή του Ε. Δ., ως προς την πρώτη των εναγομένων εταιρία με την επωνυμία "Γ.. Τ. - Γ.. Μ. και Σ. Ο..Ε..", ενώ είχε γίνει δεκτή εν μέρει αυτή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Γ. Τ. και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 35.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 30.12.2021, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 7.9.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.-Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 38 εδ. β' Εισ.Ν.ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα, δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερόμενο νόμο και εφαρμόζονται για αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ` αφορμής αυτής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ), με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 330/2017, ΑΠ 133/2016). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 425/2018, ΑΠ 1000/2018). Ακόμη, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην εν λόγω περίπτωση, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ (ΑΠ 80/2016). Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται: α) με το άρθρο 42 παρ. 1 και 5 του Ν. 3850/2010 κατά το οποίο "1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. . . 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων", β) με το άρθρο 7 παρ. 1, 5 και 6 του Π.Δ. 17/1996, με το οποίο θεσπίστηκαν μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, κατά το οποίο "ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων" (παρ. 1), "στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων" (παρ. 5) και "ο εργοδότης υποχρεούται να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 12 του παρόντος διατάγματος" (παρ. 6) και γ) με το ν. 3446/2006 "1. Για την τακτοποίηση, στοιβασία, προστασία και ασφαλή μεταφορά του φορτίου επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται, ανάλογα με το είδος του φορτίου, τα κατάλληλα εξαρτήματα, όπως καλώδια, σχοινιά, αλυσίδες, καλύμματα. Φορτίο σε όχημα με ανοιχτό αμάξωμα, που αποτελείται από υλικά τα οποία υπάρχει κίνδυνος κατά τη διαδρομή να εκφύγουν από το αμάξωμα, πρέπει να καλύπτεται και με κάλυμμα κατάλληλο προς τη φύση των υλικών. 2. Αν μεταφέρεται φορτίο "εμπορευματοκιβώτιο", αυτό απαιτείται να είναι στερεωμένο και ασφαλισμένο στο δάπεδο (πλατφόρμα) ή στο ειδικά διαμορφωμένο πλαίσιο των φορτηγών οχημάτων με τα κατάλληλα κλειδιά (κλείστρα) στήριξης ενσωματωμένα στο όχημα" (άρθρο 3). 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Την 22.7.2013 συνήφθη εις … άτυπη σύμβασις εργασίας μεταξύ του ενάγοντος, ως οδηγού φορτηγών και βαρέων φορτηγών οχημάτων, κατέχοντος προς τούτο νόμιμη σχετική άδεια οδηγήσεως και του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος δραστηριοποιείται επαγγελματικώς στας υπηρεσίας οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, προκειμένου να απασχοληθή ο ενάγων ως οδηγός των φορτηγών οχημάτων, ιδιοκτησίας του εργοδότου αυτού, δευτέρου εναγομένου, αντί μηνιαίων αποδοχών εκ ποσού χιλίων (1.000) ευρώ. Εις εκτέλεσιν της ανωτέρω συμβάσεως, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (22.7.2013) και εκ του αυτού ως άνω τόπου (…) ο ενάγων παρέλαβε έμφορτο το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … φορτηγό όχημα - ρυμουλκό (τράκτορα) μετά ρυμουλκουμένου, ήτοι ενός μη αυτοκινουμένου δαπέδου - (πλατφόρμας-καρότσας) - εργοστασίου κατασκευής …, μεικτού βάρους τεσσαράκοντα (40) τόνων και καθαρού είκοσι τεσσάρων (24) τόνων, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, δια να οδηγήση αυτό στην αλλοδαπή και δη, στην επαρχία …, περιφερείας (νομού) …, στην … και στας εγκαταστάσεις της εκεί εδρευούσης αλλοδαπής εταιρείας υπό την επωνυμία "A. S..p.A..", παραληπτρίας του φορτίου του ως άνω οχήματος. Το ανωτέρω φορτηγό όχημα - ρυμουλκό (τράκτορας) ομού μετά του ρυμουλκουμένου (καρότσα) - είχε συνολικό μήκος δέκα τεσσάρων (14) ως έγγιστα μέτρων, η δε καρότσα ήτο χωρισμένη εις τρία (3) ισομερή τμήματα, εμπρόσθιο, μεσαίο και οπίσθιο, το δε εμπόρευμα (φορτίο) του εν λόγω οχήματος ήτο επί της καρότσας αυτού, καλυμμένο μετ' αδιαβρόχου υφάσματος (μουσαμά), και απετελείτο από είκοσι (20) κυτία (μεταλλικάς παλέτας) εις σχήμα κύβου, πλάτους δυο (2) ως έγγιστα μέτρων και ύψους ενός και ημίσεος (1,50) ως έγγιστα μέτρων εκάστης τούτων, ανοικτάς στην μια επιφάνειά των και απολύτως εφαπτομένας μεταξύ των, το εσωτερικό των οποίων ήτο κενό (άδειο), πλην μιας εξ αυτών, τοποθετημένης στο μεσαίο τμήμα της καρότσας, στην οποία (μεταλλική παλέτα) είχον τοποθετηθή εντός αυτής μεταλλικοί κύλινδροι (ράβδοι), ανεξακριβώτου αριθμού τεμαχίων, πάντως πλειόνων του ενός, βιομηχανικής χρήσεως, εκ συμπαγούς σιδήρου, ύψους δυο και ημίσεος (2,50) ως έγγιστα μέτρων και βάρους τριακοσίων (300) κιλών εκάστης αυτών των ράβδων. Το δε ως άνω εμπόρευμα (φορτίο) είχε φορτωθή στο ανωτέρω φορτηγό την 19.7. 2013 στας εγκαταστάσεις της εταιρείας υπό την επωνυμία "A. T. Α..Β..Ε..Ε.." εις …, νομού …, μερίμνη αυτής της εταιρείας, αποστολέως του εν λόγω εμπορεύματος, τη απουσία του ενάγοντος, ο οποίος επληροφορήθη δια το περιεχόμενο του προς μεταφορά φορτίου υπό του δευτέρου εναγομένου την 22.7.2013, οπότε παρέλαβε υπ' αυτού (δευτέρου εναγομένου) το ως άνω όχημα, χωρίς όμως να ιδή το εν λόγω εμπόρευμα (φορτίο), καθώς τούτο ήτο σκεπασμένο μετά του καλύμματος (μουσαμά), ως προελέχθη. Μετά την εν λόγω παραλαβή ο ενάγων εξεκίνησε το προρρηθέν φορτηγό όχημα και την 24.7.2013 αφίχθη στον ανωτέρω προορισμό του, οπού ευθύς αμέσως η παραλήπτρια εταιρεία ανέλαβε την εκφόρτωση του εμπορεύματος. Ειδικώτερον, στον προαύλιο χώρο των εγκαταστάσεων της παραληπτρίας εταιρείας υπάλληλος αυτής δια της χρήσεως περονοφόρου οχήματος (clark) προσήγγιζε την καρότσα του ως άνω φορτηγού οχήματος και, θέτοντας τας περόνας στην βάση εκάστης των παλετών, εξεφόρτωνε αυτάς, εναποθετώντας ακολούθως αυτάς στον προαύλιο χώρο. Αφού ο ανωτέρω υπάλληλος είχε προβή στην εκφόρτωση κενών παλετών, προσήγγισε εκ νέου στο μεσαίο τμήμα της- χωρισμένης, ως προελέχθη, εις τρία (3) ισομερή τμήματα- καρότσας του φορτηγού οχήματος, όπου ευρίσκετο η παλέτα μετά των εντός αυτής μεταλλικών κυλίνδρων (ράβδων) και, χρησιμοποιώντας τας περόνας του περονοφόρου οχήματος (clark), θέτοντας αυτάς στην βάση της ως άνω παλέτας, προέβη στην εκφόρτωσή της εκ της καρότσας, προτιθέμενος να εκκίνηση δια να αποθέση αυτήν στον προαύλιο χώρο. Τότε, αι εντός της παλέτας ράβδοι μετεκινήθησαν, προκαλέσασαι την ανατροπή της παλέτας αυτής, ακολούθως εκ της ανατροπής αυτής οι ράβδοι εξήλθον της παλέτας και επέπεσον στον ενάγοντα, ο οποίος κατά την αυτή χρονική στιγμή της εκφορτώσεως της ως άνω παλέτας ευρίσκετο εγγύς του περονόφορου οχήματος (clark) και δη, στο εμπρόσθιο τμήμα της καρότσας του φορτηγού οχήματος, επιχειρώντας την αφαίρεση του υπάρχοντος στο εμπρόσθιο τμήμα της καρότσας, καλύμματος (μουσαμά). Η ανωτέρω μετακίνησις των ράβδων και η επακόλουθη έξοδος των εκ της παλέτας και πτώσις αυτών επί του ενάγοντος ωφείλετο στην πλημμελή στοιβασία των επί του δαπέδου (καρότσας) του ως άνω φορτηγού οχήματος κατά την διαδικασία της φορτώσεώς των επ' αυτού (οχήματος), καθώς αυταί δεν είχον τοποθετηθή παραλλήλως του δαπέδου (καρότσας) του οχήματος, στερεωθείσαι και ασφαλισθείσαι δια των καταλλήλων εξαρτημάτων, αλλά στοιβαχθείσαι καθέτως ως προς την καρότσα του οχήματος και εντός της ως άνω παλέτας, προεξέχουσαι της άνω επιφάνειας αυτής κατά ένα (1) ως έγγιστα μέτρο, δεν είχον σταθεροποιηθή δια της χρήσεως καταλλήλων εξαρτημάτων, όπως ιμάντων ή υλικού πληρώσεως κενού χώρου, ούτως ώστε να μη ηδύναντο να μετακινηθούν και εξέλθουν της ανωτέρω παλέτας. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα ως προς την πλημμελή στοιβασία του ανωτέρω εμπορεύματος κατά την φόρτωσή του στο ως άνω φορτηγό όχημα απεδείχθησαν εκ των ως άνω αποδείξεων και ιδίως, εκ της εξετάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε σαφώς και κατηγορηματικώς ότι κατά την εκφόρτωση της ως άνω παλέτας είδε ότι αι εντός αυτής ράβδοι ήτο στοιβαχθείσαι "χύμα". Δεν αναιρούνται δε εξ αντιθέτου αποδεικτικού υλικού και ιδίως, εκ της καταθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του εξετασθέντος, επιμελεία του δευτέρου εναγομένου μάρτυρος, αλλά ούτε και εκ των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων στας ανωτέρω, προσκομισθείσας υπό του δευτέρου εναγομένου, ενόρκους βεβαιώσεις, καθώς οι εν λόγω μάρτυρες δεν είχον ιδία αντίληψη ως προς τας συνθήκας και τον τρόπο εκφορτώσεως του ως άνω εμπορεύματος, αλλά και της φορτώσεως του επ' αυτού του οχήματος και δη, ως προς τον τρόπο στοιβάσεως των ανωτέρω ράβδων εντός της ως άνω παλέτας κατά την φόρτωσή των. Προσέτι, ο ως άνω εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιμελεία του δευτέρου εναγομένου, μάρτυς, κατέθεσε ότι δεν ελέγχεται υπό του ιδιοκτήτου του φορτηγού το προς μεταφορά εμπόρευμα, όταν αυτό έχει ήδη φορτωθή στο φορτηγό υπό του αποστολέως του εμπορεύματος και έχει ήδη εκδοθή το σχετικό παραστατικό φορτώσεως. Λεκτέον εν προκειμένω ότι, ο προβληθείς πρωτοδίκως, και επαναφερθείς δια του δευτέρου λόγου της κρινομένης εφέσεως του δευτέρου εναγομένου, ισχυρισμός αυτού, ότι το επίδικο ατύχημα εγένετο κατά την διάρκεια διεθνούς οδικής μεταφοράς, στην οποία τυγχάνουν εφαρμογής αι διατάξεις του νόμου 559/1977 "περί κυρώσεως της εν Γενεύη την 19ην Μαΐου 1956 υπογραφείσης Συμβάσεως επί του Συμβολαίου δια την διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R)" και ότι εξ αυτών των διατάξεων αποκλείεται η ευθύνη του δευτέρου εναγομένου-μεταφορέως, όταν η επελθούσα ζημία προκαλείται εκ της ελαττωματικής συσκευασίας των προς μεταφορά εμπορευμάτων, κρίνεται απορριπτέος (ισχυρισμός) ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι αι διατάξεις της ανωτέρω Συμβάσεως δια την διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R.) δεν εφαρμόζονται εις εργατικό ατύχημα, επισυμβάντος εις τοιαύτη διεθνή μεταφορά, καθώς αι διατάξεις της Συμβάσεως αυτής αφορούν και δεσμεύουν μόνο τον αποστολέα ή φορτωτή, τον μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει το μεταφορικό μέσο (όχημα) και εκτελεί το έργο της μεταφοράς, και τον παραλήπτη και όχι τον εργαζόμενο - οδηγό του οχήματος και εφαρμόζονται δια την επελθούσα κατά την διεθνή αυτή μεταφορά ζημία των μεταφερομένων εμπορευμάτων [. . .]. Επομένως, ορθώς απεφήνατο η εκκαλουμένη, κρίνασα ότι, το επίδικο ατύχημα ωφείλετο στην προεκτεθείσα αμελή συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου και ότι, δεν εφαρμόζονται στην ένδικο υπόθεση αι διατάξεις της ανωτέρω Συμβάσεως δια την διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (C.Μ.R), απορριπτομένων κατ' ακολουθιαν των σχετικών πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων της κρινομένης εφέσεως του δευτέρου εναγομένου. Περαιτέρω, εκ των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων υπό του ενάγοντος ιατρικών γνωματεύσεων και πιστοποιητικών των ιατρών των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής και αλλοδαπής (…) απεδείχθη ότι, εκ της προπεριγραφείσης πτώσεως των ράβδων επί του ενάγοντος ούτος υπέστη τραυματισμό και, ευθύς αμέσως - διατηρών τας αισθήσεις του (βλ. την προσκομιζομένη υπό του ενάγοντος υπ' αριθμ. φακέλλου ...31.7.2013 ιατρική γνωμάτευση του αρμοδίου ιατρού του τμήματος επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου C. di V. Ι.) - διεκομίσθη εις νοσηλευτικό ίδρυμα και δη, στο υπάρχον στην περιοχή του ενδίκου ατυχήματος νοσοκομείο C. di V. Ι., ένθα ενοσηλεύθη κατά το χρονικό διάστημα από 24.7.2013 έως 31.7.2013, και διεγνώσθη ότι υπέστη κρανιακό θωρακικό τραύμα, κάκωση της δεξιάς χειρός, κάκωση του αριστερού πτερυγίου του ωτός και του δεξιού βρεγματικού, κάταγμα κάτω αριστερής γνάθου και κάταγμα της βάσεως του σώματος (σπονδυλικό κάταγμα), εφηρμόσθη δε συντηρητική θεραπεία του σπονδυλικού κατάγματος δια της χρήσεως ακάμπτου περιαυχενίου επί τριάκοντα (30) τουλάχιστον ημερών Ο ενάγων μετά την ως άνω νοσηλεία του ανεχώρησε στην ημεδαπή και επανήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο την 4.9.2013, ένθα ενοσηλεύθη μέχρι 14.9.2013, ότε και διεγνώσθη ότι η κατάστασις των προαναφέρθεντων τραυμάτων του ενάγοντος παραμένει σταθερά. Αναχωρήσας στην ημεδαπή επανήλθε στο ανωτέρω νοσοκομείο την 28.11.2013 προς εκ νέου εξέταση, ότε διεγνώσθη ότι η σπονδυλική ευθυγράμμισις παραμένει σταθερά, ως και η κατάστασις των προαναφερθέντων τραυμάτων και συνεστήθη η εξακολούθησις της χρήσεως του περιαυχενίου επί τεσσαράκοντα (40) επί πλέον ημερών. Εις ομοίας προς τας ανωτέρω ιατρικάς διαγνώσεις προέβησαν την 8.8.2013, την 30.9.2013 και την 11.12.2013 αντιστοίχως και οι ιατροί του Κέντρου Υγείας των Μ. Λ. κατά την εξέταση του ενάγοντος στο Κέντρο αυτό τας ανωτέρω ημεροχρονολογίας, και εχορηγήθη υπ' αυτών (ιατρών) στον ενάγοντα αναρρωτική άδεια μέχρι τέλος μηνός Δεκεμβρίου έτους 2013. Ετέρωθεν, το ως άνω ατύχημα του ενάγοντος είναι εργατικό κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 Ν.551/1915), καθώς επήλθε κατά την εργασία του και συνδέεται προς αυτήν, λόγω εκτάκτου και αιφνίδιας επενεργείας εξωτερικού αιτίου, ασχέτου προς την σύσταση του οργανισμού του. Οφείλεται δε εις την υπαιτιότητα και δη, αμελή συμπεριφορά (παράλειψη) του δευτέρου εναγομένου, εργοδότου του ενάγοντος, συνισταμένη στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμελείας του εργοδότου έναντι του εργαζομένου, αλλά και του, προβλεπομένου εκ των προμνησθεισών στην μείζονα σκέψη διατάξεων, ειδικού καθήκοντος επιμελείας του εργοδότου έναντι του εργαζομένου. Ειδικώτερον, το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια του ανωτέρω εργοδότου του θανόντος, καθώς βάσει της επιμελείας, της απαιτουμένης εξ ενός μέσου, συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητός του, αλλά και βάσει των κανόνων των ισχυόντων νόμων ή Κανονισμών, επιβαλλόντων όρους υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων, όπως αυτών των άρθρων 662 Α.Κ., 3 Ν. 3446/2006, 7 παρ. 6 περ. γ' Π.Δ. 17/1996, 42 παρ. 1 και 5 Ν.3850/2010, καίτοι ώφειλε και ηδύνατο, παρέλειψε να ελέγξη προ της παραδόσεως την 22.7.2013 στον ενάγοντα του ανωτέρω εμφόρτου φορτηγού οχήματος, ιδιοκτησίας αυτού (εργοδότου), εάν το εμπόρευμα (φορτίο) του οχήματος είχε επιμελώς φορτωθή και στοιβαχθή και δη, εάν η ως άνω μεταλλική παλέτα εντός της οποίας είχον τοποθετηθή αι προλεχθείσαι μεταλλικαί ράβδοι οχήματος είχε επιμελώς φορτωθή και στοιβαχθή, είτε δια της τοποθετήσεως των εν λόγω ράβδων παραλλήλως της καρότσας του φορτηγού οχήματος στερεωμένων και ασφαλισμένων δια των καταλλήλων εξαρτημάτων είτε διά της σταθεροποιήσεως των, στοιβαχθέντων καθέτως ως προς την καρότσα του οχήματος, ως άνω ράβδων δια της χρήσεως καταλλήλων εξαρτημάτων, όπως ιμάντων ή υλικών πληρώσεως κενών χώρου, ώστε να μην ηδύνατο να μετακινηθούν και εξέλθουν της ανωτέρω παλέτας, η δε ανωτέρω παράλειψις του εναγομένου- εργοδότου ετέλει εις αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τον επελθόντα εξ αυτού τραυματισμό του ενάγοντος. Και ναι μεν στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκλησις της αμελείας του δευτέρου εναγομένου δια την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος στην μη επιμελή υπ' αυτού φόρτωση του ως άνω εμπορεύματος, πλην όμως είναι επιτρεπτή η διευκρίνισις και συγκεκριμενοποίησις αυτής (αμελείας) βάσει των ειδικωτέρων περιστατικών, τα οποία προέκυψον εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και θεμελιούν την αμέλεια τούτου, έστω και εάν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην αγωγή [. . .]. Περαιτέρω, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη εκ του ως άνω τραυματισμού του, λαμβανομένου δε υπ' όψιν των συνθηκών επελεύσεως του ενδίκου ατυχήματος, ήτοι των ειδικωτέρων συνθηκών τελέσεως της προπεριγραφείσης αδικοπραξίας, την προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων μερών και την βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, η επιδικαστέα υπέρ του ενάγοντος εύλογος χρηματική ικανοποίηση, δια την υποστάσα εκ του ως άνω τραυματισμού του ηθική βλάβη, ανέρχεται στο ποσό των τριάκοντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ. Όθεν, δεν έσφαλε η εκκαλουμένη απόφασις, δια της οποίας επεδικάσθη στον ενάγοντα το αυτό ως άνω ποσό ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία ούτος υπέστη εκ του ως άνω τραυματισμού του, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου, τόσο του μοναδικού λόγου της υπό κρίσιν εφέσεως του ενάγοντος, όσο και του πέμπτου λόγου της κρινομένης εφέσεως του δευτέρου εναγομένου". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και τις δυο (αντίθετες) εφέσεις. Με τις προεκτεθείσες παραδοχές και τη βασισθείσα σε αυτές κρίση του, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα, έκρινε ως αποδεδειγμένα - και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 932 ΑΚ, 1 και 10 του ν. 559/1915, 3 του ν. 3446/2006, 7 παρ. 6 του ΠΔ 17/1996, 1, 2, 3 και 42 παρ. 1 και 5 του ν. 3850/2010, που εφάρμοσε. Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ως προς την υπαίτια και αμελή συμπεριφορά τoυ εναγομένου, ως εργοδότη του τραυματισθέντος ενάγοντος και μάλιστα για την πλημμελή στοιβασία του ανωτέρω εμπορεύματος, κατά τη διαδικασία φορτώσεώς του στο ως άνω φορτηγό όχημα. Διέλαβε δε, το δικαστήριο της ουσίας, στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα περί της υπαιτιότητας του εναγομένου - εργοδότη στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων και με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 5.-Επί αγωγής για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ερειδομένης σε αδικοπραξία (όπως επί εργατικού ατυχήματος με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις), η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 εδ. α' ΑΚ περί συνδρομής οικείου πταίσματος του παθόντος προϋποθέτει την υποβολή σχετικής καταλυτικής ένστασης, που πρέπει να προτείνεται με πληρότητα, δηλ. με τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και σχετικό αίτημα (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), μη δυνάμενη να ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, αυτεπαγγέλτως. Αυτή η ένσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στον αποτελούντα άρνηση της βάσης της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος (ΟλΑΠ 1115/1986, 423/1985, ΑΠ 1052/2012) και επομένως, εάν ο εναγόμενος για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα εργοδότης προβάλλει μόνο την παραπάνω άρνηση, το δικαστήριο, που δεν μπορεί να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη, αυτεπαγγέλτως και να προβεί σε καταμερισμό της μεταξύ του παθόντος και εργοδότη συνυπαιτιότητας, θα χωρήσει στον καθορισμό της κατά την κρίση του "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, για την οποία απαιτείται, αλλά και αρκεί, η διαπίστωση συνδρομής οποιασδήποτε μορφής και οποιουδήποτε βαθμού υπαιτιότητας του εργοδότη (ΑΠ 599/2020, ΑΠ 614/2017, ΑΠ 327/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την εκτίμηση του δικογράφου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ειδικότερα, προσάπτει ότι το εφετείο, με τη με αριθμό 3751/2021 απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι στην επέλευση του τραυματισμού του, συνετέλεσε και ίδιο πταίσμα του παθόντος, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι αυτός "αποτελεί άρνηση της επιδίκου αγωγής και δεν συνιστά την κα' άρθρο 300 ΑΚ ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο επίδικο ατύχημα, καθώς ο δεύτερος εναγόμενος, αμυνόμενος κατά της βάσεως της ενδίκου αγωγής, αρνείται την υπαιτιότητά του στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στον επελθόντα τραυματισμό του ενάγοντος, ήτοι αρνείται την ευθύνη του στην πρόκληση του τραυματισμού του ενάγοντος και την εξ αυτού επελθούσα στον ενάγοντα ζημία και συνεπώς, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος (ζημιώσας) δεν αποδέχεται την υπαιτιότητά του στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, δεν δύναται να προταθεί υπ' αυτού η ως άνω ένστασις. Όθεν, δεν δύναται να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου τυχόν υπάρχουσα συγκλίνουσα αμέλεια του ενάγοντος στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος". Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης, ήτοι α) της με αριθμό 3751/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, β) των υπ' αριθμ. 834/2020 πρακτικών συνεδριάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) των από 20.11.2019 προτάσεων του εναγομένου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) της από 3.7.2020 και με αριθμό κατ. ...2020 έφεσης του εναγομένου - αναιρεσείοντος, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ): (Α).-Το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα λόγο αναίρεσης μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 Α.Κ., εφαρμοζόμενο και ως προς την αξίωση δια επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως (άρθρο 932 Α.Κ.), εάν ο ζημιωθείς συντέλεσε εξ οικείου πταίσματος στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο δύναται να μη επιδικάση αποζημίωση ή να μειώση το ποσόν της. Εάν κατά τα ανωτέρω συνετέλεσε και ο ίδιος ο ζημιωθείς στην ζημία, ο ζημιώσας δικαιούται να αντιτάξη, κατά του αιτούντος αποζημίωση ζημιωθέντος, ένσταση ανατρεπτική (εν όλω ή εν μέρει) της αγωγής, ήτοι ένσταση συνυπαιτιότητος. Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι προϋπόθεσις εφαρμογής της είναι πρωτίστως η κατ' αρχήν ύπαρξις υποχρεώσεως του προτείνοντος την σχετική ένσταση προς (αποζημίωση και) χρηματική ικανοποίηση, καθώς κατά τον σκοπό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ. ό,τι ισχύει δια την ευθύνη του ζημιώσαντος ισχύει αναλόγως δια την συνευθύνη του ζημιωθέντος [. . .]. Συνεπακολούθως, δεν δύναται να προταθή η κατά το ανωτέρω άρθρο 300 Α.Κ. ένσταση συνυπαιτιότητος άνευ προτέρας αποδοχής υπό του προτείναντος αυτήν της ιδικής του ευθύνης (υπαιτιότητος) στην πρόκληση της ζημίας του ζημιωθέντος. Εν προκειμένω, δια του τετάρτου λόγου της κρινομένης εφέσεως του δευτέρου εναγομένου, ούτος επαναφέρει τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό ότι, και εάν ήθελε γίνη δεκτό ότι, το ένδικο ατύχημα προεκλήθη εκ της αμελούς στοιβασίας, ως προεξετέθη, του ως άνω εμπορεύματος κατά την φόρτωσή του υπό της ως άνω αποστολέως εταιρείας, ο ενάγων δεν ετήρησε απόσταση ασφαλείας εκ του ως άνω περονοφόρου οχήματος κατά την εκφόρτωση αυτού του εμπορεύματος υπό του προστηθέντος υπαλλήλου της ανωτέρω παραληπτρίας του εμπορεύματος εταιρείας, με αποτέλεσμα τον επίδικο τραυματισμό του και ότι, εξ αυτής της αμελείας του} ούτος (ενάγων) τυγχάνει συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, ομού μετά της ανωτέρω αποστολέως του εμπορεύματος εταιρείας και της ως άνω παραλήπτριας του εμπορεύματος εταιρείας. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως, προβαλλόμενος ως τέταρτος λόγος της κρινομένης εφέσεως του δευτέρου εναγομένου, αποτελεί άρνηση της επιδίκου αγωγής και δεν συνιστά την κατ' άρθρο 300 Α.Κ. ένσταση συνυπαιτιότητος του ενάγοντος στο επίδικο ατύχημα, καθώς ο δεύτερος εναγόμενος, αμυνόμενος κατά της βάσεως της ενδίκου αγωγής, αρνείται την υπαιτιότητά του στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και στον επελθόντα τραυματισμό του ενάγοντος, ήτοι αρνείται την ευθύνη του στην πρόκληση του τραυματισμού του ενάγοντος και την εξ αυτού επελθούσα στον ενάγοντα ζημία [. . .] και συνεπώς, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, εφ' όσον ο δεύτερος εναγόμενος (ζημιώσας) δεν αποδέχεται την υπαιτιότητά του στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, δεν δύναται να προταθή υπ' αυτού η ως άνω ένστασις. Όθεν, δεν δύναται να ερευνηθή αυτεπαγγέλτως υπό του Δικαστηρίου τυχόν υπάρχουσα συγκλίνουσα αμέλεια του ενάγοντος στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος[...].". (Β) Στα υπ' αριθμ. 834/2020 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει καταχωρηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγομένων, ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στον τραυματισμό του με το ακόλουθο περιεχόμενο: ". . . ένσταση συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 60%, διότι ο αντίδικος καθόταν κοντά στο κλαρκ με συνέπεια να πέσει η παλέτα πάνω του" (σελ. 4). (Γ) στη σελίδα 11 των από 20.11.2019 προτάσεων των εναγομένων αυτοί αρνούνται αιτιολογημένα την αγωγή και αναφέρουν (αποδεχόμενοι την υπαιτιότητά τους) ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του είναι κατά ποσοστό 60% και ό ίδιος ο ενάγων. (Δ) στο δικόγραφο της από 3.7.2020 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με τον τέταρτο λόγο εφέσεως (σελ. 10), πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση επειδή, μολονότι δέχθηκε ως παραδεκτή και νόμιμη την ένσταση αυτού (εναγομένου), περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, που αυτός τόσο στα πρακτικά όσο και με τις προτάσεις του είχε προτείνει, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι, το εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας με την αιτιολογία ότι "εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος (ζημιώσας) δεν αποδέχεται την υπαιτιότητά του στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, δεν δύναται να προταθεί υπ' αυτού η ως άνω ένστασις", εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 914 και 932 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στις παραπάνω νομικές σκέψεις και υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 3751/7.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ