Αριθμός 805/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. συζ. Σ. Δ. θυγ. Ε. Μ. και 2. Μ. θυγ. Σ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσιώτα, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ιονική & Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 559/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Η ανεπάρκεια δε της υπόλοιπης περιουσίας πρέπει να υπάρχει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως και να υφίσταται κατά τον συζήτησης της αγωγής. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το` άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία. Εξάλλου, ο δανειστής από αλληλόχρεο λογαριασμό μπορεί να ασκήσει την από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη απαλλοτριωτικών προς βλάβη του πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως δεν είχε κλεισθεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καίτοι είχαν προβάλλει σχετικό ισχυρισμό με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα ότι ενώ η αγωγή της αναιρεσίβλητης στηριζόταν στις διατάξεις περί καταδολεύσεως δανειστών και η απαίτησή της στο κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που έκλεισε οριστικώς, δεν εξειδικεύονται στην αγωγή όλα τα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού, αφού δεν έλαβε χώρα αναγνώριση του καταλοίπου. Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθετο ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα έκλεισε οριστικά τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ΑΦΟΙ Δ. Α.Ε.", στις 16.12.2003, ο οποίος παρουσίαζε χρεωστικό κατάλοιπο, συνολικού ύψους 224.207,96 ευρώ, σε βάρος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, και ότι το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών αυτών η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε αυθημερόν τόσο στην πιστούχο πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, όσο και στην πρώτη αναιρεσείουσα, που είχε εγγυηθεί την εμπρόθεσμη πληρωμή των καταλοίπων από τις συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού. Ότι στις 10.2.2004 η πρώτη αναιρεσείουσα, με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, μεταβίβασε συμβολαιογραφικώς, κατά ψιλή κυριότητα, με γονική παροχή το αναφερόμενο σ' αυτήν (αγωγή) ακίνητο, αξίας 82.648,80 ευρώ, στην θυγατέρα της δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία και γνώριζε το σκοπό αυτό βλάβης, και ότι η υπόλοιπη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς απέρριψε τους λόγους έφεσης των αναιρεσειουσών περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού στοιχείο της περί διαρρήξεως αγωγής (παυλιανής) είναι να έχει καταστεί η απαίτηση του δανειστή απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, που σε περίπτωση απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού επέρχεται με το οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται σ' αυτήν τα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, επί πλέον δε στην αγωγή σαφώς εκτίθεται ότι η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Κατά συνέπεια οι, κατ' εκτίμηση, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως περί αοριστίας της αγωγής είναι αβάσιμοι. ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 943 ΑΚ προκύπτει, ότι οι δανειστές έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί και η λόγω γονικής παροχής (κατ' άρθρο 1509 ΑΚ) γενόμενη, διότι το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως του γονέα προς το τέκνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. .../21.1.1998 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεον λογαριασμόν, καταρτισθείσης εις το Τρίκαλα μεταξύ της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας " ονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος" συγχωνευθείσης δι' απορροφήσεως από την ενάγουσα τραπεζική εταιρεία, η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος εις το δικαιώματα της αρχικώς συμβληθείσης τραπέζης, και της εις τα Τρίκαλα μεταξύ της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. ΑΒΕΕ", η πρώτη χορήγησε εις την τελευταία -μη διάδικον- πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεον λογαριασμόν μέχρι του ποσού των 80 εκ. δραχμών, την ευθύνη υπέρ της πιοτούχου ΑΕ έναντι της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας ότι θα καταβληθεί η οφειλή ανέλαβε η πρώτη εναγομένη δια ταυτοχρόνου συμβάσεως, η οποία ειδικώτερον εδήλωσε ότι παραιτείται των ενστάσεων κατά της τραπεζικής εταιρείας οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα 855, 862, 866 έως 868 του ΑΚ. Η προδιαληφθείσα πίστωση χορηγήθηκε εις την ΑΕ δια την άντληση καλύμματος της υπ' αριθμ. 100041/0374/21.1.1998 εγγυητικής επιστολής υπέρ της αλλοδαπής εταιρείας " EASTBURY TRATING LTD " δανείστριας της άνω πιοτούχου εταιρείας και κατόπιν εντολής της (πιστούχου) εξασφαλιστική της εμπορικής συνεργασίας αυτών απευθυνόμενη εις την Τράπεζα Κύπρου της Λευκωσίας (ΒΑΝΚ OF CYPRUS LTD), ποσού 276.000 δολλαρίων ΗΠΑ, το ισόποσο της οποίας σε δραχμές κατά την ημέραν εκδόσεως της εγγυητικής επιστολής ήτο 79.874.400 δρχ. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ταυτοχρόνως με την έκδοση κατ' εντολήν της πιστούχου της άνω εγγυητικής επιστολής εχρεώθη από την τραπεζική εταιρεία με το ποσόν της ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός ειδικών χορηγήσεων και επιστώθη αντιστοίχως ο υπ' αριθμ. 50.90.1000,0000/8 ειδικός λογαριασμός, σχηματίζοντας δεσμευμένη κατάθεση δια την περίπτωση της καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής. Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνον συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως με αλληλόχρεον λογαριασμών, υπεγράφη από την πιστούχο ΑΕ η από 21.1.1998 σύμβαση προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της τραπεζικής εταιρείας δια της οποίας συνεστήθη εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου, δυνάμει της οποίας, η χορηγηθείσα πίστωση ενεχυράσθη εις την δανείστρια τράπεζα δια την περίπτωση καταπτώσεως της προδιαληφθείσης εγγυητικής επιστολής, αρχικής διάρκειας ενός έτους και παραταθείσης εν συνεχεία, η οποία κατάπεσε, και την 16.12.2003 η άνω (εγγυητής εις την τριμερή σχέση πιστούχου Α Ε - αλλοδαπής εταιρείας) τραπεζική εταιρεία κατέβαλε εις την Τράπεζα Κύπρου υπέρ της (δανειστού) αλλοδαπής εταιρείας το ποσόν των € 224.207,96 , το οποίο εκταμιεύθηκε από τον υπ' αριθμ. ... άνω Λογαριασμών και ταυτοχρόνως ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός πιστώσεως με την χρέωση του ποσού των € 224,207,96 το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε δια την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, ενώ την ίδια ήμερο καταβολής του ποσού αυτής (16.12.2003) η ενάγουσα κατήγγειλε την σύμβαση και έκλεισε τον λογαριασμόν της συμβάσεως πιστώσεως, με κατάλοιπον € 224.207,96, ήτοι το ποσόν της εγγυητικής επιστολής. Το κλείσιμο του άνω λογαριασμού κοινοποίησε η ενάγουσα εις τους οφειλέτες και εις την ως οφειλέτη ευθυνόμενη εγγυήτρια πρώτη εναγομένη την 5.1.2004 δυνάμει της υπ' αριθμ, 10.215/5-1.2004 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων ... . Πρέπει να λεχθεί ότι είχε συμφωνηθεί ότι κάθε ποσόν που τυχόν θα πληρώσει η τράπεζα με βάση την εγγυητική επιστολή είχε υποχρέωση ο πιστούχος να καταβάλει με τόκους υπερημερίας και έξοδα μόλις ζητηθεί, ενώ ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει εις την πιστούχο τράπεζα μέχρι και την 21.1.1999 την εγγυητική επιστολή μαζί με έγγραφη δήλωση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται περί απαλλαγής της από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την εγγυητική αυτή, διαφορετικά υποχρεούται να καταθέσει εις την τράπεζα χρηματικό ποσόν ίσον προς το ποσόν της εγγυήσεως ως ενέχυρο σε προνομιακή εξασφάλιση της για κάθε απαίτηση αυτής εις βάρος του από την εγγυητική επιστολή. Εκ των άνω αποδεικτικών μέσων απεδείχθη ότι δεν επεστράφη κατά τους όρους της συμβάσεως η εγγυητική επιστολή αλλ' ούτε κατέθεσε η πιστούχος την έγγραφο δήλωση της υπέρ ης εξεδόθη περί απαλλαγής της εναγούσης τραπέζης από την απορρέουσα οπό την εγγυητική επιστολή υποχρέωση της, αλλ' ούτε η πρωτοφειλέτης αλλά και η εγγυητής εχορήγησαν άλλη εξασφάλιση εις την δανείστρια τραπεζική εταιρεία και βεβαίως δεν κατήγγειλαν την από 21.1.1996 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεον λογαριασμόν. Επομένως, ο κατ' ένσταση προβαλλόμενος τέταρτος λόγος της εφέσεως ότι τα χρήματα της άνω δεσμευμένης καταθέσεως κατετέθησαν από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, κατ ότι η εγγυήτρια πρώτη εναγομένη, ελευθερώθηκε από την εγγύηση διότι εγγυήθηκε δια ένα έτος ήτοι έως την 21.1,1999, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, λαμβανομένου υπόψιν πλην των άλλων ότι δια της εγγράφως καταρτισθείσης εγγυήσεως είχε παραιτηθεί της ενστάσεως η οποίο απορρέει από το άρθρον 866 του ΑΚ. Απεδείχθη περαιτέρω ότι η πρώτη εναγομένη, ένα μήνα αφότου η ενάγουσα τραπεζική εταιρία κοινοποίησε εις αυτήν ως εις ολόκληρον ευθυνόμενη οφειλέτη το κλείσιμο του προδιαληφθέντος λογαριασμού, έχουσα την αποκλειστική κυριότητα κατά ποσοστόν 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 516,42 τ,μ. και του ανεγερθέντος εμβαδού 275,94 τμ. καταστήματος κειμένου εντός της πόλεως των ... επί της οδού ... αρ. 29 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10.2.2004 μεταγραφέντος εις τα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρικάλων εις τον τόμον ... και αρ. φυλ. 176-177 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου, μετεβίβασε εις την δευτέρα εναγομένη θυγατέρα της την ψιλή κυριότητα του προπεριγροφομένου αξίας κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, αναγραφομένης εις το προδιαληφθέν συμβόλαιον 82648,80 ευρώ, και παρεκράτησε εφ' όρου ζωής της το δικαίωμα επικαρπίας του επιδίκου, η οποία κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανήρχετο εις τα 2/5 αυτής καθ' όσον εγεννήθη το έτος 1956 (υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο ενθ. ανωτ). Η ως άνω μεταβίβαση, κατά την κρίση ταυ Δικαστηρίου έγινε από πρόθεση και με σκοπό η πρώτη εναγομένη να βλάψει την ενάγουσα ώστε να μη μπορέσει η τελευταία να ικανοποιήσει την απαίτηση της, καθόσον, ως μέσος έμφρων άνθρωπος εγνώριζε ότι δεν υπάρχουν άλλο εμφανή περιουσιακά στοιχεία αυτής. Επομένως κατόπιν της μεταβιβάσεως του επιδίκου από την πρώτη εναγομένη προς την δεύτερο εναγομένη επήλθε βλάβη της εναγούσης, η γνώση δε της δευτέρας εναγομένης ότι η πρώτη εναγομένη προέβη εις την σύσταση της προδιαληφθείσης γονικής παροχής προς βλάβη της εναγούσης δανειστρίας τεκμαίρεται λόγω της πρώτου βαθμού συγγενείας (μητέρα προς τέκνο) κατ' άρθρον 941 ΑΚ, καθόσον η αγωγή ασκήθηκε εντός έτους από της απαλλοτριώσεως. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και μετά την κοινοποίηση του κλεισίματος του άνω λογαριασμού προέβη και σε άλλες μεταβιβάσεις δικαιώματος ψιλής κυριότητος επί ακινήτων εις τις θυγατέρες της κατόπιν προφορικής εντολής αυτών προς τον εμφανισθέντα ως πληρεξούσιον ενώπιον του συμβολαιογράφου δια την σύνταξη των οικείων συμβολαίων μεταβιβάσεως ακινήτων, προφανώς δια την ποινική ευθύνη. Καθ' όσον, αφορά εις το εξ αδιαιρέτου δικαίωμα επικαρπίας της πρώτης εναγομένης επί αγρών, πρέπει να λεχθεί ότι είναι υποπολλαπλάσιας της απαιτήσεως της εναγούσης αξίας εξ ετέρου με τα μικρό ποσοστά επί των ακινήτων τα οποία επικαλείται η πρώτη εναγομένη ότι κατά κυριότητα απέκτησε δια των μεταγραφεισών μετά την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος και Οκτώβριος 2005) πράξεων αποδοχής κληρονομιάς, δεν είναι ευχερής η ικανοποίηση της απαιτήσεως της εναγούσης και δεν κρίνεται αξιόχρεη η επικαλούμενη περιουσία της. Η επικαλούμενη οπό τις εναγόμενες ύπαρξη περιουσιακού στοιχείου, ήτοι ακινήτου εμβαδού 45,537,70 τμ. εις την πρωτοφειλέτρια (συνοφειλέτη) ανώνυμον εταιρεία, η οποία εξ ετέρου εκηρύχθη εις κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' αριθμ. 83/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δεν καθιστά την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος της εναγούσης δια την διάρρηξη της απαλλοτρίωσης καταχρηστική, ως αβασίμως προβάλλουν οι εναγόμενες διό του σχετικού λόγου της εφέσεως καθόσον ο δανειστής δικαιούται κατ' αρέσκειαν να αξιώσει το χρέος από οιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον (ΑΚ 481) συνοφειλετών. Συνακολούθως τούτων, το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον, δεχθέν την αγωγήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και κήρυξαν διαρρηγμένη έναντι της εναγούσης την επίδικη σύμβαση γονικής παροχής, ορθώς τον νόμον εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της ανεπάρκειας της υπολειπομένης περιουσίας της οφειλέτριας (πρώτης αναιρεσείουσας) για την ικανοποίηση της δανείστριας, αφού δέχεται ότι η οφειλέτρια είχε προβεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και μετά την κοινοποίηση του κλεισίματος του άνω λογαριασμού, και σε άλλες μεταβιβάσεις δικαιώματος ψιλής κυριότητος επί ακινήτων στις θυγατέρες της, είχε εξ αδιαιρέτου δικαίωμα επικαρπίας επί αγρών, και είναι κυρία με μικρά ποσοστά επί ακινήτων, των οποίων την κυριότητα απέκτησε δια των μεταγραφεισών μετά την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος και Οκτώβριος 2005) πράξεων αποδοχής κληρονομιάς, χωρίς να αναφέρει ποια είναι η αξία της επικαρπίας και της κυριότητας των ακινήτων που μεταβίβασε στις θυγατέρες της, μόνο κατά ψιλή κυριότητα, ή και των πιο πάνω αγρών και λοιπών στην κυριότητά της ανηκόντων ως άνω ακινήτων, που σημειωτέον δεν προσδιορίζει κατά την ταυτότητά τους, ώστε να κριθεί αν η υπολειπόμενη περιουσία της οφειλέτριας αρκεί για την ικανοποίηση της δανείστριας αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 559/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ