Αριθμός 587/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γωγάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12881/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 864/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 4.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 864/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 13.10.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 12881/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 16.12.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος περί συμμετοχής στα αποκτήματα ως προς την κύρια βάση της (την στηριζόμενη στον πραγματικό υπολογισμό). Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντιθέτως, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής (ποσοτική αοριστία), την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή, αν παρά την επαρκή έκθεση των περιστατικών αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 43/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 ΑΚ "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διάταξης η αξίωση του κάθε συζύγου συμμετοχής στα αποκτήματα είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν αποκλείει την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 1499/2021, ΑΠ 1478/2017). Πάντως, η αξίωση αυτή είναι ενοχική, ακόμη και αν έχει ως περιεχόμενο την απόδοση ακινήτου και, επομένως, δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, έστω και αν επιδιώκεται με αυτήν η επιδίκαση αυτούσιου ή κατά συγκυριότητα ακινήτου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 1658/2001). Εξάλλου, ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από το ανωτέρω άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου, η αξία της τελικής περιουσίας αυτού και η προκύπτουσα μεταξύ των οικονομικών αυτών μεγεθών διαφορά, από την οποία να προκύπτει αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017). Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κρίσιμα, κατά τη διάταξη, χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά (που προκύπτει μεταξύ των οικονομικών μεγεθών της αρχικής και της τελικής περιουσίας) στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν (ΑΠ 1357/2015). Τα ανωτέρω δεν απαιτούνται αν πρόκειται περί μοναδικού περιουσιακού στοιχείου, οπότε αρκεί να επικαλεσθεί ο ενάγων σύζυγος ότι αυτό αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, την αξία του κατά τον χρόνο κτήσης και τον χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και το ποσοστό της συμβολής του, αν ζητεί πέραν του τεκμηρίου (1/3), αφού και πάλι πληρούνται οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου για το ορισμένο της αγωγής. Όταν, όμως, ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020). Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε: α) ότι με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο την 5.3.1994 από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, αλλά η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε την 29.4.2005 και η διάσπαση αυτή συνεχίστηκε έκτοτε, συμπληρώθηκε δε η τριετία την 29.4.2008, β) ότι, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους και συγκεκριμένα την 21.3.2000, οι διάδικοι απέκτησαν, λόγω αγοράς, το αναφερόμενο οικόπεδο, έκτασης 323,06 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, αντί τιμήματος 18.195,16 ευρώ, το οποίο κατέβαλαν κατά το ήμισυ (ήτοι ποσό 9.097,58 ευρώ) έκαστος, γ) ότι επί του οικοπέδου αυτού ανεγέρθηκε διώροφη οικοδομή δυνάμει της υπ' αριθ. 352/7.3.2001 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε στο όνομα και των δύο διαδίκων, επειδή ήταν συνιδιοκτήτες του οικοπέδου κατά ποσοστό 50% έκαστος, δ) ότι η ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής άρχισε το έτος 2001 και ολοκληρώθηκε το έτος 2005 και το κόστος αυτής, που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 249.074 ευρώ, το κατέβαλε αποκλειστικά η ίδια, δηλαδή ποσό 29.704 ευρώ προερχόμενο από τις οικονομίες εκ της εργασίας της και ποσό 220.000 ευρώ προερχόμενο από την προς αυτήν άτυπη γονική παροχή των γονέων της, καθόσον ο εναγόμενος είχε ήδη αποστασιοποιηθεί από της ανάγκες της οικογένειάς του, εγκαταλείποντας συχνά την οικογενειακή στέγη, ε) ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου (οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής), που ανήκει σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των διαδίκων χωρίς να έχει γίνει επ' αυτού σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, ανέρχεται, τόσο κατά τον χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης αυτών, όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, στο συνολικό ποσό των 302.219 ευρώ, ήτοι ποσό 65.000 ευρώ που είναι ήδη η αξία του οικοπέδου και ποσό 237.219 που είναι ήδη η αξία της οικοδομής και στ) ότι η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου οφείλεται και στη δική της συμβολή, που έλαβε χώρα με την παροχή χρηματικών κεφαλαίων εκ μέρους της για την κάλυψη της δαπάνης ανέγερσης της οικοδομής και, συνεπώς, η αξίωσή της περί συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγόμενου συζύγου της ανέρχεται σε ποσοστό 39,246%, άλλως κατά το ποσό των 118.609,50 ευρώ (302.219 Χ 39,246%). Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει αυτούσιο, κατά τον πραγματικό υπολογισμό, ποσοστό 39,246% της συγκυριότητάς του στο ανωτέρω ακίνητο, άλλως να υποχρεωθεί να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 118.609,50 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το ποσοστό συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας αυτού, άλλως να της αποδώσει αυτούσιο, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό, ποσοστό 16,666% (δηλαδή το 1/3) της συγκυριότητάς του στο ανωτέρω ακίνητο, άλλως να υποχρεωθεί να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 39.536,50 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το ποσοστό της τεκμαρτής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, άλλως να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει νομιμοτόκως τα ανωτέρω ποσά (118.609,50 ευρώ άλλως 39.536,50 ευρώ) με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά την κύρια βάση της (περί αυτούσιας απόδοσης συγκυριότητας ακινήτου με βάση τον πραγματικό υπολογισμό), είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν την ένδικη αξίωση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) για συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) συζύγου της, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής της αναφερόμενης στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό της εν λόγω διάταξης. Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου με το αναφερόμενο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο (ακίνητο), η αξία του κατά τον χρόνο κτήσης και τον χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς και η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση αυτή με τον αναφερόμενο τρόπο (παροχή κεφαλαίων για την αγορά του ημίσεως του οικοπέδου και για την ανέγερση του συνόλου της επ' αυτού οικοδομής) και μάλιστα σε ποσοστό πέραν του τεκμηρίου (1/3) εκ του άρθρου 1400 εδ. β' ΑΚ. Επομένως το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με σχετικό λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που η ανωτέρω διάταξη απαιτεί για τη θεμελίωση της αγωγής ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, οι πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος του) από τον αριθ. 1, και δεύτερος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγω μη νόμιμης εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων κατ` άρθρο 220 ΚΠολΔ παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο επικαλέστηκε ότι η εν λόγω αγωγή έχει εμπράγματο χαρακτήρα λόγω του αιτήματος της κύριας βάσης της περί αυτούσιας απόδοσης ποσοστού συγκυριότητας ακινήτου. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω μείζονα πρόταση, η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα, όπως είναι η ένδικη αγωγή κατά τα προεκτιθέμενα, έχει ενοχικό χαρακτήρα και, επομένως, δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, έστω και αν επιδιώκεται με αυτήν η επιδίκαση αυτούσιου ή κατά συγκυριότητα ακινήτου. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Θεσσαλονίκη στις ...1994 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, τον Σ., που γεννήθηκε στις ...1995 και την Ε., που γεννήθηκε στις ...1996. Μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του πατέρα της ενάγουσας επί της οδού .... Οι διάδικοι δυνάμει του υπ' αριθμό .../...2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Οικονόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κείου Νεάπολης Θεσσαλονίκης... απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα οικόπεδο εμβαδού 323,06 τμ που βρίσκεται στην ... [ήδη δ.κ.....της δ.ε....ς του Δήμου ... π.ε.Θεσσαλονίκης και επί της οδού [πρώην] ... και ήδη ... προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή..... Το τίμημα για την αγορά του οικοπέδου ανήλθε σε 6.200.000 δραχμές και ήδη 18.195,16 ευρώ, το οποίο κατεβλήθη εξ ημισίας από τους διαδίκους, ήτοι ο καθένας κατέβαλε το ποσό των 3.100.000 δραχμών. Επί του ακινήτου αυτού ανεγέρθηκε δυνάμει της υπ' αριθμό .../...2001 οικοδομικής άδειας της Δ/νσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε στο όνομα και των δύο διαδίκων, ως συνιδιοκτητών του οικοπέδου, διώροφη οικοδομή με υπόγειο, πυλωτή και δώμα, αποτελούμενη από α] υπόγειο βοηθητικό χώρο [για το λεβητοστάσιο και για βοηθητικές χρήσεις] συνολικού εμβαδού 152,64 τμ, β] διαμέρισμα στο επίπεδο της πυλωτής εσωτερικά μη διαμορφωμένο [δεν έγιναν εσωτερικές τοιχοποιίες, δάπεδα, τοποθέτηση ειδών υγιεινής, κουζίνα, βαφές κλπ] εμβαδού 66,06 τμ και χώρος στάθμευσης εμβαδού 34,50 τμ, γ] διαμέρισμα πρώτου ορόφου [οροφοδιαμέρισμα] αποτελούμενο από τρία δωμάτια, κουζίνα, καθιστικό και λουτρό, εμβαδού μεικτού 128,98 τμ, δ] διαμέρισμα δευτέρου ορόφου [οροφοδιαμέρισμα] αποτελούμενο από τρία δωμάτια, κουζίνα, καθιστικό και λουτρό, εμβαδού μεικτού 128,98 τμ και ε] απόληξη κλιμακοστασίου, εμβαδού 14,21 τμ. Στις 26-11-2000, ήτοι μετά την αγορά του οικοπέδου και πριν από την ανέγερση της οικοδομής, ο εναγόμενος διακατεχόμενος από πνευματικές ανησυχίες εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος στο Μελισσοχώρι Θεσσαλονίκης, ενώ λίγες ημέρες μετά, όντας μέτοχος και ιδρυτικό μέλος της εταιρίας γενικών μεταφορών με την επωνυμία "ΕΞΥΠ- ΕΛΛΑΣ ΑΕ", πώλησε το σύνολο των μετοχών που κατείχε, λαμβάνοντας από την πώληση αυτή το ποσό των 161.182,45 ευρώ. Μετά από πέντε περίπου μήνες ο εναγόμενος επέστρεψε στην οικογενειακή στέγη, συνεχίζοντας όμως τις συχνές επισκέψεις του στην παραπάνω Μονή, γεγονός που επέφερε ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων, κυρίως λόγω της απαθούς και αποστασιωπημένης συμπεριφοράς του απέναντι στα οικογενειακά θέματα. Στις 10-3-2005 η ενάγουσα κατέθεσε την υπ' αριθμό 9613/2005 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα την απομάκρυνση του εναγομένου από την οικογενειακή στέγη επί της οδού .... Κατά τη συζήτηση της αίτησης υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 20-4-2005 πρακτικό συμβιβασμού, με το οποίο ο εναγόμενος συμφώνησε να μετοικήσει από τη συζυγική οικία μέχρι την 29-4-2005, όπως και έπραξε, βρισκόμενοι έκτοτε οι διάδικοι σε συνεχή διάσταση, χωρίς ωστόσο ο γάμος τους να έχει λυθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Από τις 29-4-2005 έως το έτος 2014 ο εναγόμενος διέμενε στο σπίτι της μητέρας του επί της οδού ..., όπως άλλωστε και ο ίδιος συνομολογεί στην από 14-3-2014 αγωγή διαζυγίου που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης... χωρίς ποτέ να προβάλει δικαίωμα διαμονής στην οικοδομή που ανεγέρθηκε, ενώ το Μάιο του 2014, εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής αφού έπεισε δολίως, με παρακλήσεις, την ενάγουσα, η οποία διαμένει στο δεύτερο όροφο αυτής, να του το επιστρέφει, ακολούθως δε εγκαταστάθηκε σε αυτό με τη νέα του σύντροφο. Το κόστος για την ανέγερση της προπεριγραφείσας οικοδομής, η οποία ξεκίνησε το έτος 2001 και ολοκληρώθηκε το έτος 2005, ανήλθε σε 249.074 ευρώ, ενώ η αξία της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, προσδιορίζεται σε 237.219 ευρώ, πλέον του ποσού των 65.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία του οικοπέδου, ήτοι συνολικά σε 302.219 ευρώ... Ο ισχυρισμός του εναγομένου - εκκαλούντος ότι η οικοδομή ολοκληρώθηκε το έτος 2003, προς επίρρωση του οποίου επικαλείται και προσκομίζει την από 8-5-2003 δήλωση μεταβολών οικοδομοτεχνικού έργου προς το ΙΚΑ Νεάπολης Θεσσαλονίκης, όπου αναγράφεται ως ημερομηνία αποπεράτωσης του έργου η 30-4-2003, κρίνεται απορριπτέος στην ουσία του, καθόσον η αναγραφόμενη αποπεράτωση αφορά τον φέροντα οργανισμό και τους τοίχους πληρώσεως και όχι όλη την οικοδομή η κατασκευή της οποίας εκτίνεται σε όλο το 2004... Το κόστος ανέγερσης της οικοδομής καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του με χρήματα που εισέφεραν για το σκοπό αυτό για λογαριασμό της ενάγουσας ο πατέρας της Ι. Σ. και η μητέρα της Ε. Σ., τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 220.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο κόστος ύψους 30.000 ευρώ, καλύφθηκε με χρήματα που είχε εσοδεύσει η ενάγουσα από την εργασία της από το έτος 1993 αρχικά ως υπάλληλος στην εταιρία του εναγόμενου και στη συνέχεια ως ωρομίσθια καθηγήτρια μαθηματικών. Τα χρήματα αυτά, οι γονείς της ενάγουσας τα έφεραν σταδιακά στην Ελλάδα από τη Γερμανία, όπου εργάζονταν ως εργάτες επί 27 χρόνια, με τη διαδικασία της αγοράς συναλλάγματος μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Ειδικότερα όπως προκύπτει από τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος που η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει, με τη διαδικασία αυτή οι γονείς της ενάγουσας έφεραν σταδιακά κατά τα έτη 1994 έως και 2003 το συνολικό ποσό των 497.018,12 ευρώ και αναλυτικότερα ποσό 4.307.882 δρχ, [ήδη 12.642,35 ευρώ] το έτος 1994, ποσό 1.960.297 δρχ. [ήδη 5.752,89 ευρώ] το έτος 1995, ποσό 1.942.273 δρχ. [ήδη 5.699,99 ευρώ] το έτος 1996, ποσό 3.977.127 δρχ. [ήδη 11.671,68 ευρώ] το έτος 1997, ποσό 6.297.449 δρχ. [ήδη 18.481,14 ευρώ] το έτος 1998, ποσό 24.357.626 δρχ. [ήδη 71.482,39 ευρώ] και ποσό 371.287,68 ευρώ το έτος 2003. Μέρος των χρημάτων αυτών ύψους 220.000 ευρώ, παρέδωσαν στην ενάγουσα σταδιακά οι γονείς της για την κάλυψη του κόστους ανέγερσης της οικοδομής μέσω άτυπων δωρεών... Ο εναγόμενος-εκκαλών ισχυρίζεται ότι η ανέγερση της οικοδομής έγινε αποκλειστικά με δικά του χρήματα, η δε αποπληρωμή του εργολάβου ή των τεχνιτών γινόταν από τον ίδιο ή την ενάγουσα με χρήματα που αναλάμβαναν από τον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, ο οποίος τροφοδοτούνταν με δικά του αποκλειστικά χρήματα. Παρά ταύτα ούτε επικαλείται συγκεκριμένα ούτε προσκομίζει αντίγραφο του λογαριασμού αυτού προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μολονότι ήταν εύρωστος οικονομικά, όντας αποστασιωπημένος κατά το διάστημα της ανέγερσης της οικοδομής από τις ανάγκες της οικογένειάς του και τα θέματα που την αφορούσαν, ουδόλως συνεισέφερε στο κόστος ανέγερσής της, που έγινε αποκλειστικά με χρήματα προερχόμενα από την ενάγουσα και τους γονείς της..... Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που αναγνώρισε, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος κατά ποσοστό 39,246% και ακολούθως τον υποχρέωσε να της αποδώσει αυτούσιο ποσοστό 39,246% της συγκυριότητάς του στο προαναφερθέν ακίνητο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της αποδώσει, για τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου, αυτούσιο ποσοστό 39,246% της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του στο ανωτέρω ακίνητο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: α) της αύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και β) της συμβολής στην επαύξηση αυτή της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με την εκ μέρους της αποκλειστική καταβολή της δαπάνης ανέγερσης της διώροφης οικοδομής. Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι, επί του κείμενου στην οδό ... στην ..., οικοπέδου, συνιδιοκτησίας των διαδίκων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, το οποίο αυτοί απέκτησαν με αγορά αντί τιμήματος που κατέβαλαν εξ ημισείας, ανεγέρθηκε οικοδομή, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2001-2005, με κόστος κατασκευής, ύψους 249.074 ευρώ, β) ότι η αξία της ανωτέρω οικοδομής, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται σε 237.219 ευρώ, ενώ η αξία του ανωτέρω οικοπέδου ανέρχεται σε 65.000 ευρώ, δηλαδή η αξία του όλου ακινήτου ανέρχεται σε 302.219 ευρώ συνολικά, γ) ότι το ως άνω κόστος ανέγερσης της οικοδομής καλύφθηκε, στο σύνολό του, αποκλειστικά από την αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα καλύφθηκε κατά ποσό 30.000 ευρώ με χρήματα της ίδιας από την εργασία της και κατά ποσό 220.000 ευρώ με χρήματα που εισέφεραν, για λογαριασμό αυτής, οι γονείς της και δ) ότι ο αναιρεσείων ουδόλως συνεισέφερε στο κόστος ανέγερσης της οικοδομής, που έγινε αποκλειστικά με χρήματα προερχόμενα από την αναιρεσίβλητη, η οποία έτσι συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας αυτού κατά ποσοστό 39,246%. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Συνεπώς, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος ως άνω τέταρτος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του όρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτος. ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ. με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και, συνεπώς, έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών. Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 169/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) είχε υποχρέωση να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής της, μεταξύ των οποίων και ότι αυτή συνέβαλε στην περιουσιακή αύξηση του ίδιου με την εκ μέρους της αποκλειστική καταβολή της δαπάνης ανέγερσης της διώροφης οικοδομής, αυτό (Εφετείο), στις παρατιθέμενες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, μετέφερε ανεπίτρεπτα το βάρος απόδειξης στον ίδιο, αξιώνοντας να αποδείξει αυτός τη μη συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του και δέχθηκε τους ισχυρισμούς της τελευταίας, μολονότι εκείνη δεν απέδειξε τα θεμελιωτικά της αξίωσής της περιστατικά. Ο λόγος, όμως, αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με την εκ μέρους της αποκλειστική καταβολή της δαπάνης ανέγερσης της διώροφης οικοδομής, δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό αυτής επειδή από την αξιολόγηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν, σχημάτισε την κρίση του, ότι αυτές ήταν επαρκείς για τη θεμελίωση του σχετικού πορίσματός του για την συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με τον προαναφερόμενο τρόπο. Η αντίκρουση δε από το Εφετείο του αρνητικού, ως προς το ζήτημα αυτό, ισχυρισμού του τελευταίου ότι "η ανέγερση της οικοδομής έγινε αποκλειστικά με δικά του χρήματα, αφού η αποπληρωμή του εργολάβου γινόταν από τον ίδιο ή την ενάγουσα με χρήματα που αναλάμβαναν από τον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, ο οποίος τροφοδοτούνταν με δικά του αποκλειστικά χρήματα", με την αιτιολογία ότι εκείνος (αναιρεσείων) "ούτε επικαλείται συγκεκριμένα, ούτε προσκομίζει αντίγραφο του λογαριασμού αυτού", δεν έχει την έννοια την έννοια της επιβολής του (αντικειμενικού) βάρους απόδειξης της αγωγής στον αναιρεσείοντα, δηλαδή ότι έγινε δεκτός ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης επειδή ο ίδιος δεν απέδειξε τα ανωτέρω περιστατικά, αλλά ότι το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια. V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, επειδή η αίτηση ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το κατατεθέν, για την άσκηση αυτής, παράβολο, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), η υποχρέωση για καταβολή παραβόλου δεν ισχύει από 1.1.2016, μεταξύ άλλων και για τις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 3 του ΚΠολΔ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ διαφορά περιουσιακού δικαίου από τη σχέση των συζύγων, όπως είναι η προκείμενη (ΑΠ 1548/2022). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.7.2019 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 864/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ