Αριθμός 201/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 18/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 333/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό και ημερομηνία 134/1-6-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 484, 485 και 528.1 εδ γ' ΚΠΔ, την υπαριθ. 1/16.2.2012 αίτηση αναίρεσης του Π. Θ. Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 18/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 525 ΚΠΔ "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα και 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". 2. Οι κατά την παρ. 1 αρ. 3 αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας, της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 528.1 ΚΠΔ: "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485". Τέλος, κατά το άρθρο 484.1 εδ. α' ΚΠΔ: "Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι μόνο: α) η απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 αριθ. 1), β) η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, γ) η παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 57), δ) η έλλειψη ειδικής ατιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139, ε) η παράνομη (άρθρο 476) απόρριψη της έφεσης κατά του βουλεύματος ως απαράδεκτης και στ) η υπέρβαση εξουσίας". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά την υπό κρίση αίτηση κατά του υπ' αριθ. 18/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, στην οποία ως λόγους αναίρεσης προβάλλει: α) την απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484.1 α' σε συνδ. με το άρθρο 171 αριθ. 1α' ΚΠΔ), β) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484.1 δ' ΚΠΔ), γ) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα (άρθρο 484.1 β' ΚΠΔ) και δ) υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484.1 στ' ΚΠΔ). Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 171 αριθ. 1α'ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμα προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσής του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι στην σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, συμμετείχε η Εφέτης Ευαγγελία Καρδάση, που συμμετείχε επίσης στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθ. 1409/2004 απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης, δηλαδή της πράξης, για την οποία ζητεί με την υπό κρίση αίτηση την επανάληψη της διαδικασίας. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της εν λόγω απόφασης, στην σύνθεση του πιο πάνω δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων), δεν συμμετείχε η εν λόγω Εφέτης, αλλά άλλοι δικαστές και συγκεκριμένα η Πρόεδρος Πρωτοδικών Μόρφω Γκίκα, ως προεδρεύουσα, η Πρωτοδίκης Άννα Ρήγα και η Ειρηνοδίκης Ευτυχία Αγουρίδα. Κατά συνέπεια, τα όσα πιο πάνω υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης είναι παντελώς αβάσιμα και απορριπτέα. Β. Επειδή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει αίτηση επανάληψης της διαδικασίας υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμοι οι προβληθέντες λόγοι επανάληψης (βλ. ΑΠ 528/2004), ή αντιθέτως, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του συμβουλίου για την ανυπαρξία των προβαλλομένων με την αίτηση λόγων, οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι αυτά δεν δικαιολογούν την επανάληψη ( ΑΠ 1293/2010 ΑΠ 1269/2001, ΑΠ 1295/2003, ΑΠ 1224/94, βλ. και ΑΠ 760/98, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 454/2007, ΑΠ 1948/2002, ΑΠ 782/2002, ΑΠ 1475/97 ΑΠ 259/52). Προς τούτο αρκεί και η εξ ολοκλήρου παραπομπή στην οικεία εισαγγελική πρόταση, στην οποία περιέχονται τ` ανωτέρω (ΑΠ 454/2007, ΑΠ 570/2006). Πάντως δεν απαιτείται να αναφέρεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 567/2006, ΑΠ 561/2006), ο δε Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος (ΑΠ 2078/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αναφέρει στον δεύτερο αναιρετικό λόγο της υπό κρίση αίτησης, ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν έλαβε υπόψη την από 4.6.2009 ένορκη κατάθεση του πραγματογνώμονα Ι. Γ., όπου, μεταξύ άλλων, ανέφερε, ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου, με αριθμό κυκλοφορίας ... στην ασφαλιστική εταιρία ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α. αυτοκινήτου Θ. Π., που προκάλεσε ζημίες στο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... της Χ. Χ., τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και, κατά συνέπεια, η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρία δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει αποζημίωση στην πιο πάνω παθούσα, η δε από 8.2.2001 βεβαίωση της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, που υπογράφεται από τον εκπρόσωπό της Δ. Ν., ήταν πλαστή και, ότι τα πιο πάνω δύο στοιχεία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων), που εξέδωσε την υπ' αριθ. 1409/2004 απόφαση. Από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, όπου υπάρχει ενσωματωμένη η πρόταση της Αντεισαγγελέως Εφετών Σοφίας Αποστολάκη, στην οποία επιτρεπτώς αναφέρεται το βούλευμα αυτό, προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία και κατά συνέπεια, αυτά δεν αποτελούν "νέες αποδείξεις". Συνεπώς ορθά το με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε η από 10.10.2011 αίτηση του αναιρεσείοντα για επανάληψη της διαδικασίας και ο προκείμενος αναιρετικός λόγος θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Γ. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνον όταν το βούλευμα δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 124/2006). Βέβαια ο άνω λόγος αναφέρεται σε καταδικαστική απόφαση ( ΑΠ 842/94 ΠΧρ ΜΔ 810) και συνεπώς δεν μπορεί να έχει εδώ εφαρμογή, τουλάχιστον αμέσως. Λόγο αναιρέσεως όμως δεν αποτελεί η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών ότι τα επικαλούμενα νέα γεγονότα και αποδείξεις δεν αναιρούν την ενοχή του αιτούντος (βλ. ΑΠ 1353/2002, ΑΠ 132/60, πρβλ. 312/59, ΑΠ 182/60, ΑΠ 1295/2003), αφού πρόκειται για κρίση περί πράγματος. Το αυτό όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (βλ. ΑΠ 829/2006). Επειδή κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα στις αναφερόμενες και δη περιοριστικά περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και η αποκάλυψη μετά την οριστική καταδίκη νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότων ή αποδείξεων, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε, είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά έχει τελέσει. Ως νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα τα οποία δεν υποβλήθησαν στο καταδικάσαν δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Επομένως γεγονότα ή αποδείξεις που δεν ήσαν άγνωστα στους άνω δικαστές αλλά αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθησαν από αυτούς και δη έστω κατ`εσφαλμένη εκτίμηση των υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, όπως επίσης γεγονότα ή αποδείξεις με τα οποία ή με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και ποινικής απόψεως έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού η τελευταία δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία, δεδομένου ότι στρέφεται κατά αμετακλήτου αποφάσεως και οι ανωτέρω αιτιάσεις προσιδιάζουν σε έλεγχο που ασκείται και επιδιώκεται με ένδικο μέσο (βλ. ΑΠ 2273/2002, ΑΠ 2197/2002, ΑΠ 355/2003, ΑΠ 137/2004, -πρβλ. ΑΠ 1214/2003, ΑΠ 1295/2003, ΑΠ 383/2003, ΑΠ 1170/2002 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετικό λόγο της υπό κρίση αίτησής του επικαλείται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή όχι ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αλλά δικονομικής και δη εκείνης του άρθρου 525.2 ΚΠΔ,. Πέραν του ότι ο προκείμενος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού στρέφεται κατά δικονομικής και όχι ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι και αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, στην υπό κρίση αίτησή του, αναφέρει, ότι η από 8.2.2001 βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρίας ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α. ήταν πλαστή, πλην όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, ούτε ότι εκδόθηκε κάποια αμετάκλητη απόφαση γι' αυτήν, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 525.3 ΚΠΔ. Δ. Υπέρβαση εξουσίας, κατά την διάταξη του άρθρου 484.1 περ. στ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή τέλος παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 50) ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54) ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (άρθρο 438). Ως υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων επικαλείται, με την υπό κρίση αίτηση, το γεγονός της μη λήψης υπόψη από το Συμβούλιο του γεγονότος ότι ο υπάτιος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Θ. Π. τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου και συνεπώς, σύμφωνα με την υπ' αριθ. Κ4/585/5.4.1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6.5 του Ν. 489/76, η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρία δεν είχε υποχρέωση προς καταβολή αποζημίωσης στην παθούσα οδηγό Χ. Χ.. Πέραν του ότι, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη το γεγονός αυτό, αφού αναφέρει επί λέξει: "... Περαιτέρω επειδή με την αίτησή του αναφέρεται και στην οδήγηση του τότε παθόντος και εγκαλούντος Θ. Π. υπό την επίδραση αλκοόλης, αν και περιέχεται στο κεφάλαιο της αιτήσεώς του περί έλλειψης αιτιολογίας, που είναι απορριπτέο, κατά τα προαναφερόμενα, ακόμα και αν εκτιμηθεί, ότι εισάγεται, ως νέο στοιχείο, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ήταν γνωστό στους δικαστές που δίκασαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που αναφέρονταν στο ότι ο τότε παθών οδηγούσε μεθυσμένος..." (βλ. σελ .6-7 του βουλεύματος), ο αναιρετικός αυτός λόγος και αληθής υποτιθέμενος, δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας και θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) € σε βάρος του αναιρεσείοντα (άρθρο 3§3 Ν. 663/1977 και ΥΑ 123827/23.12.2010). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 1/16.2.2012 αίτηση του Π. Θ. Κ., κατοίκου ... κατά του υπ' αριθ. 18/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας στο σύνολό της και β) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 1 Ιουνίου 2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 16-2-2012 αίτηση αναιρέσεως του Π. Θ. Κ. κατά του υπ' αριθμ. 18/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας με το οποίο απορρίφθηκε η από 10-10-2011 αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1409/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι τυπικά παραδεκτή. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ.2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές οι οποίοι την εξέδωσαν, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 περιπτ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται επίσης, αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, στην περίπτωση όμως αυτή πρέπει σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1409/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, (που δίκασε ως Εφετείο), η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 175/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "στα Τρίκαλα την 30-6-1999 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο και, το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και συγκεκριμένα διότι αυτός ως πράκτορας της Ασφαλιστικής Εταιρείας Οικονομικής ΑΕΓΑ παρακράτησε το ποσό των 323.973 δρχ. από το μηνυτή Θ. Δ.Π., κάτοικο ..., που αφορούσε αποζημίωση υλικών ζημιών που προκάλεσε αυτός στο αριθμ. ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Χ. Χ., κατοίκου ..., και το οποίο ποσό είχε καταβάλει στις 11-3-1999 ο μηνυτής στην ως άνω παθούσα και το ιδιοποιήθηκε παράνομα". Μετά το αμετάκλητο της καταδίκης του για την ως άνω πράξη αυτός υπέβαλε την από 10-10-2011 αίτηση για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που είχε περατωθεί με την ανωτέρω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την υπ' αριθμ. 18/2012 απόφασή του απέρριψε την πιο πάνω αίτηση, αφού δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών με την υπό κρίση αίτηση του επικαλείται ότι μετά την έκδοση της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως "νέα -άγνωστα στους δικαστές γεγονότα- αποδείξεις, τα οποία μόνα τους και σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι καταδικάστηκα άδικα ενώ είμαι αθώος, διότι οι βεβαιώσεις που εκδόθηκαν από την ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΕΓΑ είναι εντελώς ψευδείς και με δόλο, όπως και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως του (Π. Θ.)" και εν συνεχεία παραθέτει τα στοιχεία τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύουν το ψευδές του περιεχομένου των εγγράφων που προσκομίσθηκαν στην ως άνω ποινική διαδικασία περί καταβολής του ποσού της αποζημίωσης από την ανωτέρω εταιρία στον αιτούντα, δηλαδή το από 8-2-2001 και υπ'αρ. 2871/16-12-2003 έγγραφα της εταιρίας. Επειδή κατά την ορθή εκτίμηση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο λόγος για τον οποίο ζητείται επανάληψη της διαδικασίας είναι ότι τα ως άνω προσκομισθέντα έγγραφα, τα οποία άσκησαν ουσιώδη επιρροή επί της καταδίκης του αιτούντος για υπεξαίρεση είναι πλαστά και τα γεγονότα που επικαλείται ως νέα αποδεικνύουν την πλαστότητα αυτών. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί επίκληση περιστατικών που αποδεικνύουν την πλαστότητα αλλά απαιτείται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 525 ΚΠΔ η πλαστότητα να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση της φερομένης, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος ως ψευδούς καταθέσεως του μάρτυρος υπερασπίσεως του Θ. Π., Α. Π., η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τέτοια απόφαση δεν προσκομίζεται ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν εκδόθηκε τοιαύτη επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Περαιτέρω, επειδή με την αίτηση του αναφέρεται και στην οδήγηση του τότε παθόντος και εγκαλούντος Θ. Π. υπό την επίδραση αλκοόλης, αν και περιέχεται στο κεφάλαιο της αιτήσεως του περί έλλειψης αιτιολογίας, που είναι απορριπτέο, κατά τα προαναφερόμενα, ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι εισάγεται, ως νέο στοιχείο, πρέπει ν'απορριφθεί, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ήταν γνωστό στους δικαστές που δίκασαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που αναφέρονταν στο ότι τότε παθών οδηγούσε μεθυσμένος. Συνεπώς θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς το υπόλοιπα κεφάλαια αυτής, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αρ. 1409/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων." Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, και περιέχει τους συλλογισμούς και τις σκέψεις που θεμελιώνουν την απορριπτική της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας κρίση, ενώ έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αιτών, τα οποία αναφέρονται στην οδήγηση του υπαιτίου οδηγού υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως. Ειδικότερα, έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη και την από 4-6-2009 ένορκη κατάθεση του πραγματογνώμονα Ι. Γ., ο οποίος ανέφερε, ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου με αριθμό κυκλοφορίας ... στην ασφαλιστική εταιρεία Οικονομική Α.Ε.Γ.Α. αυτοκινήτου Θ. Π., που προκάλεσε ζημιές στο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... της Χ. Χ., τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και κατά συνέπεια, η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει αποζημίωση στην πιο πάνω παθούσα, αφού δέχθηκε ότι το στοιχείο αυτό ήτοι της μέθης του υπαιτίου οδηγού, δεν είναι νέο, διότι "από τα πρακτικά της δίκης ήταν γνωστό στους δικαστές που δίκασαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρονταν στο ότι ο τότε παθών οδηγούσε μεθυσμένος". Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα πλήττεται για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α και 171 παρ.1 περ. α του ΚΠΔ) διότι στη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσε το υπ' αριθμ.18/2012 προσβαλλόμενο βούλευμα συμμετείχε η εφέτης Ευαγγελία Καρδάση, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος συμμετείχε και στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1409/2004 απόφαση με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαίρεσης, δηλαδή της πράξης για την οποία ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της ανωτέρω αποφάσεως προκύπτει ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση δεν συμμετείχε η εφέτης Ευαγγελία Καρδάση αλλά άλλοι, δικαστές και συγκεκριμένα η Πρόεδρος Πρωτοδικών Μόρφω Γκίκα, η Πρωτοδίκης Άννα Ρήγα και η Ειρηνοδίκης Ευτυχία Αγουρίδα. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, καθόσον τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν προβλέπεται από το άρθρο 484 του ίδιου κώδικα για δικονομικές διατάξεις, όπως είναι οι προδιαληφθείσες, η παραβίαση των οποίων θα συνιστά λόγο αναιρέσεως, είτε για απόλυση ακυρότητα, είτε για παραβίαση δεδικασμένου είτε για παράνομη απόρριψη της έφεσης κατά βουλεύματος ως απαράδεκτης, είτε τέλος για υπέρβαση εξουσίας, περί των οποίων εδώ δεν πρόκειται. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-2-2012 αίτηση του Π. Θ. Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18/2012 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012.Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ