Αριθμός 696/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπαλατσούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Χαρακτηριστικό δε της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Εξάλλου, στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης". Και στο άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν έως τις 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται: 1) Να προσδιορισθούν: α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων. 2) Να καθορισθεί, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη έως τις 10-7-2001 και σε κάθε περίπτωση έως τις 10-7-2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ. Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ: Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού, με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ. γ' του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται, ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003. Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπάγεται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, είναι και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.)", η οποία από 1-1-2001 έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 2773/1999, σε συνδυασμό με το Π.Δ. 333/2000 και δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα (βλ. και Π.Δ. 360/1991 και άρθρο 15 του Ν. 3429/2005). Β) Στο άρθρο 5 αυτού (Π.Δ. 81/2003), όπως το άρθρο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για τη πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (180/2004). Γ) Στο άρθρο 8Α (Μεταβατικές Διατάξεις) αυτού (Π.Δ. 81/2003), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσίβλητη), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. 164/2004... 3) Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών. Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 2 του Ν. 3302/2004 ορίζεται ότι: Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την ένδικη από 14-10-2005 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η.), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίζεται ότι από τον Ιούλιο του 1985 έως τον Ιούνιο του 1987 απασχολήθηκε, ως μαθητής της Τεχνικής Σχολής Μαθητείας, ειδικότητας ηλεκτροτεχνίτη, για πρακτική εξάσκηση, στο Ορυχείο Κεντρικού Πεδίου του Λιγνιτικού Κέντρου Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου της εναγομένης. Ότι από 6-9-1989 έως 31-5-1990 εργάσθηκε, με συνεχόμενες δίμηνες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ως τεχνίτης ορυχείων στο παραπάνω Ορυχείο, στη συνέχεια δε συνήφθησαν μεταξύ αυτού και της εναγομένης διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και δη από 30-6-1990 έως 29-10-1990, από 19-11-1990 έως 31-12-1990, από 3-1-1991 έως 31-1-1991, από 16-8-1991 έως 3-10-1991, από 2-12-1991 έως 30-4-1992, από 8-5-1992 έως 7-6-1992, από 15-6-1992 έως 29-1-1993, και ακολούθως από 15-11-2001 έως 14-7-2002, από 7-3-2003 έως 6-11-2003, από 16-1-2004 έως 4-12-2004 και από 1-4-2005 έως 30-11-2005, δυνάμει των οποίων διαδοχικών συμβάσεων εργάσθηκε στον ίδιο ως άνω χώρο, ως τεχνίτης ορυχείων και από 15-11-2001 ως τεχνικός ορυχείων, υπό τις οδηγίες και εντολές των εντεταλμένων οργάνων της εναγομένης, με πλήρες ωράριο εργασίας, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, όπως ακριβώς και το μόνιμο προσωπικό αυτής, που εκτελούσε την ίδια εργασία με εκείνον, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και ότι, συνεπώς, είναι προφανές ότι στη πραγματικότητα δεν υπήρξαν διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες καταχρηστικά αναγκαζόταν να υπογράψει, αλλά ότι πρόκειται περί μιας και μόνης ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που άρχισε με την αρχική πρόσληψή του στις 6-9-1989 και διαρκεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του Π.Δ. 81/2003 και τις διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Με βάση δε όσα προαναφέρθηκαν, ζήτησε ο ενάγων να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί η αντίδικός του να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως εργασίας του, στις 30-11-2005 (σύμβαση ορισμένου χρόνου από 1-4-2005 έως 30-11-2005), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή παραπάνω περιστατικά, αυτή δεν είναι νόμιμη, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που τίθενται από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/ 2004, το οποίο έχει ανάλογη εφαρμογή, κατά το άρθρο 8Α του Π.Δ. 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004), και επί της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προκειμένου οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, και τούτο διότι οι επίδικες αυτές συμβάσεις δεν ήταν διαδοχικές, κατά την παραπάνω έννοια, δεδομένου ότι, σύμφωνα πάντοτε με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή απείχαν μεταξύ τους κατά χρονικά διαστήματα πολύ μεγαλύτερα των τριών (3) μηνών και μάλιστα, κατά έξι (6) μήνες και δεκαπέντε (15) ημέρες (αφού η από 3-1-1991 σύμβαση έληξε στις 31-1-1991 και η επόμενη σύμβαση καταρτίσθηκε στις 16-8-1991), κατά οκτώ (8) ολόκληρα έτη και εννέα (9) μήνες (αφού η από 15-6-1992 σύμβαση έληξε στις 29-1-1993 και η επόμενη σύμβαση καταρτίσθηκε στις 15-11-2001), κατά επτά (7) μήνες και δεκαπέντε (15) ημέρες (αφού η από 15-11-2001 σύμβαση έληξε στις 14-7-2002 και η επόμενη σύμβαση καταρτίσθηκε στις 7-3-2003) και κατά τρεις (3) μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες (αφού η από 16-1-2004 σύμβαση έληξε στις 4-12-2004 και η επόμενη σύμβαση καταρτίσθηκε την 1-4-2005), με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμον συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών και έτσι δεν μπορούσαν οι επίδικες συμβάσεις να προσλάβουν, ενιαία, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 69/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης), απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, αν και με άλλη αιτιολογία, σε ορθό διατακτικό κατέληξε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003 και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, στο σύνολό του, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-1-2012 αίτηση του Δ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 45/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ