Αριθμός 851/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑΡΧΩΝ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ (ΣΥΝ.Π.Ε). που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριο Τσικρικά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 325/14-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:183/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 482/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 9-9-2008 έκθεση, της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 576 § 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.- Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 528 Γ'/7.12.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 2.6.2011 κλήσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 4.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης 95/2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 482/2007 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, με πράξη ορισμό δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείονται. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 του Κ.Πολ.Δ.- ΙΙ.- Aπό τις διατάξεις των άρθρων 597 ΑΚ, 661 ΚΠολΔ και 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος παρέχονται στον εκμισθωτή δύο δικαιώματα και ειδικότερα: α) να καταγγείλει για το λόγο αυτό τη σύμβαση, οπότε λύεται η σύμβαση, εκτός εάν εντός μηνός καταβληθούν τα καθυστερούμενα μισθώματα, μετά των τυχόν εξόδων της καταγγελίας, οπότε η καταγγελία καθίσταται ανενεργός και β) να ζητήσει με αγωγή απευθείας την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος, χωρίς να έχει καταγγείλει προηγουμένως τη μίσθωση, η οποία στην περίπτωση αυτή εξακολουθεί υφιστάμενη και λήγει με την εκτέλεση της απόφασης που διέταξε την απόδοση του μισθίου λόγω καθυστέρησης πληρωμής του μισθώματος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η δίκη καταργείται αν ο μισθωτής, μέχρι τέλους της επ' ακροατηρίου συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καταβάλει όλα τα καθυστερούμενα μισθώματα, μετά των παραχρήμα από τον δικάζοντα οριζομένων εξόδων καταγγελίας, εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία η εκ δυστροπίας καθυστέρηση υπήρξε επανειλημμένη, οπότε δεν επέρχεται κατάργηση της δίκης. Τέτοια όμως εξαίρεση δεν προβλέπεται επί καταγγελίας της μίσθωσης βάσει του άρθρου 597 ΑΚ και συνεπώς, εάν ο μισθωτής εντός της ως άνω προθεσμίας ασκήσει το δικαίωμα καταβολής, επέρχεται ματαίωση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, έστω και εάν επανειλημμένως καθυστερήσει την πληρωμή του μισθώματος (ΑΠ 2037/2006, ΑΠ 1708/1991). Εξάλλου, ο νόμος δεν καθιερώνει διαζευκτική ή εκλεκτική συρροή, έτσι ώστε να αποκλείεται η επικουρική ενάσκηση, με το ίδιο δικόγραφο, των προαναφερομένων δικαιωμάτων. Οπωσδήποτε όμως η διττή θεμελίωση της αξίωσης απόδοσης του μισθίου πρέπει να προκύπτει από το αγωγικό δικόγραφο. Για τη θεμελίωση της αξίωσης στο άρθρο 66 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. δεν αρκεί μόνη η διηγηματική μνεία στο αγωγικό δικόγραφο "καθυστέρησης από δυστροπία", αφού η προϋπόθεση αυτή απαιτείται και για την καταγγελία της μίσθωσης βάσει του άρθρου 597 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων συνεταιρισμός προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον ως άνω αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου σωρευτικώς και όχι επικουρικώς λόγω καταγγελίας της μίσθωσης κατ' άρθρο 597 ΑΚ και λόγω δυστροπίας κατ' άρθρο 66 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσής του. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 14.12.2004 ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη είχε εκμισθώσει στον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό το ακίνητο που περιγράφει με σύμβαση που είχε συναφθεί στις 3.3.1986 και ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 3.835,36 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων συνεταιρισμός δεν έχει καταβάλει από δυστροπία το υπόλοιπο του μισθώματος του μηνός Απριλίου 2004 και τα μισθώματα των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2004, καθώς και το χαρτόσημο που αναλογεί στα μισθώματα αυτά. Στη συνέχεια εκτίθεται στην αγωγή, ότι "ο εναγόμενος συνεταιρισμός, καίτοι ποιείται ανενόχλητη τη χρήση του μισθίου, καθυστερεί σε μένα αδικαιολογήτως τα ως άνω μηνιαία μισθώματα και τις λοιπές του από το συμφωνητικό μίσθωσης απορρέουσες υποχρεώσεις του, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου αρνείται από δυστροπία να καταβάλει σε μένα τα οφειλόμενα ποσά. Κατόπιν της κατά τα άνω εκ καθαράς δυστροπίας καθυστερήσεως καταβολής των άνω μισθωμάτων μετά των λοιπών ποσών καταγγέλλω κατ' άρθρο 597 παρ. 2 την προαναφερθείσα μίσθωση. Εν πάση περιπτώσει η άσκηση της παρούσης αγωγής ισχύει ως καταγγελία της μισθώσεως αυτής κατ' άρθρο 662 Κ.Πολ.Δ. Επειδή δια της εκ της δυστροπίας καθυστέρησης των ως άνω μισθωμάτων ο εναγόμενος κατέστησε εαυτόν αποβλητέο από το μίσθιο. Επειδή, παρά την, δια της άνω καταγγελίας επερχομένη λύση της μισθώσεως αυτής, το εναγόμενο αρνείται να αποδώσει την ελευθέρα χρήση του άνω μισθίου και δέον όπως υποχρεωθεί προς τούτο δι' αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας". Με το ιστορικό δε αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόδοση του μισθίου σ' αυτήν. Από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αγωγής με σαφήνεια προκύπτει ότι αυτή (αγωγή) στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 597 ΑΚ και ζητείται η απόδοση του μισθίου λόγω λύσης της σύμβασης μίσθωσης εξαιτίας της καταγγελίας για καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων. Η αναφορά δε, διηγηματικώς και μόνον, στο δικόγραφο της αγωγής της φράσης της καθυστέρησης των μισθωμάτων από δυστροπία δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι σωρεύεται σ' αυτή και βάση από το άρθρο 66 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο εκτίμησε καθ' όμοιο τρόπο το δικόγραφο αυτό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- ΙΙΙ.- Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσής του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής για καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, στον οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προέβη με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, και τούτο διότι ο αναιρεσείων δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την προβολή της ανωτέρω πλημμέλειας, δεδομένου ότι δεν βλάπτεται, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ της αναιρεσίβλητης σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, επιπλέον όμως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και ότι έτσι επήλθε απόσβεση της αξίωσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, πλην όμως αυτή (καταβολή των μισθωμάτων) έγινε μετά την προθεσμία του άρθρου 597 § 2 ΑΚ και επομένως εξακολουθούσε να υπάρχει η υποχρέωση του μισθωτή για απόδοση του μισθίου, αφού η μίσθωση είχε λήξει. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), που έχει καταθέσει και προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης 95/2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 482/2007 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ