Αριθμός 1876/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Π. Σ., 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάουμε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ισαάκ - Γεώργιο Γεροντίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 468/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22/7/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Α. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 37/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, που άσκησαν οι αναιρεσείουσες κατά της 468/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 10-3-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη της αναφερομένης σε αυτή δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ακινήτου (γονικής παροχής) από την πρώτη προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ). Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, ανεξάρτητα αν αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 158/2023, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014), 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξεώς του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει και κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος (Ολ ΑΠ 15/2012) και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, στοιχείο, όμως που δεν απαιτείται σε περίπτωση απαλλοτριώσεως από χαριστική αιτία, όπως είναι και η γονική παροχή (ΑΠ 88/2023, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017). Ειδικά η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως, η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020), και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 928/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει την εξιστόρηση του γεγεννημένου (των δημιουργικών στοιχείων) της απαιτήσεως κατά τον χρόνο συντελέσεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και το ληξιπρόθεσμο αυτής κατά το χρόνο της συζητήσεως της αγωγής, τον προσδιορισμό του ύψους της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού αντικειμένου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, ούτως ώστε αν το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από το ύψος της απαιτήσεως του δανειστή, η διάρρηξη να είναι μερική και να εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο προς την αξία της απαιτήσεως του δανειστή σε σχέση προς την αξία του απαλλοτριωθέντος. Είναι δε ορισμένη η αγωγή, όταν με το δικόγραφό της προσδιορίζεται η κατά την άσκηση αυτής αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ακόμη και όταν ο προσδιορισμός αυτός στηρίζεται επί του αντικειμενικού συστήματος εξευρέσεως αξιών, αφού με αυτόν τον προσδιορισμό υιοθετείται από τον ενάγοντα ότι η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ταυτίζεται προς την κατ` αντικειμενικό προσδιορισμό αντίστοιχη (ΑΠ 158/2023 και ΑΠ 637/2001). Επίσης, η αγωγή πρέπει να διαλαμβάνει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία υφίσταται όταν η υπόλοιπη (εμφανής) περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή (ΑΠ 158/2023). Συνεπώς, δεν αποτελεί στοιχείο της σχετικής αγωγής η αξία της υπόλοιπης (εμφανούς) περιουσίας του οφειλέτη. Γ. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, 496/2016, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 853/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει το ακόλουθο ιστορικό: "Ότι την 01.10.2010 δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού χορήγησε δάνειο στον Π. Κ. του Χ. ποσού 160.000 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος όφειλε να αποδώσει έως τις 30.06.2014 και προς τούτο εξέδωσε 18 συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε ο Π. Κ.. Ότι την αποπληρωμή του δανείου εγγυήθηκαν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό οι εναγόμενες, οι οποίες υπέγραψαν τις συναλλαγματικές ως τριτεγγυήτριες. Ότι την 12η Νοεμβρίου του έτους 2013, ενώ είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες δέκα από τις ως άνω συναλλαγματικές η πρώτη εναγομένη, με σκοπό να αποφύγει την ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος σε βάρος της και ενώ γνώριζε την ανωτέρω οφειλή της προς αυτόν, με το υπ' αρ. .../12-11-2013 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Λαλαγιάννη, που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα της Β. Κ. (δεύτερη εναγόμενη) το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, αξίας 164.263,11 ευρώ, σύμφωνα με την αντικειμενική αξία αυτού που αναγράφεται στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη. Ότι το ανωτέρω ακίνητο ήταν το σημαντικότερο από άποψη εμπορικής και αντικειμενικής αξίας, μη βεβαρημένο περιουσιακό στοιχείο της ακίνητης περιουσίας της πρώτης εναγομένης, καθότι η υπολειπόμενη περιουσία αυτής, αφενός δεν επαρκεί, αφετέρου είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό της βεβαρημένη με προσημείωση υποθήκης για ποσό 120.000 ευρώ από την ΕΤΕ. Ότι η πρώτη εναγομένη γνώριζε τόσο η ίδια όσο και η δεύτερη εναγομένη την ύπαρξη της οφειλής της προς τον ενάγοντα, ότι το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο είχε τη μεγαλύτερη εμπορική αξία, ότι οι εναγόμενες ενήργησαν με μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του ενάγοντος και ότι η πρώτη εναγομένη έχει καταστεί και είναι σήμερα αφερέγγυα." Με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε τη διάρρηξη της αναφερομένης στην αγωγή απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι αναφέρει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων και την ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας της πρώτης εναγομένης για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος, η οποία είναι βεβαρημένη με προσημείωση υποθήκης υπέρ άλλου δανειστή, χωρίς να είναι αναγκαίος για το ορισμένο της αγωγής και ο προσδιορισμός της αξίας της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας της πρώτης εναγομένης. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι, ενώ η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη επειδή δεν αναφερόταν σ' αυτήν η αξία της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας της πρώτης εναγομένης και ότι ο ισχυρισμός για την αοριστία αυτή είχε προταθεί με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, εντούτοις αυτό απέρριψε τον λόγο και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, είναι αβάσιμος. Δ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της συμβάσεως, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019).Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 900/2023, ΑΠ 766/2019 και ΑΠ 1360/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχεται ότι οι περιεχόμενες στην από 1-10-2010 σύμβαση, δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, ότι το δάνειο καταβάλλεται προκειμένου ο δανειολήπτης να αντιμετωπίσει τη δική του συμμετοχή στις δαπάνες ανακαινίσεως του καταστήματος, που λειτουργούσε επ' ονόματί του, είναι απόλυτα σαφείς και πλήρεις, στη συνέχεια προβαίνει σε ερμηνεία αυτών των δηλώσεων βουλήσεως, τροποποιώντας και συμπληρώνοντας το περιεχόμενό τους, δεχόμενο ότι το δάνειο δόθηκε, επιπλέον και για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που είχε αναπτύξει ο δανειολήπτης με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία χαρτικών και πλαστικών. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο ενάγων την 01.10.2010, δυνάμει του υπό την ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, χορήγησε δάνειο στον Π. Κ., του Χ. και της Μ., ποσού εκατόν εξήντα χιλιάδων (160.000,00) ευρώ, με τη ρητή συμφωνία που περιελήφθη στο συμφωνητικό να του το αποδώσει ο τελευταίος σε ορισμένη ημερομηνία και συγκεκριμένα μέχρι 30.06.2014. Την αποπληρωμή του δανείου εγγυήθηκαν οι εναγόμενες, μητέρα και αδελφή του λήπτη του δανείου αντίστοιχα, οι οποίες συμβλήθηκαν δια της ιδιόχειρης υπογραφής τους στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό, ως εγγυήτριες......... Γενεσιουργός αιτία των επίδικων συμβατικών σχέσεων ήταν η σύσταση με το από 01.10.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό αφανούς εταιρείας μεταξύ του πατέρα του ενάγοντος και μάρτυρα αποδείξεως, Π. Α., ως αφανούς εταίρου και του ως άνω αναφερόμενου λήπτη του δανείου, Π. Κ., ως εμφανούς εταίρου. Πιο συγκεκριμένα ο Π. Κ., του Χ. και της Μ., λήπτης του δανείου είχε εγκατεστημένη και λειτουργούσε επ' ονόματί του, στην Πάτρα, σε ακίνητο της αποκλειστικής κυριότητας της πρώτης εναγόμενης - εκκαλούσας, Μ., συζύγου Χ. Κ., μητέρας του, επί της οδού ..., επιχείρηση SNAK BAR- ΚΑΦΕ, με τον τίτλο "...". Ο πατέρας του ενάγοντος - εφεσίβλητου, Π. Α., του Ν., συγγενής των εναγόμενων και συγκεκριμένα υιός της αδελφής της πρώτης εναγόμενης, κατά τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 με προφορική συμφωνία με τον Π. Κ. συνέστησαν αφανή εταιρία με εμφανή εταίρο τον τελευταίο και αφανή τον πρώτο και ποσοστό συμμετοχής 50/100 καθένας εξ αυτών, έδρα την πόλη των Πατρών και δη το προαναφερόμενο κατάστημα και αντικείμενο την εκμετάλλευση της ως άνω επιχείρησης "καφέ - μπαρ", καθώς και την εγκατάσταση επιχείρησης εισαγωγής και εμπορίας χαρτικών και πλαστικών. Προς επίτευξη δε του ως άνω σκοπού της αφανούς εταιρίας, ο Π. Κ. - δανειολήπτης εισέφερε στην αφανή εταιρία την χρήση του ακινήτου που στεγαζόταν η επιχείρηση, το οποίο είχε παραχωρήσει σε αυτόν, άνευ οικονομικού ανταλλάγματος, η ιδιοκτήτρια - μητέρα του -πρώτη εναγόμενη, συμφώνησαν δε οι εταίροι ότι θα κατέβαλαν από κοινού τις δαπάνες που θα απαιτούνταν για την πλήρη ανακαίνιση του καταστήματος, ώστε αυτό να λειτουργήσει ως καφέ - μπαρ, κατόπιν προσωπικής εργασίας του Π. Α., ο οποίος ήταν και ξυλουργός στο επάγγελμα. Μάλιστα, στην από 1η Οκτωβρίου 2010 σύμβαση δανείου αναγράφεται ρητά ότι το ποσό δανείου δόθηκε λόγω της στενής συγγενικής σχέσης δανειστή και δανειζομένου και με το οποίο ο δανειζόμενος θα αντιμετωπίσει την δική του συμμετοχή στις δαπάνες ανακαίνισης δηλαδή είναι δάνειο ατομικό και όχι της εταιρείας. Περαιτέρω, οι ως άνω εταίροι της αφανούς εταιρείας είχαν έρθει και σε προφορική συμφωνία μεταξύ τους και είχαν ξεκινήσει και επιχείρηση εμπορίου πλαστικών σακουλών και επίπλων. Την επιχειρηματική αυτή προσπάθεια του γιου και αδελφού τους αντίστοιχα, οι εναγόμενες την γνώριζαν και για τον λόγο αυτό αποδέχθηκαν να συμβληθούν ως τριτεγγυήτριες προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ο αδελφός τους. Εξαιτίας, επομένως, έλλειψης κεφαλαίων από τον Π. Κ., ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και δη της λειτουργίας έως τότε της παραπάνω επιχείρησης ως καφενείο, ο ενάγων αποφάσισε για τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν να δανείσει το επίδικο ποσό, ήτοι των 160.000 ευρώ σε αυτόν (Π. Κ.), αφού προηγουμένως συνεννοήθηκε προς τούτο με τον πατέρα του και αφανή εταίρο της εταιρίας, εξασφαλίζοντας έτσι με την σειρά του την πραγματοποίηση των επιχειρηματικών σχεδίων των εταίρων της αφανούς εταιρείας........ Στην πορεία όμως, οι συμβατικές σχέσεις των εταίρων στην αφανή εταιρία αλλά και των συμβαλλόμενων στη σύμβαση δανείου, δανειστή ενάγοντα και λήπτη του δανείου, δεν εξελίχθηκαν ομαλά, με αποτέλεσμα ο λήπτης του δανείου να μην καταβάλει κανένα ποσό ήτοι να οφείλει ολόκληρο το ποσό του επίδικου δανείου και να μην το έχει μέχρι σήμερα εξοφλήσει, παρά τις δεσμεύσεις που επανέλαβε με την σχετική έγγραφη από 30-9-2012 δήλωσή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι η πρώτη εναγόμενη θα αποπληρώσει το επίδικο δάνειο. Ταυτόχρονα, δε, οι εναγόμενες - εγγυήτριες και ως εκ τούτου υπόχρεες στην αποπληρωμή του δανείου, δεν εξόφλησαν το ποσό του δανείου προς τον ενάγοντα. Η απαίτηση δε του ποσού του δανείου από τον ενάγοντα έναντι του πρωτοφειλέτη - λήπτη του δανείου και των εναγομένων ως εγγυητριών, έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή καθόσον ήδη κατά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από 30.06.2014, οπότε παρήλθε η δήλη ημέρα για την επιστροφή του δανείου. Συνεπώς είναι βάσιμη και υπαρκτή η απαίτηση του ενάγοντος από το επίδικο δάνειο και η βάσει αυτής απαίτηση εκ της εγγύησης, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του περί αντιθέτου λόγου της ένδικης έφεσης των εναγομένων. Ομοίως ενόψει των ως άνω που διεξοδικώς συμφωνήθησαν και μάλιστα εγγράφως, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων, περί ακυρότητας της κύριας σύμβασης δανείου λόγω εικονικότητας, άλλως ως αντίθετης στα χρηστά ήθη επειδή είναι καταπλεονεκτική. Βάσει των προεκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι η ευθύνη των εναγόμενων ως εγγυητριών, προέρχεται από την ανωτέρω πρώτη από 01.10.2010 έγκυρη σύμβαση, στην οποία βεβαιώθηκε ότι ο ενάγων χορήγησε δάνειο στον Π. Κ., ποσού 160.000,00 ευρώ, με τη ρητή συμφωνία να του το αποδώσει ο τελευταίος σε ορισμένη ημερομηνία και συγκεκριμένα μέχρι 30.06.2014, την αποπληρωμή του οποίου δανείου εγγυήθηκαν αυτές υπογράφοντας με την ανωτέρω ιδιότητά τους το συμφωνητικό αυτό..". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων με το να δεχθεί ότι με το από 1-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως δανείου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέβαλε στον Π. Κ. το ποσό των 160.000 ευρώ, αποδοτέο μέχρι τις 30-6-2014, προκειμένου ο Π. Κ. να αντιμετωπίσει τη δική του συμμετοχή στις δαπάνες ανακαινίσεως του ακινήτου, όπου στεγαζόταν η επιχείρηση καφέ - μπαρ και για την επιχείρηση εμπορίου πλαστικών σακουλών και επίπλων. Και τούτο διότι, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο, ο Π. Κ. και ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου κατά το Σεπτέμβριο του 2010 συνέστησαν αφανή εταιρεία με αντικείμενο την εκμετάλλευση της ως άνω επιχειρήσεως καφέ - μπαρ, καθώς και την εγκατάσταση επιχειρήσεως εισαγωγής και εμπορίας χαρτικών, πλαστικών και επίπλων, ο Π. Κ. αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ο αναιρεσίβλητος αποφάσισε να του δανείσει το ποσό των 160.000 ευρώ, εξασφαλίζοντας έτσι με τη σειρά του την πραγματοποίηση των επιχειρηματικών σχεδίων των εταίρων της αφανούς εταιρείας. Τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή και από το κείμενο του από 1-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβάσεως δανείου και τους περιεχόμενους σ' αυτό όρους, χωρίς να δημιουργείται καμμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε το δικαστήριο, το οποίο διηγηματικώς μόνον αναφέρθηκε στις συγγενικές και επιχειρηματικές σχέσεις μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων μερών. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 2. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε :α) το αληθινό περιεχόμενο της από 1-10-2010 συμβάσεως δανείου, καθώς, μολονότι, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, στην εν λόγω σύμβαση αναγράφεται ρητά ότι το ποσό του δανείου δόθηκε για να αντιμετωπίσει ο δανειζόμενος εμφανής εταίρος τη συμμετοχή του και μόνον στις δαπάνες ανακαινίσεως και επαναλειτουργίας του καταστήματος, τελικά το Εφετείο καταλήγει ότι δικαιολογητική αιτία του δανειζόμενου ως άνω ποσού ήταν όχι μόνον η κάλυψη των δαπανών ανακαινίσεως του καταστήματος, αλλά και η ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του δανειολήπτη, σχετικής με την εισαγωγή και εμπορία χαρτικών και πλαστικών, που ασκούσε αυτός στο πλαίσιο της αφανούς εταιρείας που είχε συστήσει με τον πατέρα του ενάγοντος και β) το αληθινό περιεχόμενο του από 1-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως αφανούς εταιρείας, που καταρτίστηκε μεταξύ του πατέρα του ενάγοντος και του δανειολήπτη, καθόσον, αν και σε αυτό δεν περιέχεται οποιαδήποτε αναφορά σε πρόσθετη επιχειρηματική δραστηριότητα της αφανούς εταιρείας, πλην αυτής της ανακαινίσεως και επαναλειτουργίας του καταστήματος, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω αφανής εταιρεία είχε ως πρόσθετη επιχειρηματική δραστηριότητα και εκείνη της εισαγωγής και εμπορίας χαρτικών και πλαστικών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσον αφορά την από 1-10-2010 σύμβαση δανείου πλήττει τη σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος από 1-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως αφανούς εταιρείας. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις 939 ΑΚ, 68 και 73 ΚΠολΔ, μη απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει τη σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Ε. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Το νόμιμο δε της επικλήσεως κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της εφέσεως. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτές προσκόμισαν με επίκληση και από τα οποία αποδεικνύονταν η βασιμότητα της ενστάσεως ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, που προέβαλαν πρωτοδίκως και με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους, ο οποίος εσφαλμένα απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα : 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π. Α., που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα υπ'αρ. 468/2018 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, 2) το από 20-10-2014 σημείωμα του Π. Α. - πατέρα του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, 3) τις από 10-4-2014 προτάσεις του Π. Α. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, 4) τις από 12-6-2015 προτάσεις του Π. Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γαστούνης και 5) το υπ'αρ. πρωτ. .../13-11-2014 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του αναιρεσίβλητου. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι προσκομιζόμενες γνήσιες φωτογραφίες και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι, οι οποίες λήφθηκαν σε άλλες δίκες και λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί υπάρξεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. ΣΤ . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στον τρίτο λόγο της εφέσεώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί ακυρότητας της συμβάσεως δανείου, λόγω εικονικότητας, άλλως ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αποδεικνύουν την ανυπαρξία της απαιτήσεως του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου σε βάρος της πρώτης εξ αυτών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Z. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο συνιστά η παραβίαση από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 175/2019, ΑΠ 200/2018). Από το συνδυασμό των διατάξεων 438, 440, 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο ως προς τα περιεχόμενα σε αυτά για τα οποία ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του. Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων, για τις οποίες ο συμβολαιογράφος δεν έχει δική του αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 801/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο προσέδωσε στο υπ' αρ. .../12-11-2013 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών, Ελένης Λαλαγιάννη, με το οποίο συντελέστηκε η φερόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος, δεχόμενο ότι αυτό δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την αναγραφόμενη σ' αυτό αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ύψους 164.263,11 ευρώ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα : "Η αξία του ανωτέρω ακινήτου όπως εκτιμάται από τις προσκομιζόμενες από τις εναγόμενες δηλώσεις ΕΝΦΙΑ, η οποία κρίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου, ανέρχεται στο ποσό των 79.906,18 ευρώ (βλ. πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ έτους 2015) και όχι στο ποσό των 164.263,11 ευρώ που αναγράφεται στο παραπάνω υπ' αρ. .../2013 συμβόλαιο γονικής παροχής. Κατά, δε, το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης η ληξιπρόθεσμη οφειλή της πρώτης εναγομένης ανερχόταν στο ποσό των 72.000 ευρώ (Το ποσό αυτό αντιπροσώπευαν οι εννέα από τις συνολικά 18 συναλλαγματικές που είχαν εκδοθεί για την εξυπηρέτηση του δανείου, κατά χρονική σειρά, πλην της πρώτης εξ αυτών, ποσού 8.000 ευρώ έκαστη, την πληρωμή δε του ποσού αυτού είχε αναλάβει η πρώτη εναγόμενη), ήδη, δε, κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής το συνολικά οφειλόμενο ποσό από την επίδικη σύμβαση του δανείου των 160.000 ευρώ είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό..." Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δέχθηκε ανελέγκτως, ανταποδεικτικώς, χωρίς την προσβολή του συμβολαίου ως πλαστού, καθόσον δεν πρόκειται για όσα βεβαιώνει ο συμβολαιογράφος ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του, ότι η αναγραφόμενη σ' αυτό αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των 164.263,11 ευρώ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι η πραγματική αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 79.906,18 ευρώ, όπως εκτιμάται από τις δηλώσεις ΕΝΦΙΑ έτους 2015. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 37/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ