Αριθμός 1193/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. χήρας Π. Θ., το γένος Ε. Λ., κατοίκου ... και 2. Γ. Θ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θωμά Μήνο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Κουτούγερα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1850/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3051/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 27-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και εν μέρει του δεύτερου λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά μεν το άρθρο 574 του ΑΚ "με τη σύμβαση μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", κατά δε το άρθρ. 596 του ιδίου Κώδικα "ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο, έχει δικαίωμα όμως να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας κατ' άλλο τρόπο το μίσθιο". Από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι επί μισθώσεως πράγματος ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου. Έτσι, αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο άκαιρα και χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της μισθώσεως, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής, έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο, το μέχρι τη λήξη, υπόλοιπο χρόνο της μισθώσεως και εωσότου αυτό να εκμισθωθεί εκ νέου, αν δε εκμισθωθεί σε τρίτο με μικρότερο μίσθωμα τη διαφορά μεταξύ του παλαιού και του νέου μισθώματος έως τη λήξη του χρόνου της μισθώσεως (ΑΠ 760/2000, ΑΠ 617/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 66 ΕισΝ ΚΠολΔ, αν ο μισθωτής καθυστερήσει το μίσθωμα από δυστροπία, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει να του αποδοθεί το μίσθιο όσο διαρκεί η μίσθωση, και αν δεν την κατήγγειλε κατά το αρθρ. 597 ΑΚ, η άσκηση, όμως, της αγωγής στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ως καταγγελία της συμβάσεως. Σε περίπτωση λοιπόν ασκήσεως της αγωγής αυτής, η σύμβαση μισθώσεως εξακολουθεί και μετά ταύτα υφισταμένη, λύνεται δε πρόωρα, είτε με την οικιοθελή απόδοση του μισθίου από το μισθωτή προς αποτροπή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και την ανάληψη του από τον εκμισθωτή, είτε με την αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που διατάσσει την απόδοση του μισθίου (ΑΠ 1.035/2001). Ωστόσο, και στην περίπτωση της πρόωρης αυτής λύσεως της μισθώσεως λόγω της καθυστερήσεως καταβολής μισθώματος από δυστροπία, ο εκμισθωτής έχει κατά του μισθωτή, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του αρθρ. 597 § 1 εδάφ. β ΑΚ και επί της αγωγής του αρθρ. 66 ΕισΝ ΚΠολΔ, αξίωση αποζημιώσεως για το διαφυγόν κέρδος, ήτοι για το μίσθωμα όλου του υπολοίπου χρόνου της μισθώσεως, το οποίο θα εισέπραττε από τον ίδιο και το απώλεσε εξαιτίας της πρόωρης λύσεως της, αν δε τούτο ήθελε εκμισθωθεί σε τρίτο με μικρότερο μίσθωμα αξίωση για καταβολή της διαφοράς μεταξύ του παλιού και του νέου μισθώματος ως τη λήξη της μισθώσεως (ΑΠ 189/1984). Τέλος, το ποσό, το οποίο κατά τη σύναψη της μισθώσεως δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση των όρων της συμβάσεως από μέρους του και αποκαλείται καταχρηστικά εγγύηση, διότι δεν έχει καμία σχέση με τη σύμβαση εγγυήσεως, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα αρθρ. 847 επ. του ΑΚ, αποτελεί στην πραγματικότητα εγγυοδοσία και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει κάθε απαίτηση του εκμισθωτή από τη σύμβαση μισθώσεως. Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει απαιτήσεις α) για ζημιές από μεταβολές και φθορές στο μίσθιο πέρα από τη συνήθη χρήση, β) για την πληρωμή δαπανών που βαρύνουν το μισθωτή (κοινόχρηστα, δαπάνες κατανάλωσης νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφώνου κλπ.), γ) για την εξόφληση καθυστερούμενων μισθωμάτων, με το αναλογούν σε αυτά τέλος χαρτοσήμου, και τους τόκους υπερημερίας αυτών, δ) την καταβολή συμφωνημένων ποινών, και ε) ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του μισθωτή. Η εγγύηση δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο και διέπεται από τη γενόμενη γι' αυτή συμφωνία (άρθρ. 361 ΑΚ) σε συνδυασμό και με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (αρθρ. 173, 200, 288 ΑΚ). Μετά τη λήξη της μισθώσεως η δοθείσα εγγύηση επιστρέφεται, εφόσον ο εκμισθωτής δεν έχει κάποια από τις αναφερθείσες απαιτήσεις κατά του μισθωτή ή δεν συντρέχει λόγος καταπτώσεως αυτής, οπότε αυτή λειτουργεί ως ποινική ρήτρα (ΑΠ 496/2003, ΑΠ 585/1997). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 15 Σεπτεμβρίου 2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στον εναγόμενο ένα διαμέρισμα, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 70% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 30% εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος, αποτελούμενο από τρία δωμάτια, λίβινγκ-ρουμ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της επί της οδού … αρ…, στο ... διώροφης οικοδομής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον μισθωτή ως κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του. Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε τριετής, αρχομένη από 15-9-2005 και λήγουσα στις 15-9-2008, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 600 €, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ ποσοστού 3,6%. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται εντός των τριών πρώτων ημερών κάθε μισθωτικού μήνα, δηλαδή από τη 15η έως τη 17η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. Ο μισθωτής, κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου, κατέβαλε το ποσό των 600 €, που αντιστοιχεί σε ένα μίσθωμα, ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση των όρων της συμβάσεως εκ μέρους του, ενώ συμφωνήθηκε (4ος όρος), ότι αυτό θα αναπροσαρμόζεται σε κάθε αύξηση του μισθώματος στο ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος και θα επιστραφεί μετά την εμπρόθεσμη, κατά τη λήξη της μισθώσεως, αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο, την παράδοση των κλειδιών αυτού και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών. Επίσης, με τον 17° όρο του μισθωτηρίου ορίστηκε ότι, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του μισθώματος και κάθε άλλης πρόσθετης υποχρεώσεως του μισθωτή ή παραβάσεως οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού, ο εκμισθωτής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, να αποβάλει τον μισθωτή από το μίσθιο και να ζητήσει αποζημίωση για κάθε ζημία που υπέστη. Στις περιπτώσεις αυτές καταπίπτει σαν ποινική ρήτρα υπέρ του εκμισθωτή η δοθείσα εγγύηση, Από της υπογραφής του συμφωνητικού ο εναγόμενος παρέλαβε το μίσθιο και έκτοτε το χρησιμοποιούσε ως κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του. Επειδή, όμως, καθυστέρησε την καταβολή δεδουλευμένων μισθωμάτων, οι ενάγοντες, με την από 26-6-2006 (αριθμός καταθέσεως 4137/29-6-2006) προγενέστερη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν την απόδοση του μισθίου για καθυστέρηση του μισθώματος από δυστροπία του μισθωτή και την επιδίκαση του αναφερομένου ποσού για οφειλόμενα μισθώματα. Επί της αγωγής αυτής και της ασκηθείσας από το μισθωτή ανταγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 93/12-1-2007 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του μισθωτή περί λύσεως της μισθώσεως με καταγγελία του τελευταίου, έγινε δεκτή η αγωγή, διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 2.486,40 € για οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 15-6-2006 έως 14-10-2006, ενώ απορρίφθηκε η ανταγωγή. Επί ασκηθείσας εφέσεως κατ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 7864/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς τις αφορώσες την αγωγή διατάξεις της. Στο μεταξύ οι ενάγοντες, στις 9-2-2007, επέδωσαν στον εναγόμενο αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση της ανωτέρω προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης αποφάσεως και μετά ταύτα ο εναγόμενος, συμμορφούμενος προς το διατακτικό της αποφάσεως, παρέδωσε στις 15-2-2007 τα κλειδιά του μισθίου στους ενάγοντες, τα οποία οι τελευταίοι παρέλαβαν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους και με σκοπό να λυθεί η μίσθωση. Με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τα μισθώματα, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, του χρονικού διαστήματος από 15-10-2006 έως 14-2-2007 συνολικού ποσού 2.475,80 € (και ως προς τις παραδοχές της αυτές δεν πλήττεται με την έφεση του εναγομένου). Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, όπως η ένδικη μίσθωση λύθηκε στις 15-2-2007, δηλαδή πριν τη λήξη της συμβατικής της διάρκειας, το δε μίσθιο διαμέρισμα εκμισθώθηκε σε τρίτο και συγκεκριμένα στον Δ. Τ. στις 15-5-2007, παραμένοντας κενό επί τρεις μήνες και έτσι οι ενάγοντες απώλεσαν το συμβατικό μίσθωμα του χρονικού αυτού διαστήματος. Οι τελευταίοι, ενόψει του ότι ο εναγόμενος είχε αποχωρήσει από το μίσθιο και κάλεσε αυτούς να παραλάβουν τα κλειδιά στις 15-9-2006, τα οποία είχαν από τότε στη διάθεση τους, θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη ζημία τους εκμισθώνοντας το ακίνητο τους σε τρίτον, δεδομένου ότι η ζήτηση ακινήτων στην περιοχή, όπου αυτό βρίσκεται, είναι αυξημένη. Η παράλειψη τους, όμως, να εκμισθώσουν το ακίνητο, παρότι αυτό ήταν στη διάθεση τους τόσους μήνες, συνιστά κατά το άρθρο 300 ΑΚ συντρέχον πταίσμα τους, στο οποίο οφείλεται η ζημία τους, συνιστάμενη στην απώλεια των μισθωμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-2007 έως 14-5-2007, που παρέμεινε κενό το μίσθιο. Κατόπιν αυτών, η ένσταση του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους, είναι βάσιμη στην ουσία της και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, να απορριφθεί η αγωγή κατά το αίτημα αποζημιώσεως ύψους 1.800 €, λόγω πρόωρης λύσεως της μισθώσεως. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε διαφορετικά σχετικά με τα ανωτέρω και, αφού απέρριψε την ένσταση του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους, επιδίκασε στους ενάγοντες ως αποζημίωση το ποσό των 1.800 € το οποίο θα εισέπρατταν με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ως μίσθωμα, εάν δεν λυνόταν πρόωρα η ένδικη μίσθωση, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου συναφή λόγο της εφέσεως του εναγομένου, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, σχετικά με τη δοθείσα εγγύηση των 600 € για την καλή εκτέλεση των όρων της συμβάσεως εκ μέρους του εναγομένου, με τους όρους του μισθωτηρίου, που προαναφέρθηκαν, συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό θα κατέπιπτε ως ποινική ρήτρα υπέρ των εκμισθωτών μόνο στις αναφερόμενες στον 17° όρο περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι τελευταίοι είχαν το δικαίωμα να καταγγείλουν και να λύσουν μονομερώς τη σύμβαση για παράβαση όρων αυτής εκ μέρους του μισθωτή. Τέτοια, όμως, περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η μίσθωση λύθηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και όχι κατόπιν καταγγελίας, ο δε εναγόμενος μισθωτής, με τη λύση της μισθώσεως και την αποχώρηση του από το μίσθιο, δεν άφησε ανεκκαθάριστους εκκρεμείς λογαριασμούς και ως εκ τούτου οι εκμισθωτές υποχρεούνται να του επιστρέψουν το ανωτέρω ποσό των 600 €, που κατέβαλε ως εγγύηση κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, όπως ρητά συμφωνήθηκε με τον 4° όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού. Άλλωστε, η συνομολόγηση, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωση της παροχής (ως εν προκειμένω του μισθώματος), επιπλέον του θεμιτού τόκου (που επιδικάστηκε πρωτοδίκως) και προσθέτου χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας, αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου περί ανωτάτου ποσοστού τόκου και είναι άκυρη κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας (ΑΠ 1438/1997). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση σχετικά με τα ανωτέρω και δέχθηκε την ανταγωγή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε μοναδικός λόγος της εφέσεως των αντεναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει α) η έφεση των αντεναγομένων να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και β) η έφεση του εναγομένου να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τη διάταξη της, που αφορά το κεφάλαιο αποζημιώσεως, λόγω πρόωρης λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως, καθώς και κατά τη διάταξη της για τα δικαστικά έξοδα. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της κατά το αίτημα που αφορά την αποζημίωση, λόγω πρόωρης λύσεως της μισθώσεως" Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) όσον αφορά το ζήτημα της αποδόσεως (επιστροφής) της εγγυήσεως στον εναγόμενο-αντενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις αναλογικά εφαρμοζόμενες, εφόσον συντρέχει λόγος καταπτώσεως της εγγυοδοσίας, σχετικές διατάξεις του ΑΚ περί ποινικής ρήτρας (άρθρα 404 επ. ΑΚ) και διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό στην προσβαλλόμενη απόφασή της ελλιπείς, ασαφείς, και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι με τον 17° όρο του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε η κατάπτωση της δοθείσας, εγγυήσεως ως ποινικής ρήτρας σε περίπτωση παραβιάσεως οποιουδήποτε όρου του συμφωνητικού αυτού και ότι η μίσθωση λύθηκε πρόωρα, δηλαδή πριν τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της με την οικιοθελή απόδοση του μισθίου από τον αντενάγοντα αναιρεσίβλητο μισθωτή προς αποτροπή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και την ανάληψη του από τους αντεναγόμενους αναιρεσείοντες εκμισθωτές με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος τους, παραδοχή η οποία επαγόταν την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού τους περί καταπτώσεως της εγγυήσεως λόγω παραβιάσεως του όρου του μισθωτηρίου περί διαρκείας της συμβάσεως μισθώσεως, στη συνέχεια δέχθηκε: α) ότι το ποσό της εγγυοδοσίας θα κατέπιπτε ως ποινική ρήτρα υπέρ των εκμισθωτών μόνο στις αναφερόμενες στον 17° όρο περιπτώσεις, οπότε οι τελευταίοι θα είχαν το δικαίωμα να καταγγείλουν και να λύσουν μονομερώς τη σύμβαση για παράβαση όρων αυτής εκ μέρους του μισθωτή, αλλά τέτοια περίπτωση δεν συνέτρεξε εν προκειμένω, αφού η μίσθωση λύθηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και όχι κατόπιν καταγγελίας, ο δε εναγόμενος μισθωτής, με τη λύση της μισθώσεως και την αποχώρηση του από το μίσθιο, δεν άφησε ανεκκαθάριστους εκκρεμείς λογαριασμούς και ως εκ τούτου οι εκμισθωτές υποχρεούνταν να του επιστρέψουν το ποσό των 600 €, που κατέβαλε ως εγγύηση κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, όπως ρητά συμφωνήθηκε με τον 4° όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, και β) ότι η συνομολόγηση, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωση της παροχής (ως εν προκειμένω του μισθώματος), επιπλέον του θεμιτού τόκου (που επιδικάστηκε πρωτοδίκως) και προσθέτου χρηματικού ποσού ως ποινικής ρήτρας, αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου περί ανωτάτου ποσοστού τόκου και είναι άκυρη κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η κατάπτωση της εγγυοδοσίας ως ποινικής ρήτρας είχε προταθεί λόγω καθυστερήσεως καταβολής μισθωμάτων, ενώ αληθώς τούτο είχε προταθεί από τους αναιρεσίβλητους λόγω της πρόωρης λύσεως της μισθώσεως. Ακολούθως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ συναφείς δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η ανταγωγή του αναιρεσίβλητου για απόδοση σε αυτόν της εγγυήσεως των 600 ευρώ, πρέπει να γίνουν δεκτοί και κατ' ουσίαν. Β) Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της μη επιδίκασης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες από το Εφετείου του ποσού των 1800 ευρώ ως διαφυγόντος κέρδους (απώλεια μισθωμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 15-2-2007 έως 14-5-2007 που παρέμεινε κενό το μίσθιο τους λόγω της πρόωρης αποχώρησης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου), λόγω της παραδοχής της από το άρθρο 300 ΑΚ ενστάσεως του τελευταίου ως βάσιμης, οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε τι συνίσταται το συντρέχον πταίσμα των αναιρεσειόντων για τη μη έγκαιρη νέα εκμίσθωση του ακινήτου τους, δηλονότι αυτή οφείλετο σε απροθυμία τους να εκμισθώσουν άμεσα εκ νέου το μίσθιο ακίνητο ή σε άλλη αιτία, εκθέτοντας σχετικά και τα δηλωτικά της τοιαύτης βουλήσεως τους πραγματικά περιστατικά (μη καταχώρηση αγγελίας για εκμίσθωση του σε εφημερίδες, αποπομπή υποψηφίων μισθωτών χωρίς σοβαρό λόγο, κλπ.), μη αρκούσας για την θεμελίωση και την ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του άρθρου 300 ΑΚ μόνης της αιτιολογίας, ότι οι εκμισθωτές θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη ζημία τους εκμισθώνοντας το ακίνητο τους σε τρίτο, διότι η ζήτηση ακινήτων στης περιοχή, όπου βρίσκεται το μίσθιο, είναι αυξημένη. Επομένως, ως προς το κεφάλαιο αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα μέρη που πλήττεται (όχι ως προς την επιδίκαση των μισθωμάτων και των επ' αυτών τόκων) παραλείπει δε η έρευνα του πρώτου και τέταρτου και τελευταίου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της (επιδίκαση διαφυγόντων κερδών και την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας-εγγύησης) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου θα συμμετέχουν δικαστές άλλοι, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3051/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναιρούμενα ως άνω μέρη στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Aπριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ