Αριθμός 1561/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SKYSERV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Σπάτα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Πασσά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2434/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6666/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997, σύμφωνα με την οποία η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρισθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, συνάγεται ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε μια γενικότερη υποχρέωση του εργοδότη να έχει καταχωρίσει σε παρελθόντα χρόνο την απασχόληση του απολυόμενου μισθωτού στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή εν πάση περιπτώσει να τον έχει ασφαλίσει, χωρίς να απαιτείται να είναι ασφαλισμένος και κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης, αφού σκοπός της διάταξης είναι η διασφάλιση των εσόδων του ΙΚΑ και όχι η δημιουργία μιας ακόμη τυπικής προϋπόθεσης για τη εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας . Συνεπώς, η μη καταχώριση του απολυμένου μισθωτού στα μισθολόγια που υποβάλλονται στο ΙΚΑ/ΕΦΚΑ κατά το χρόνο που ο εργοδότης τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του λόγω προηγηθείσας άκυρης απόλυσης, πριν από την οποία ο εργαζόμενος ασφαλιζόταν κανονικά από τον εργοδότη του, δεν καθιστά άκυρη την εκ μέρους του εργοδότη δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία λαμβάνει χώρα με σκοπό την άρση της υπερημερίας του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.1.2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Διότι, ναι μεν με το άρθρο 24 στοιχείο α' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας", όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β` του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται ανέκαθεν στο εσωτερικό δίκαιο (ν. 2112/1920, ν. 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με ν. 3899/2010 και ν. 4093/2012, ήδη δε άρθρο 323 π.δ. 80/2022) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως ή λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως εξ ανωτέρας βίας ή λόγω πτωχεύσεως της επιχειρήσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι` αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζομένου στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 521/2022, 366/2020, 1512/2018). Εξάλλου, η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική τη για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζομένου. Περαιτέρω, η εχθρική διάθεση του εργοδότη, λόγω της προσφυγής του εργαζομένου στη Δικαιοσύνη και της υπεράσπισης των νόμιμων δικαιωμάτων του δεν μπορεί να αναχθεί σε αντικειμενικό λόγο που αίρει κάθε δυνατότητα συνεργασίας, εάν ο εργαζόμενος διεξήγαγε τον δικαστικό αγώνα χωρίς περιττή οξύτητα και με ευπρέπεια (ΑΠ 1486/2007, 883/1982). Διαφορετικά η δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία ακολουθεί τη δικαστική διάγνωση της ακυρότητας της πρώτης ως καταχρηστικής, με την αιτιολογία ότι λόγω της δικαστικής διαμάχης κατέστη αδύνατη η συνεργασία των αντιδίκων, θα καθιστούσε, εκ των υστέρων και κατ' αποτέλεσμα, σύννομη την παράνομη ενέργεια του εργοδότη που προκάλεσε την αντιδικία. Επομένως, η καταχρηστικότητα της δεύτερης καταγγελίας δεν αίρεται από την τυχόν επερχόμενη, λόγω της δίκης οξύτητα και την συνακόλουθη έλλειψη πνεύματος συνεργασίας, εφόσον αυτή οφείλεται στον ίδιο τον εργοδότη και δεν σχετίζεται με την υπαίτια συμπεριφορά του μισθωτού, διότι στην αντίθετη περίπτωση ο μισθωτός, με μόνη τη δικαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, θα διακινδύνευε να αντιμετωπίσει νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία θα κρινόταν έγκυρη λόγω της αυτόματης πρόκλησης όξυνσης στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου. Όταν όμως ο εργαζόμενος κατέχει θέση ευθύνης, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης και η απουσία δυνατότητας συνεργασίας στο μέλλον, αρκεί για να καταστήσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας μη καταχρηστική. Στην περίπτωση αυτή, η δεύτερη (επικουρική) καταγγελία που γίνεται με σκοπό την άρση της υπερημερίας του εργοδότη, επιτυγχάνει τον σκοπό της, καθώς η συνέχιση της απασχόλησης μπορεί να αποβεί επιζήμια για τον τελευταίο, επειδή εμποδίζεται ουσιωδώς η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των ίδιων ως άνω άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/1955 και άρθρων 1 και 3 Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, πρέπει να καταβληθεί συγχρόνως η οφειλόμενη αποζημίωση. Η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ή άλλως η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης, να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης. Όμως, η καταγγελία δεν είναι άκυρη και ο εργοδότης δεν γίνεται υπερήμερος, σύμφωνα με τα άρθρα 288 και 342 ΑΚ, αν αυτός προβάλει και αποδείξει κατ' ένσταση, ότι η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης οφείλεται σε παραδρομή ή σε εύλογη αμφιβολία ή σε συγγνωστή πλάνη ως προς τη συνδρομή προϋποθέσεων χορήγησης αυτής (αποζημίωσης) ή ως προς το αληθές ύψος της, οπότε στην περίπτωση αυτή το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και ο μισθωτός δύναται να ζητήσει μόνο την καταβολή ή την συμπλήρωση της αποζημίωσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου κατά της αγωγής του εργαζομένου με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας μη καταβολής ή ελλιπούς καταβολής αποζημιώσεως (ΑΠ 455/2013, 723/2011, 311/2010). Συγγνωστή πλάνη, δε, συντρέχει, όταν ο εργοδότης, αν και κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψη και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή του, δηλαδή να καταβάλει στον απολυόμενο την σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση ή ότι η υποχρέωσή του αυτή εκπληρώνεται με την καταβολή του χρηματικού ποσού, που πρόσφερε, για το σκοπό αυτό, στον εργαζόμενο (ΑΠ 918/2013). Η έννοια της συγγνωστής πλάνης ελέγχεται ως έννοια νομική, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την ορθή υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αναίρεση πλήττεται η 6666/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατά της 2434/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, και η οποία, σχετικά με τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι την 9.6.2009 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την Α.Ε. με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Επίγειας Εξυπηρέτησης Αεροσκαφών Α.Ε", η οποία είχε αντικείμενο την εκτέλεση και εμπορική εκμετάλλευση παροχής υπηρεσιών εξυπηρέτησης αεροσκαφών σε αερολιμένες και ότι το Φεβρουάριο του 2012, μετά την αναδιάρθρωση των τμημάτων της εταιρείας, τής ανατέθηκε η πλήρης ευθύνη για την ομαλή λειτουργία του Τμήματος Προμηθειών της Olympic Handling και νυν Skyserv (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης). Ότι την 13.6.2014 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και, κατόπιν αγωγής της τελευταίας, εκδόθηκε η 232/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή αμετάκλητη και με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως καταχρηστικής, διότι έγινε χωρίς δικαιολογημένη αιτία, χωρίς δηλαδή να συντρέχει ένας αντικειμενικός λόγος που να αφορά την οικονομοτεχνική κατάσταση της εναγόμενης επιχείρησης ή τη συμπεριφορά της ενάγουσας. Ότι με την ίδια απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.10.2014 έως 14.6.2015, ενώ το ποσό που αντιστοιχούσε στις αποδοχές υπερημερίας του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, δηλαδή από την επομένη της καταγγελίας (14.6.2014) έως την 30.9.2014, συμψηφίστηκε με την καταβληθείσα στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, η δε εναγομένη υποχρεώθηκε και στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας όπως και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Ότι την 22.3.2016 η εναγομένη κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, ενώ στη σχετική εξώδικη καταγγελία που τής επέδωσε ανέφερε ότι προβαίνει στην καταγγελία μη αποδεχόμενη την ακυρότητα της προηγούμενης καταγγελίας και προς άρση των συνεπειών της υπερημερίας της, καταβάλλοντας στην ενάγουσα την αποζημίωση απόλυσης που αντιστοιχούσε σε χρόνο απασχόλησης από την προηγούμενη καταγγελία και μετά, ύψους 3.500 ευρώ. Ότι στην εν λόγω εξώδικο καταγγελία επισημάνθηκε στην ενάγουσα πως η αιτία της νέας καταγγελίας είναι ο κλονισμός των μεταξύ τους σχέσεων, ο οποίος επήλθε λόγω της έγερσης της πρώτης αγωγής και της καταγγελίας που έκανε η ενάγουσα στην Επιθεώρηση Εργασίας, με συνέπεια να είναι αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης της με την εναγομένη και μάλιστα ως στελέχους, αφού διερράγη ανεπανόρθωτα η μεταξύ τους εργασιακή ειρήνη και αγαστή συνεργασία. Ότι η εναγομένη συμμορφούμενη πλήρως με το διατακτικό της ως άνω 232/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξόφλησε πλήρως την ενάγουσα, καταβάλλοντας σε αυτήν για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 30.971,71 ευρώ, ωστόσο παρέμεινε υπερήμερη ως οφειλέτης για το διάστημα από 15.6.2015 έως 22.3.2016 που έλαβε χώρα η νέα καταγγελία, κατά το οποίο η ενάγουσα προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της και ότι, κατόπιν αφαίρεσης του ποσού που η ενάγουσα κέρδισε προσφέροντας την εργασία της σε άλλο εργοδότη (αφού έγινε δεκτή η από το άρθρο 656 εδ β ΑΚ ένσταση που η εναγομένη είχε παραδεκτώς προβάλει), τής οφείλεται το ποσό των 18.364,99 ευρώ, καταβλητέο όμως είναι το ποσό των 20.720 ευρώ που τής επιδικάστηκε πρωτοδίκως, δεδομένου ότι για το κεφάλαιο αυτό της εκκαλούμενης απόφασης δεν είχε ασκηθεί έφεση από την εναγομένη. Ότι δεν προέκυψαν άλλα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η καταχρηστικότητα της επίδικης καταγγελίας και ότι ο αναιτιώδης χαρακτήρας αυτής δεν θίχτηκε από την εισαγωγή του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη στο εσωτερικό μας δίκαιο με το ν. 4359/2016, αφού ως κύρωση της παράβασης του άρθρου 24 εδ. α αυτού ορίζεται (με το εδ. β του ίδιου άρθρου) η επαρκής αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση της βλάβης του εργαζομένου. Ότι η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 του ν. 4310/2014, με την οποία είχε οριστεί ότι οι κατ' άρθρο 656 ΑΚ μισθοί υπερημερίας υπέκειντο σε ασφαλιστικές εισφορές και η καταβολή τους συνιστούσε προϋπόθεση για το έγκυρο της καταγγελίας της συμβάσεως αορίστου χρόνου, καταργήθηκε με το άρθρο 34 του ν. 4321/2015 αναδρομικά, από τότε που ίσχυσε και επομένως δεν ήταν αναγκαίο για το κύρος της δεύτερης να είναι ασφαλισμένη η ενάγουσα όσο διαρκούσε η υπερημερία της εναγομένης. Ότι για το έγκυρο της καταγγελίας της σύμβασης θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα το ποσό των 14.000 ευρώ, ωστόσο η εναγομένη παρακατέθεσε το ποσό των 3.500 ευρώ λόγω της άρνησης της ενάγουσας να εισπράξει την αποζημίωσή της. Ότι η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη των οργάνων της εναγομένης, κατά σχετική παραδοχή της ενστάσεώς της, η οποία σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που τής καταβλήθηκε με την από 13.6.2014 καταγγελία της συμβάσεώς της συμψηφίστηκε με τις αιτούμενες, με την πρώτη αγωγή, αποδοχές υπερημερίας. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση (αριθμ. 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) των άρθρων 2 παρ. 1α ν. 1846/1951, 5 ν. 3198/1955 και 34 ν. 4321/2015 και ειδικότερα για την παραδοχή της ότι δεν προκαλείται ακυρότητα της καταγγελίας λόγω της μη ασφάλισης της ενάγουσας κατά το χρόνο που η εναγομένη τελούσε σε υπερημερία εργοδότη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού κατά τα ανωτέρω η μη συμπερίληψη της ενάγουσας στις καταστάσεις του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού της εναγομένης, κατά το χρόνο που αυτή ήταν υπερήμερη στην αποδοχή της εργασίας της, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της από 22.3.2016 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της. Με το τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα για τις παραδοχές της ότι με τη δεύτερη καταγγελία η εναγόμενη θεράπευσε την ακυρότητα της πρώτης, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι και η δεύτερη καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική δεδομένου ότι η ίδια (ενάγουσα) είχε διεξάγει το δικαστικό αγώνα με ευπρέπεια και χωρίς να υπερβεί τα θεμιτά όρια της αντιδικίας. Ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος καθώς η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική, εξ αιτίας της διατάραξης των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων σε συνδυασμό με την ιδιότητα της ενάγουσας ως στελέχους της επιχείρησης, η οποία δεν αμφισβητείται. Η ιδιότητα αυτή, όμως, καθιστά αντικειμενικά δυσχερή τη συνεργασία των μερών στη λήψη και εκτέλεση αποφάσεων κρίσιμων για την επιχείρηση, και επομένως η αναιρεσιβαλλομένη δεχόμενη, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, ότι προτάσσεται η προστασία του καλώς νοούμενου εργοδοτικού συμφέροντος έναντι του συμφέροντος του εργαζομένου στη διατήρηση της θέσης εργασίας του, με αποτέλεσμα η καταγγελία της 'σύμβασης εργασίας της ενάγουσας να μην είναι , για το λόγο αυτό, καταχρηστική, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για ευθεία παράβαση της διατάξεως του άρθρου 24 του ΑνΕΚΧ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή δεν συνέτρεχε κανένας βάσιμος λόγος για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος διότι, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η κύρωση του Χάρτη δεν εισήγαγε στο εσωτερικό μας δίκαιο το θεσμό της αιτιώδους καταγγελίας, η οποία παραμένει αναιτιώδης και το κύρος της ελέγχεται, κατά περίπτωση, εάν πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος. Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία διέγνωσε ότι η καταγγελία δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, ορθώς ερμήνευσε το νόμο και απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί απουσίας βάσιμου λόγου της καταγγελίας ως λόγου ακυρότητας αυτής. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για την αποδοχή της ένστασης της εναγομένης ότι η καταβολή ελλιπούς αποζημιώσεως στην ενάγουσα οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος καθώς η αναιρεσιβαλλομένη με την ως άνω κρίση της παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 288 και 342 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/1955 και 1 και 3 Ν. 2112/1920, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αποδέχεται ως συγγνωστή την πλάνη της αναιρεσίβλητης σχετικά με το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης, ενώ τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη σχετική ένσταση (ο συμψηφισμός της αποζημίωσης που καταβλήθηκε κατά την πρώτη καταγγελία της σύμβασης με τις αποδοχές υπερημερίας που επιδικάστηκαν στην αναιρεσείουσα, αλλά και η σημαντική διαφορά μεταξύ του καταβλητέου από 14.000 ευρώ, έναντι του καταβληθέντος από 3.500 ευρώ ποσού) δεν συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σφάλματα στα οποία υποπίπτει εργοδότης, ο οποίος επιδεικνύει την επιμέλεια συνετού και ευσυνείδητου συναλλασσομένου, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, με μεγάλο εύρος συναλλαγών και με προσωπικό που τής παρέχει εξειδικευμένες νομικές και λογιστικές υπηρεσίες. Επομένως ο σχετικός με την πλημμέλεια αυτή δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, η απόφαση να αναιρεθεί και η υπόθεση να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6666/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ