ΑΡΙΘΜΟΣ 1264/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαϊα Μυλωνοπούλου, περί αναιρέσεως της 408/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2028/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερα όμως πρέπει να αιτιολογείται, η παραδοχή ή απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί, είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Επειδή για τους υπηκόους των Κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που έχουν το δικαίωμα ελευθέρας διακινήσεως και διαμονής στην Ελλάδα με σκοπό την άσκηση εμμίσθου (εξαρτημένης) δραστηριότητας εξεδόθη - σε συμμόρφωση οδηγιών του Συμβουλίου (64/221, 68/360, 72/194/ΕΟΚ) και για την εκτέλεση των Κανονισμών 1612/68 του Συμβουλίου και 125/70 της Επιτροπής των ΕΚ το π.δ. 499/1987. Σύμφωνα με το ανωτέρω ΠΔ 499/87 "Διακίνηση και διαμονή στην Ελλάδα των εργαζομένων υπηκόων των Κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων... " άρθρο 15 "Ο εργοδότης ο οποίος απασχολεί υπήκοο Κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος άδεια διαμονής, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 26 παρ. 2 του Ν. 1346/83". Ηδη αντί της τελευταίας αυτής διατάξεως ισχύει το άρθρο 53 παρ. 4 του Ν. 2910/2001 σύμφωνα με το οποίο "όποιος απασχολεί αλλοδαπό που στερείται άδειας παραμονής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 408/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο για την πράξη της παράβασης του άρθρου 53 παρ. 4, Ν. 2910/2001 σε συνολική ποινή φυλάκισης 17 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρονται τα εξής " ...από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ανάμεσα στα οποία και η εκκαλουμένη απόφαση μετά των πρακτικών της και όσα ανέπτυξε ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος, αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του δικαστηρίου τα ακόλουθα: Στο .... Κορινθίας και επί της οδού ..... λειτουργεί νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως με την επωνυμία "....". Ιδιοκτήτης και εκμεταλλευτής του εν λόγω κέντρου είναι ο Ψ1 . Ωστόσο την 9-2001 (6-9-2001) και επειδή ο ίδιος θα απουσίαζε, είχε αναθέσει τα καθήκοντα του προσωρινά υπευθύνου του καταστήματος αυτού στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, που παράλληλα εργαζόταν και ως Metr. Περί ώρα 03.30 της ιδίας ως άνω ημέρας αστυνομικοί διενήργησαν αιφνιδιαστικό έλεγχο στο εν λόγω κατάστημα, κατά τον οποίο διαπίστωσαν ότι στο κατάστημα αυτό εργάζοντο είτε ως σερβιτόρες που προσέφεραν και συντροφιά σε πελάτες, είτε ως ημίγυμνες χορεύτριες οι παρακάτω αναφερόμενες αλλοδαπές: (αναφέρονται 15 αλλοδαπές). Οι εν λόγω αλλοδαπές δεν είχαν άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, γεγονός που εγνώριζε και ο κατ/νος που τις απασχολούσε. Οι εν λόγω αλλοδαπές εργαζόμενες, προκειμένου να εργασθούν στην Ελλάδα, όφειλαν να έχουν εφοδιαστεί προηγουμένως με άδεια παραμονής και εργασίας. Το γεγονός ότι μεταγενεστέρως με το ν. 3236/2004 κυρώθηκε συνθήκη προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση των Δημοκρατιών της Ουγγαρίας και της Λιθουανίας δεν αίρει το ποινικώς αξιόλογο της απασχόλησής των υπό στοιχεία 1, 2, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 αλλοδαπών κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του ΠΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατ/νος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, από και με την υπογραφή της ως άνω συνθήκης προσχωρήσεως των αναφερομένων ως άνω νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν ήρθησαν όλοι οι περιορισμοί και κυρίως εκείνοι που αναφέρονται στην ελεύθερη (χωρίς άδεια εργασίας και παραμονής) διακίνηση εργαζομένων των νεοεισερχομένων κρατών στην αγορά εργασίας των υφιστάμενων κρατών μέλη της ΕΟΚ, και επομένως και οι ως άνω αλλοδαπές υποχρεούντο προκειμένου να εργασθούν να έχουν εφοδιαστεί με άδεια παραμονής και εργασίας. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος, να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. Εντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, ως προς την απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού κατά το πρώτο σκέλος του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά την ενοχή του κατηγορουμένου, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 53 παρ. 4 του Ν. 2910/2001, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 53 παρ. 4 Ν. 2910/2001 που εφάρμοσε και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη ορθά την εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Επομένως τ' αντιθέτως υποστηριζόμενα με την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα και ο λόγος αυτός είναι ως αβάσιμος απορριπτέος, καθό δε μέρος πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της οποίας είναι απαράδεκτος. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής, από μέρους του εκπροσωπήσαντος τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο συνηγόρου του υποβλήθηκε και ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι "οι Ρωσίδες υπήκοοι είχαν υποβάλει τα νόμιμα έγγραφα τους για να τύχουν άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα και βάσει του μεταγενέστερου επιεικέστερου νόμου (άρθρ. 11 παρ. 4 ν. 3386/2005 νόμιμα διέμεναν στην Ελλάδα). Επί του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού δεν απήντησε το δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς τούτο συνιστά έλλειψη ακροάσεως και είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Β κατ' ορθή εκτίμηση αυτού δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της και ως προς την συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 408/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά τα εις το σκεπτικό διαλαμβανόμενα. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Ιουλίου 2006 αίτηση του Χ1. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ