Αριθμός 1632/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου Α. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων:1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Τ. Ε. Λ. Υ. Γ. Ν. Μ. Α. Μ., Τ. και Ε. Ε." με το δ.τ. "Υ. Κ. Ν..Μ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και 2) Σ. Π. του Κ., κατοίκου Β., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 12/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 517/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την ένδικη από 27.10.2021 και αριθ. κατάθεσης 75/2.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 517/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ. προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες, από τον συμβληθέντα εργοδότη, οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας. Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ' αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας, με την οποίαν επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και ειδίκευση του μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ` αυτές τις έννομες σχέσεις την ιδιοτυπία τους. Δεν είναι δε ασυμβίβαστη και στην εκπαιδευτική σχέση η παροχή, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων αμοιβής και ασφαλίσεως του εκπαιδευομένου (ΑΠ 581/2009). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντιθέτως, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου, ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος, ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίον συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ. ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του Νόμου 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Νόμος 4558/1920, άρθρο 11 του Α.Ν. 547/1937), οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των, περί υποχρεωτικής καταγγελίας, διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω, με το Π.Δ/μα 81/2003, που εκδόθηκε " με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCE και CEEP (E.E.L.175/10-7-1999), με την οποίαν επιδιώκεται η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διακρίσεως σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και θεσπίζονται διατάξεις για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ αυτού και με το άρθρο 5 ειδικότερα αυτού, ορίζονται τα εξής : " Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους. 1. Η, χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχειρήσεως, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μεταβάσεως του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός, ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσεως. 2. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του. Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταποδείξεως, σε κάθε περίπτωση, φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου, με τους ιδίους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου στην έννοια του όρου "ιδίου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α' του πδ 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1.1.2007 (άρθρο 39 αυτού)- και ίσχυε κατά τον χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας-, ορίζεται ότι ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και των Κ.Τ.Ε.Λ., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 3 αυτού το προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό κει έκτακτο και τακτικό μεν είναι το προσωπικό που κατέχει οργανικές θέσεις και εξυπηρετεί διαρκείς και πάγιες ανάγκες και συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση αορίστου χρόνου, έκτακτο δε είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ με τα άρθρα 5 και 6 του ίδιου πδ ορίζονται τα προσόντα πρόσληψης του τακτικού ή έκτακτου προσωπικού, καθώς και η διαδικασία προσλήψεων του προσωπικού αυτού, οι οποίες (προσλήψεις) διενεργούνται με αποφάσεις του ΔΣ εκάστου ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ., σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 3 του Π.Δ/τος 246/2006, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες, ότι η τέτοια, για ορισμένο χρόνο, πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του εκτάκτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε κατ' εξαίρεση η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας. Όμως οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν τον, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του Νόμου 2112/1920 και άρθρο 5 παρ. 3 του Π.Δ/τος 81/2003, χαρακτηρισμό της συμβάσεως, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν από την αποδεικτική διαδικασία προκύπτει πράγματι ότι τα μέρη απέβλεψαν, στην ουσία, στην κατάρτιση μιας τέτοιας συμβάσεως, ο δε μισθωτός εξυπηρετούσε, στην πραγματικότητα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Εξάλλου, τα Κοινά Ταμεία, Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και ήδη, μετά την ισχύ του Νόμου 2963/2001, ανώνυμες εταιρίες, επί των οποίων έχουν εφαρμογή οι γενικές, περί Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, διατάξεις και, συνεπώς και αυτές του Π.Δ/τος 81/2003 (ΑΠ1326/ 2010, 1647/2003). Τα Κ.Τ.Ε.Λ., εξάλλου, δεν φέρουν χαρακτηριστικά τέτοια, ώστε να μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι ανήκουν στον (ευρύτερο) δημόσιο τομέα, αφού : α) μέτοχοι αυτών είναι αποκλειστικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού δικαίου), στα οποία παρέχεται η, κατά νόμο, άδεια κυκλοφορίας των λεωφορείων, που είναι ενταγμένα σε αυτά, β) η Γενική Συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο των Κ.Τ.Ε.Λ. συγκροτούνται αποκλειστικά από μετόχους τους και γ) το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα δεν επιδοτεί ετησίως τα Κ.Τ.Ε.Λ. με ποσό, που να υπερβαίνει το 50% των δαπανών της λειτουργίας τους. Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτών οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και ειδικότερα αυτή της παρ. 8, όπως προστέθηκε με το Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής και σύμφωνα με το οποίο " απαγορεύεται αδιακρίτως η μονιμοποίηση προσωπικού, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή Νομικά Πρόσωπα, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν προσλαμβάνεται αυτό, σύμφωνα με τις, από την κειμένη νομοθεσία προβλεπόμενη διαδικασία, καθώς και η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου". Εφαρμογή, συνεπώς, επ' αυτών έχουν οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Νόμου 2112/1920 και του Π.Δ/τος 81/2003 (ΑΠ 1470/2018, 883/2014, 524/2016). 3. Ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 2/2013, 7/2006, ΑΠ 883/2014, 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού κανόνα κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, 38/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 1340/2022, 130/2009, 438/2009). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω : "Η πρώτη εναγόμενη (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Τ. Ε. Λ. Υ. Γ. Ν. Μ. Α. Μ., Τ. και Ε. Ε." με το διακριτικό τίτλο "Υ. Κ. Ν.. Μ. Α..Ε..", που εδρεύει στο Β...) ιδρύθηκε με τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ., κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973 "περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών" και κατόπιν απέκτησε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2963/2001, έχοντας το δικαίωμα αποκλειστικής εκτέλεσης και εκμετάλλευσης του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών και έκτακτων υπεραστικών επιβατικών γραμμών της περιοχής της αρμοδιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 2963/2001 και ήδη με τον Ν. 4199/2013. Κατά τον χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας, ίσχυε το πδ 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2963/2001 "οι συγκοινωνιακοί φορείς και τα όργανα αυτών: "Μπορούν να αναθέτουν την είσπραξη (των καθορισμένων αντίτιμων των εισιτηρίων), και σε εξουσιοδοτημένους πράκτορες". Ειδικότερα η πρώτη εναγόμενη εκμεταλλεύεται με λεωφορεία ενταγμένα στη σύναμή της τη γραμμή Β...- Α...- Β... για τη μεταφορά επιβατών, αποσκευών και ασυνόδευτων δεμάτων. Το τμήμα εκδοτηρίων της πρώτης εναγόμενης στο Σταθμό Υπεραστικών λεωφορείων της Αθήνας επικουρεί το κυρίως συγκοινωνιακό της έργο, εκδίδοντας εισιτήρια στους προτιθέμενους να ταξιδέψουν από και προς Αθήνα και αποδείξεις, ασυνόδευτων και συνοδευόμενων αποσκευών και κάθε σχετικό έγγραφο με τις μεταφορές δια των λεωφορείων προσώπων και πραγμάτων, διαθέτοντας και υπηρεσίες παραλαβής και αποθήκευσης δεμάτων. Ο δεύτερος εναγόμενος είναι μέτοχος της πρώτης εναγόμενης και διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών τακτικών υπεραστικών μεταφορών με λεωφορεία, δραστηριοποιείται δε και στον τομέα της πρακτόρευσης εισιτηρίων και αποθηκών. Η πρώτη εναγόμενη, η οποία είχε ανάγκη πρακτόρευσης στην Αθήνα (στο σταθμό υπεραστικών λεωφορείων) για την έκδοση εισιτηρίων στους επιβάτες των λεωφορείων που προτίθεντο να μετακινηθούν από Αθήνα (προς Β...) και προς Αθήνα (από Β...), καθώς και για την παραλαβή και αποστολή δεμάτων ή την παραλαβή και παράδοση στους παραλήπτες αποστελόμενων δεμάτων (προκειμένου να μειώσει τα έξοδα λειτουργίας της - σε συνθήκες γενικότερης οικονομικής κρίσης -) εκπροσωπούμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, συνήψε με τον δεύτερο εναγόμενο την από 8.5.2015 σύμβαση, υπό τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό πρακτόρευσης Υπεραστικών Συγκοινωνιών". Η σύμβαση αυτή περιελάμβανε τους ακόλουθους, κατά βάση, όρους : Ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε- στο Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων στην Αθήνα- για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης την έκδοση εισιτηρίων επιβατών, αποδείξεων ασυνόδευτων και συνοδευόμενων αποσκευών, καθώς και κάθε άλλου σχετικού εγγράφου με τις μεταφορές προσώπων και πραγμάτων με την λεωφορειακή αυτή γραμμή της πρώτης εναγόμενης. Η εκπλήρωση της ανατεθείσας σ' αυτόν δραστηριότητας θα γινόταν είτε αυτοπροσώπως από τον δεύτερο εναγόμενο είτε με την πρόσληψη από αυτόν τρίτων προσώπων (βοηθητικού προσωπικού), οι οποίοι (τρίτοι) θα τελούσαν σε σχέση εξάρτησης με τον δεύτερο εναγόμενο αποκλειστικά, η δε πρώτη εναγόμενη δεν θα έφερε καμιά ευθύνη όσον αφορά την αμοιβή ή την ασφαλιστική κάλυψη του βοηθητικού αυτού προσωπικού για τις πράξεις ή παραλείψεις του οποίου (προσωπικού) αλλά και του δεύτερου εναγόμενου δεν θα είχε καμία ευθύνη η πρώτη εναγόμενη. Επίσης ο δεύτερος εναγόμενος θα κατέθετε τις εισπράξεις εισιτηρίων και αποσκευών καθημερινά σε τραπεζικό λογαριασμό που η πρώτη εναγόμενη θα υποδείκνυε. Ο δεύτερος εναγόμενος θα έπρεπε να ασφαλιστεί σε ασφαλιστικό οργανισμό, καταβάλλοντας ο ίδιος τις ασφαλιστικές του εισφορές, οι οποίες θα βάρυναν αποκλειστικά τον ίδιο και όχι την πρώτη εναγόμενη. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε έως 17.5.2016 δυνάμενη να καταγγελθεί μονομερώς και αζημίως από την πρώτη εναγόμενη. Η μηνιαία αμοιβή του καθορίστηκε σε ποσοστό 4% επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων της ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Ν. Μ... ΑΕ (πρώτης εναγόμενης), η οποία θα καταβάλλονταν κατά τον τρόπο που ειδικότερα αναφέρεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο δεύτερος εναγόμενος είχε δικαίωμα να συνάψει συμβάσεις πρακτόρευσης και με άλλα ΚΤΕΛ που στεγάζονται στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα και είχε υποχρέωση να ασφαλίσει το προσλαμβανόμενο από αυτόν προσωπικό στον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, καταβάλλοντας ο ίδιος κάθε σχετική δαπάνη, η δε πρώτη εναγόμενη δεν θα έφερε καμία ευθύνη και δεν θα είχε καμία επιβάρυνση για το προσωπικό αυτό, ούτε και θα είχε ευθύνη από την πρακτόρευση άλλων ΚΤΕΛ από τον δεύτερο εναγόμενο. Ακόμη για την άσκηση της επιχείρησης πρακτορείας από τον δεύτερο εναγόμενο με αντικείμενο την άσκηση της προαναφερόμενης δραστηριότητας (λειτουργίας εκδοτηρίου) της πρώτης εναγόμενης, η τελευταία υπεκμίσθωσε σε αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) για το διάστημα από 11.5.2015 μέχρι 10.5.2016, αντί μηνιαίου υπομισθώματος 100 ευρώ, και το χώρο, εμβαδού 10 τ.μ., περίπου, εντός του σταθμού Υπεραστικών Λεωφορείων, επί της οδού Λ..., στην Αθήνα, στον οποίο ασκούσε η πρώτη εναγόμενη την εν λόγω δραστηριότητα. Ακόμη δυνάμει του υπ' αριθ. ... πρακτικού του ΔΣ της πρώτης εναγόμενης αποφασίστηκε ως προς τη λειτουργία του εκδοτηρίου του σταθμού της Αθήνας η κατάργηση των υπηρεσιών έκδοσης εισιτηρίων και αποθήκης και κατάργηση των θέσεων εργασίας εισπρακτόρων, εκδοτών, αποθηκάριων, φορτωτών και την ανάθεση του έργου σε πράκτορα, ήτοι στον δεύτερο εναγόμενο. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με την από 11.4.2012 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (ως έκτακτο προσωπικό), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της εκδότριας εισιτηρίων, στο εκδοτήριο του ΚΤΕΛ Μ... στο σταθμό υπεραστικών λεωφορείων επί της οδού Λ..., στην Αθήνα. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε μονοετής (από 11.4.2012 έως την 10.4.2013) και συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται υπό καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης, κατά τις ημέρες απουσίας των μονίμων υπαλλήλων της λόγω ρεπό, ασθένειας ή οποιουδήποτε κωλύματος, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, συμφωνήθηκε δε ότι, θα εργάζεται επί 12 ημέρες το μήνα με πλήρες ωράριο, με τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές. Στην ίδια σύμβαση, όπως και στις παρακάτω ανανεώσεις, ορίστηκε ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση του Κανονισμού που ισχύει στην επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτών. Μετά τη λήξη της ως άνω σύμβασης ορισμένου χρόνου, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων άλλες πέντε συμβάσεις ορισμένου χρόνου και ειδικότερα α) η με ημερομηνία 24.4.2013, που όριζε εξάμηνη διάρκεια ισχύος της το διάστημα από 25.4.2013 έως 24.10.2013 και αφορούσε εκ περιτροπής απασχόληση της ενάγουσας ως εκδότριας εισιτηρίων κατά τις ημέρες απουσίας των μονίμων υπαλλήλων λόγω ρεπό, ασθένειας ή οποιουδήποτε κωλύματος, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, όπως ορίζεται στην ίδια τη σύμβαση, β) η με ημερομηνία 18.12.2013, που όριζε εξάμηνη διάρκεια ισχύος της το διάστημα από 19.12.2013 έως 18.6.2014 και αφορούσε σε εκ περιτροπής απασχόληση της ενάγουσας ως εκδότριας εισιτηρίων κατά τις ημέρες απουσίας των μονίμων υπαλλήλων λόγω ρεπό, ασθένειας ή οποιουδήποτε κωλύματος, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, όπως ορίζεται στην ίδια τη σύμβαση, γ) η με ημερομηνία 20.6.2014, που όριζε διάρκεια ισχύος της το διάστημα από 20.6.2014 έως 19.12.2014 και αφορούσε σε εκ περιτροπής απασχόληση της ενάγουσας ως εκδότριας εισιτηρίων κατά τις ημέρες απουσίας των μονίμων υπαλλήλων λόγω ρεπό, ασθένειας ή οποιουδήποτε κωλύματος, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, όπως ορίζεται στην ίδια τη σύμβαση, δ) η με ημερομηνία 2.1.2015 (αναφερόμενης εκ περιτροπής εργασία), που όριζε διάρκεια ισχύος της το διάστημα από 2.1.2015 έως 1.4.2015 και αφορούσε σε πλήρη απασχόληση της ενάγουσας ως εκδότριας εισιτηρίων και ε) η με ημερομηνία 3.4.2015 (αναφερόμενης εκ περιτροπής εργασία), που όριζε διάρκεια ισχύος της το διάστημα από 4.4.2015 έως 3.6.2015 και αφορούσε σε πλήρη απασχόληση της ενάγουσας εισπράκτορα. Η εργασία, που προσέφερε η ενάγουσα με τις ως άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου- αρχική και επόμενες- ήταν αυτή της εκδότριας των εισιτηρίων και όχι της εισπράκτορα, όπως αναγραφότων στην τελευταία ατομική σύμβαση εργασίας. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι οι ως άνω πέντε (επακολουθήσασες την από 11.4.2012 αρχική) αναφερόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν φέρουν γνήσια δική της υπογραφή και ότι μετά το πέρας της από 11.4.2012 σύμβασης εργασίας της μετατράπηκε σιωπηρώς σε αορίστου χρόνου κατ' άρθρο 671 του ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός και ως προς τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Οι ως άνω συμβάσεις έχουν υπογραφεί από την ενάγουσα, γεγονός που συνάγεται από τις παρόμοιες με την πρώτη σύμβαση υπογραφές της που υπάρχουν στο κάτω μέρος των συμβάσεων αυτών. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από τη σαφή και μετά λόγου γνώσεως ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου........Ενισχύεται δε η κρίση του Δικαστηρίου αυτού ως προς την αβασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού (και ως προς τα δύο σκέλη του) και από το γεγονός ότι υπάρχει ταύτιση της χρονικής διάρκειας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (εκ περιτροπής) ορισμένου χρόνου με τον χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας στην πρώτη εναγόμενη......Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έλαβε υπόψη του τις προαναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, δεν έσφαλε και πρέπει τα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο της έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης των προστατευτικών διατάξεων του δικαίου της καταγγελίας, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την μετατροπή των επόμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μετά την από 11.4.2012 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του πδ 81/2003 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του πδ 180/2004 και στη συνέχεια από το άρθρο 41 του ν. 3986/2011), όπως η ενάγουσα αβάσιμα επικουρικά ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, διότι όπως προέκυψε η ενάγουσα προσλήφθηκε προκειμένου να καλύψει τις ειδικές (παροδικές) ανάγκες της πρώτης εναγόμενης σε εργατικό δυναμικό που προέκυπταν από την απουσία άλλου εργαζόμενου στο εν λόγω εκδοτήριο (εκδότη κλπ), όπως ασθένεια, άδειες, ρεπό (όπως ρητά αναφερόταν κατά τον χρόνο πρόσληψης σε κάθε μία από τις ανωτέρω συμβάσεις ορισμένου χρόνου και ο μάρτυρας της πρώτης εναγόμενης με βεβαιότητα κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αντικειμενικό λόγο, που δικαιολογεί τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Επίσης, ως διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 4 του πδ 81/2003 είναι αυτές που καταρτίζονται όταν δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες, κάτι όμως που δεν συμβαίνει μεταξύ της δεύτερης σύμβασης ορισμένου χρόνου (από 24.4.2013 για το διάστημα από 25.4.2013 έως 24.10.2013) και της τρίτης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (από 18.12.2013 για το διάστημα από 19.12.2013 έως 18.6.2014), αφού μεταξύ τους μεσολαβεί διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών, έτσι ώστε από την έναρξη της τρίτης σύμβασης (από 19.12.2013) μέχρι και την τελευταία από 3.4.2015 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για το διάστημα από 4.4.2015 έως 3.6.2015, ήτοι αυτών (των συμβάσεων) που υπόκεινται σε περιορισμούς κατά το πδ 81/2003, δεν πέρασε διάστημα 3 ετών (αλλά πολύ μικρότερο των τριών ετών), ώστε να τεκμαίρεται ότι με τις συμβάσεις αυτές ορισμένου χρόνου καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ιδίου πδ (81/2003) και να μπορούν να μετατραπούν αυτές (διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Εξάλλου, για την ειδική ανάγκη προς κάλυψη των εργαζόμενων της πρώτης εναγόμενης που προέκυπταν από την απουσία τους - αναπλήρωση των εργαζομένων από την ενάγουσα και το είδος της σύμβασης κατέθεσε με βεβαιότητα ο προαναφερόμενο μάρτυρας....... "....". Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω τελευταίες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (και αναφερόμενες εκ περιτροπής), όπως συνάγεται από αυτές, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου αυτού, δικαιολογούνται στην κρινόμενη περίπτωση λόγω του είδους δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης (συγκοινωνιακή επιχείρηση με αυξομειούμενες κατά διαστήματα ανάγκες επιβατικής κίνησης με τα λεωφορεία) και της φύσης της εν λόγω λειτουργίας, του εκδοτηρίου της, που ειδικώς προβλέπεται ως προς αυτήν (τελευταία λειτουργία), σύμφωνα με τη διάταξη του ν. 2963/2001, η δυνατότητα της ανάθεσής της σε εξουσιοδοτημένους πράκτορες. Συνεπώς, η ενάγουσα συνδεόταν με την πρώτη εναγόμενη με τις προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες είναι έγκυρες διότι δεν θεωρούνται άκυρες όσες συμβάσεις προσωπικού καταρτίζονται κατά παράβαση των διατάξεων εκείνων του πδ 246/2006, που αφορούν τη διαδικασία πρόσληψης, οι οποίες (διατάξεις) δεν έχουν τον χαρακτήρα κανόνων δημόσιας τάξης, επιπλέον η ενάγουσα δεν εργάστηκε ως εισπράκτορας και δεν έπρεπε να είναι εφοδιασμένη με βιβλιάριο υγείας και ο σχετικός ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης περί ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η μη τήρηση των προϋποθέσεων για την πρόσληψη του τακτικού ή έκτακτου προσωπικού δεν συνεπάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης εργασίας κατά τη δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω, στο εν λόγω εκδοτήριο η πρώτη εναγόμενη απασχολούσε 7 εργαζόμενους (μαζί με την ενάγουσα) με τις ειδικότητες: υπαλλήλου/εκδότη/εισπράκτορα (4), υπαλλήλου/αποθηκάριου (1), εργάτη/φορτωτή (2). Ο δεύτερος εναγόμενος, με βάση την προαναφερόμενη από 8.5.2015 συμφωνία του με την πρώτη εναγόμενη, σε συνδυασμό με το ως άνω από 4.5.2015 μισθωτήριο, την 18.5.2015 συνέχισε να λειτουργεί το εν λόγω εκδοτήριο- αποθήκη στο σταθμό της Αθήνας, αναλαμβάνοντας όλους τους εργαζόμενους σε αυτό (στο εν λόγω εκδοτήριο), τους οποίους επαναπροσέλαβε με νέους εργασιακούς όρους (ως προς τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας τους και τον μισθό τους), πλην της ενάγουσας, η οποία αντέδρασε και δεν συμφώνησε, όταν κλήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο στις 20.5.2015 να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας (με μικρότερο μισθό). Ακόμη ο δεύτερος εναγόμενος στο πρόγραμμα εργασίας για το διάστημα από 18-23.5.2015, που υπέβαλε στο πληροφοριακό σύστημα του ΣΕΠΕ μαζί με τον σχετικό πίνακα προσωπικού είχε προγραμματίσει την εργασία της ενάγουσας στο εκδοτήριο του σταθμού. Σημειώνεται ότι ο εξοπλισμός που είχε στον ίδιο χώρο η πρώτη εναγόμενη για τη λειτουργία του εκδοτηρίου διατηρήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο. Εξάλλου η πρώτη εναγόμενη ενόψει της προαναφερόμενης συμφωνίας που είχε κάνει με τον δεύτερο εναγόμενο, περί ανάθεσης στον τελευταίο του εν λόγω εκδοτηρίου και καθώς οι μεν υπόλοιποι εργαζόμενοι στο εκδοτήριο είχαν συνάψει νέες εργασιακές συμβάσεις με τον δεύτερο εναγόμενο, πλην της ενάγουσας, και καθώς αυτή (πρώτη εναγόμενη) πίστευε ότι η πιο πάνω σύμβαση που έκανε με τον δεύτερο εναγόμενο δεν συνιστούσε μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια του πδ 178/2002 και ότι ήταν αυτή εργοδότρια, στις 22.5.2015 κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 20.5.2015 καταγγελία της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 21.5.2015 μάλιστα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ... απόσπασμα ημερήσιου δελτίου της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής, στις 13.25' μετέβη αστυνομικός στα εκδοτήρια του Ν. ...ς στο σταθμό της Αθήνας (μετά από κλήση της ενάγουσας, όπως η ίδια αναφέρει στο συμπληρωματικό της υπόμνημα στο τμήμα επιθεώρησης εργασίας), σύμφωνα με το οποίο (απόσπασμα ημερήσιου δελτίου) ο Δ. Ε. δήλωσε ότι είναι εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης και υπέδειξε ενώπιον και της ενάγουσας, η οποία ήταν εκεί, το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο, στο οποίο αναγραφόταν η απόλυση της ενάγουσας από την πρώτη εναγόμενη και ότι ο Δ. Κ., γενικός γραμματέας της "ΟΣΜΕ", που ήταν και εκείνος εκεί δήλωσε ότι η απόλυση της ενάγουσας από την πρώτη εναγόμενη ήταν άτυπη και παράνομη, αφού το όνομά της αναγραφόταν στις υπηρεσίες της ίδιας ημέρας. Στο ίδιο έγγραφο δεν αναφέρεται ότι έγινε κάποια δήλωση από την ενάγουσα ούτε και από τον δεύτερο εναγόμενο. Στις 22.5.2015 η ενάγουσα προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Δυτικού τομέα Αθηνών. Ακόμη, καθώς η ενάγουσα στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας υποστήριξε ότι η σύμβαση εργασίας της είχε μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου και ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν διάδοχος εργοδότης της, οι εναγόμενοι στις 23.6.2015 κοινοποίησαν στην ενάγουσα επικουρική καταγγελία της σχέσης εργασίας της, στην οποίαν αναφέρουν την τελευταία (σύμβαση εργασίας) ως σύμβαση αορίστου χρόνου (για την περίπτωση, όπως διευκρινίζουν στην εξώδικη επιστολή τους, που ήθελε γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της περί μετατροπής της σύμβασής της σε αορίστου χρόνου και υπεισέλευσης του δεύτερου εναγόμενου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση αυτή) με την ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης ποσού 2.329,93 ευρώ (υπολογισμένη στο ποσό αυτό βάσει των κατώτερων αποδοχών του εισπράκτορα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω από 3.4.2015 σύμβαση), την οποίαν παρακατέθεσαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ της ενάγουσας την 26.6.2015. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε από την 18.5.2015 και για ένα έτος στις ίδιες εγκαταστάσεις την ίδια δραστηριότητα που ασκούσε προηγουμένως η πρώτης εναγόμενη, αναλαμβάνοντας εκούσια το σύνολο των εργαζομένων. Επομένως, από την 18.5.2015 μεταβιβάστηκε στον δεύτερο εναγόμενο ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση όμοιας οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό. Συνεπώς, υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση μεταβολή του προσώπου εργοδότη. Η μεταβίβαση αυτή της δραστηριότητας εξομοιώνεται με μεταβίβαση τμήματος εκμετάλλευσης υπό την έννοια του πδ 178/2002 και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 από την ως άνω ημερομηνία και για ένα έτος μεταβιβάζονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από τη σύμβαση (ή σχέση) εργασίας στον διάδοχο εργοδότη- δεύτερο εναγόμενο. Η τελευταία ως άνω σύμβαση ορισμένου χρόνου της ενάγουσας συνεχίζει να παράγει έννομες συνέπειες και για τον διάδοχο, μέχρι τη συμβατική λήξη της. Συνεπώς, η καταγγελία που έγινε από την πρώτη εναγόμενη στις 22.5.2015 της ένδικης σύμβασης εργασία της ενάγουσας είναι άκυρη και κατ' άλλη άποψη ανυπόστατη και δεν επέφερε την λύση της ένδικης εργασιακής σχέσης της ενάγουσας, διότι κατά τον χρόνο που έγινε η καταγγελία αυτή, η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν εργοδότης της, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας. Επίσης, η καταγγελία, που έγινε από τον δεύτερο εναγόμενο στις 25.5.2015, της ένδικης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) διότι έγινε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του πδ 178/2002, αφού είχε ως αιτία τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Λόγω όμως της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και καθώς ο δεύτερος εναγόμενος έγινε υπερήμερος για όλο τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη συμβατική λήξη της σύμβασης εργασίας της, η ενάγουσα δικαιούται κατ' άρθρο 656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας μέχρι τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου της σύμβασης εργασίας, ήτοι μέχρι την 3.6.2015. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για τις παρακάτω αιτίες τα ακόλουθα χρηματικά ποσά.......Εξάλλου, σημειώνεται ότι και αν ακόμη η σύμβαση εργασίας της ήταν αορίστου χρόνου, κατά τον αγωγικό ισχυρισμό της- πράγμα που δεν αποδείχτηκε- αυτή λύθηκε, με την προαναφερόμενη έγγραφη επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, στις 23.6.2015, εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου και την κατάθεση της αποζημίωσης, ποσού 2.329,93 ευρώ- εντός ευλόγου χρόνου- στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων. Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος - ως διάδοχος εργοδότης της- να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. ..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης κατά τα πληττόμενα επιτυχώς κεφάλαιά της, κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς αυτά, δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 20.5.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων και υποχρέωσε τον δεύτερο απ' αυτούς να καταβάλει στην αντίδικό του το συνολικό ποσό των 1.199,13 ευρώ για μισθούς υπερημερίας μέχρι τη λήξη της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασία της, επίδομα άδειας και εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 8 παρ. 1 και 3 του Νόμου 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Νόμος 4558/1920, άρθρο 11 του Α.Ν. 547/1937), 5 παρ. 3 εδ. β' του Π.Δ/τος 81/2003, του Π.Δ/τος 246/2006, δεχόμενο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι συνέτρεχαν λόγοι που δικαιολογούσαν στην προκειμένη περίπτωση τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και συνεπώς δεν έγιναν με πρόθεση καταστρατήγησης των προστατευτικών διατάξεων του δικαίου της καταγγελίας, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, καθώς και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου του άρθρου 5 παρ. 3 εδ. β' του πδ 81/2003, καθότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι διαδοχικές, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, αφού μεταξύ της δεύτερης και τρίτης, ήτοι αυτές με ημερομηνία 24.4.2013 και της επόμενης με ημερομηνία 18.12.2013 μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 45 ημερών, έκτοτε δε (18.12.2013) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 [πάροδος τριετίας από τη σύναψη της, από 18.12.2013, σύμβασης ούτε και περισσότερες από τρεις (3) ανανεώσεις εντός της τριετίας] και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Η αιτίαση ότι δεν προέκυψαν εν προκειμένω ούτε από το είδος, τη μορφή και τις συνθήκες λειτουργίας της εναγόμενης- εργοδότριας, αλλά ούτε και από το είδος της εκτελούμενης από την ενάγουσα εργασίας αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου απαραδέκτως προτείνεται καθότι υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών, η σύμβαση δε της ενάγουσας, προσληφθείσας ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν μπορεί να καταστεί αορίστου χρόνου εκ μόνου του λόγου ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε προς εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του εναγόμενου ΚΤΕΛ, διότι σημασία στην περίπτωση αυτή έχει όχι το είδος της εργασίας, αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο αυτής, στοιχεία τα οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση. 5. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. η απόφαση είναι αναιρετέα αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως " πράγματα " θεωρούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση, η αντένσταση, ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, από τα άρθρα 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1- 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Η έρευνα των μη εξετασεσθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν δεν ενεργήσει έτσι, θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ της, παρά τον νόμο, μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αντιδίκους της και δη ότι προσλήφθηκε για να καλύψει τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό της πρώτης εναγόμενης που προέκυπταν από την απουσία άλλων υπαλλήλων της, καθώς και ότι δικαιολογούνταν η σύναψη τέτοιων συμβάσεων λόγω του είδους της δραστηριότητας της αντιδίκου της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την ένδικη αγωγή, προβάλλοντας ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα εργάστηκε στα εκδοτήρια του Υπεραστικού Σταθμού στην Αθήνα για την ικανοποίηση εκτάκτων αναγκών και όχι μόνιμων και τακτικών. Στα πλαίσια δε αυτού του ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του τα ως άνω συναφή με αυτόν περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις. Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη κατ' ουσίαν της κύριας βάσης της αγωγής της, δεν έλαβε υπόψη την επικουρική βάση αυτής, με την οποίαν ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα και της επικουρικής από 23.6.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, λόγω παράβασης του άρθρου 5 παρ. 1 του πδ 178/2002. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο διότι, μετά την παραδοχή ότι πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου, που καταγγέλθηκε ακύρως την 20.5.2015, και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας μέχρι τη λήξη της, καθίστατο άνευ αντικειμένου η εξέταση της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της επικουρικής από 23.6.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως αορίστου χρόνου και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε μη εξετάζοντάς την. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "...Εξάλλου, σημειώνεται ότι και αν ακόμα η σύμβαση εργασίας ήταν αορίστου χρόνου, κατά τον αγωγικό ισχυρισμό της- πράγμα που δεν αποδείχθηκε- αυτή λύθηκε, με την προαναφερόμενη έγγραφη επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στις 23.6.2015, εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου και την κατάθεση της αποζημίωσης ποσού 2.329,93 € - εντός ευλόγου χρόνου- στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων....", είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, (αρθ.578 ΚΠολΔ) καθότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχτηκε ότι η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου. 6. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε πως συντρέχουν λόγοι για τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, την ως άνω κρίση του το Εφετείο άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έγγραφα). 7. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο αυτό (ΑΠ 1435/2018, 595/2016). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της, με ημερομηνία 2.1.2015, σύμβασης με διάρκεια από 2.1.2015 έως 1.4.2015, καθώς και αυτής με ημερομηνία 3.4.2015 με διάρκεια από 4.4.2015 έως 3.6.2015, με το να αναγνώσει λάθος το περιεχόμενο αυτών, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στις εν λόγω συμβάσεις και δη ότι προσλήφθηκε για να καλύψει τις ειδικές παροδικές ανάγκες της πρώτης εναγόμενης σε εργατικό δυναμικό, που προέκυπταν από την απουσία άλλων εργαζομένων της, η εσφαλμένη δε αυτή ανάγνωση άσκησε ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας της ως ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της πληττόμενης απόφασης το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, συνεκτίμησε και τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (καταθέσεις μαρτύρων και λοιπά έγγραφα) και δεν στήριξε την εν λόγω κρίση του αποκλειστικά στο περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων πιο πάνω εγγράφων. Επομένως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.10.2021 και αριθ. κατάθεσης 75/2.11.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 517/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ