Αριθμός 1748/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Κουράση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1623/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1646/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την από 25-2-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1718/3-3-2022-165/3-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 1646/9-3-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. 2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει η εξής δικονομική πορεία της υπόθεσης: Ο αναιρεσείων στην από 6-9-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5887/2017-2564/2017 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - είχε εκθέσει τα εξής: Ότι στις 20-6-1983 είχε καταρτίσει με την εναγομένη, ανώνυμη εταιρία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από τότε παρείχε σε αυτή την εργασία του, ωσότου αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση της εργοδότριάς του στις 30-9-2016. Ότι η εναγομένη σύμφωνα με επιχειρησιακή συνήθεια που είχε δημιουργήσει κατάρτισε στις 26-4-1990 και στις 12-9-2005 με τις ανώνυμες ασφαλιστικές εταιρίες με τους διακριτικούς τίτλους "..." και "..." συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της και ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, θα λάμβανε, όταν συνταξιοδοτείτο, χρηματικό ποσό το οποίο θα υπολογιζόταν σύμφωνα με τα κριτήρια που ανέφερε στην αγωγή. Ότι η πρώτη ασφαλιστική σύμβαση τροποποιήθηκε ακύρως ως προς συγκεκριμένους όρους της με μεταγενέστερες συμβάσεις της εναγομένης και της ασφαλίστριας. Ότι η εναγομένη είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει πλήρη τα ασφάλιστρα και στις δύο (2) αντισυμβαλλόμενές της, αλλά αθέτησε την υποχρέωσή της αυτή με συνέπεια οι ασφαλιστικές εταιρίες να καταγγείλουν τις συμβάσεις οι οποίες έκτοτε για το λόγο αυτό λύθηκαν. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτόν, κυρίως, το ποσόν που θα λάμβανε, όταν συνταξιοδοτείτο από την πρώτη ασφαλιστική εταιρία, συνολικού ποσού 208.828,80 Ευρώ, επικουρικά να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εργοδότριάς του να καταβάλει σε αυτόν ποσό 104.620,01 Ευρώ, δηλαδή το ποσόν που θα λάμβανε, όταν συνταξιοδοτείτο, αν θεωρηθούν έγκυρες οι πρόσθετες τροποποιητικές συμβάσεις της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης που είχε καταρτίσει η εργοδότριά του με την "..." και, επικουρικότερα, ποσό 174.382,06 Ευρώ, δηλαδή τη συνταξιοδοτική παροχή που θα λάμβανε από την "..." με την οποία είχε συμβληθεί η εναγομένη. Ο ενάγων αιτήθηκε επίσης να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αριθμός 3, 621 και 623 ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1623/7-9-2018 απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 106, 216 παρ. 1 α ΚΠολΔ, 648, 649, 653, 382, 335, 336, 338 ΑΚ και 1 της Διεθνούς Σύμβασης περί προστασίας του ημερομισθίου που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955), αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την παραδοχή ότι η εναγομένη δεν είχε δημιουργήσει επιχειρησιακή συνήθεια να καταρτίζει με ασφαλιστικές εταιρίες συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της με συνέπεια ο ενάγων-εργαζόμενος να μην μπορεί να αξιώσει από αυτή την επίδικη παροχή σε εκτέλεση συμβατικής της παροχής έναντί του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Ο αναιρεσείων - τότε ενάγων άσκησε την από 26-10-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 100043/29-10-2018-6944/29-10-2018 έφεση κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 511 επ. ΚΠολΔ) - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψε κατά της αναιρεσίβλητης-τότε εφεσίβλητης - εργοδότριάς του - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του Νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρα 511 επ. ΚΠολΔ) και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά της εναγομένης και να καταδικασθεί η εργοδότριά του στα δικαστικά του έξοδα. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 1 και 3 και 621 ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1646/9-3-2020 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε στην ουσία με παραδοχές όμοιες με αυτές της εκκαλουμένης. Το ίδιο Δικαστήριο συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. 3. Ο αναιρεσείων-τότε εκκαλών άσκησε κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την από 25-2-2002 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1718/3-3-2002-165/3-3-2022 αίτηση για αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για τους λόγους που αναφέρει στο αναιρετήριο (άρθρα 552 επ. και 559 ΚΠολΔ). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά (άρθρα 573 παρ. 1, 68, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα εξής: "Από (...) όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια (...) αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα (...) : Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη. στην οποία προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας την 20.6. 1983 και εργάστηκε σε αυτήν έως την 30.9.2016, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς έχοντας συμπληρώσει το 50" έτος της ηλικίας του (...) η εναγομένη παρείχε κίνητρα και παροχές στο προσωπικό της μεταξύ των οποίων ήταν και η σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ του προσωπικού της (...) η εναγομένη συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία "..., το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο διαχείρισης κεφαλαίου συνταξιοδοτικού προγράμματος, με το οποίο παρεχόταν στους μόνιμους εργαζόμενους σε αυτήν, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ενάγων. Κατά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, χρηματική παροχή συνισταμένη κατ' επιλογήν τους σε ισόβια μηνιαία σύνταξη ή εφάπαξ παροχή έναντι ασφαλίστρων, που καταβάλλονταν αποκλειστικά από την εναγομένη εργοδότρια. Οι απασχολούμενοι στην εναγομένη εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα αυτό, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων, αφού έλαβαν γνώση του περιεχομένου της, στο οποίο καθορίζονταν οι συντελεστές των προσωπικών και χρονικών προϋποθέσεων, η συνδρομή των οποίων ήταν αναγκαία, αφενός για την κτήση του δικαιώματος απολαβής της ασφαλιστέας παροχής, αφετέρου δε για τον προσδιορισμό του ύψους της. συναίνεσαν στην παραπάνω υπέρ αυτών συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης. Οι ασφαλισμένοι εργαζόμενοι, εκτός από τη συναίνεση κατά τη σύναψη του ανωτέρω συμβολαίου, δεν είχαν από το νόμο τη δυνατότητα να συμφωνήσουν ή να παρέμβουν στην τροποποίηση, στη διατήρηση ή την κατάργησή του, αφού στην ανωτέρω σύμβαση, που φέρει το νομικό χαρακτήρα της γνήσιας υπέρ τρίτου σύμβασης (...), δεν ήταν οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, και συνεπώς ως τρίτοι δεν είχαν από το νόμο δυνατότητα επέμβασης στη διαμόρφωση του περιεχομένου της, το οποίο αποτελεί αποκλειστικά προϊόν της μεταξύ της εναγόμενης και της ασφαλιστικής εταιρείας υφιστάμενης συμφωνίας. Περαιτέρω η ανωτέρω συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης, η οποία τροποποιήθηκε με τις με (...) πρόσθετες πράξεις, που ακολούθησαν διήρκησε μέχρι την 1.1.2002, διότι η εναγομένη έπαυσε την καταβολή των εισφορών καταγγέλοντας μονομερώς τη σύμβαση, η οποία λύθηκε. Ακολούθως συνήψε η εναγομένη το με αριθμ. ... συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης των εργαζομένων με την "...", αναλαμβάνοντας αποκλειστικά την καταβολή του ασφαλίστρου (...). Η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση διήρκησε μέχρι 31.8.2005, οπότε με μονομερή από μέρους της εναγομένης καταγγελία, έπαυσε η ισχύς της (...) ακολούθως η εναγομένη συνήψε νέα ασφαλιστική σύμβαση με την εταιρεία "...", η οποία ισχύει από 12.9.2005 και στην οποία οι εργαζόμενοι υποχρεούνται τα καταβάλουν οι ίδιοι τα ασφάλιστρα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι εκτός από τη συναίνεσή τους στη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης ασφάλισης οι ασφαλισμένοι εργαζόμενοι της εναγόμενης δεν είχαν από το νόμο τη δυνατότητα τα συμφωνήσουν ή να παρέμβουν στην τροποποίηση, τη διατήρηση ή την κατάργηση της. αφού η εν λόγω σύμβαση φέρει το νομικό χαρακτήρα της γνήσιας υπέρ τρίτου σύμβασης, η δε από μέρους της εναγομένης οικειοθελής παροχή του προγράμματος συνταξιοδότησης με δική της επιβάρυνση, αναλαμβάνοντας την καταβολή των ασφαλίστρων, ουδέποτε αποτέλεσε όρο της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος. ούτε υπήρξε αντάλλαγμα της εργασίας του και ουδέποτε έλαβε μισθολογικό χαρακτήρα. Περαιτέρω το έτος 2005 1063 εργαζόμενοι της εναγομένης σε σύνολο 1070 υπέγραψαν νέα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, με την οποία αναθεώρησαν τις πρόσθετες παροχές της εναγομένης εταιρείας προς αυτούς, ενώ στις 5.4.2005 η εναγόμενη κατήρτισε νέες ατομικές συμβάσεις εργασίας με τους εργαζόμενους, τις οποίες αυτοί υπέγραψαν, πλην του ενάγοντος. ο οποίος δεν υπόγραψε ούτε την ανωτέρω επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα στον πέμπτο όρο των παραπάνω συμβάσεων αναφέρονται τα εξής: εκτός από την αμοιβή του όρου 3, κάθε άλλη παροχή σε είδος ή σε χρήμα, ακόμη και αν αυτή επαναλαμβάνεται τακτικά και μακροχρόνια, είναι οικειοθελής και η εταιρεία μπορεί οποτεδήποτε να την τροποποιεί, να τη μεταβάλει ή και να την ανακαλεί μονομερές. Ένταξη ή και παραμονή του μισθωτού σε ασφαλιστικό πρόγραμμα υγείας, ή και ζωής, ή και ατυχημάτων ή και σε ασφαλιστικό πρόγραμμα που καλύπτει σύνταξη, αδιάφορα αν ο μισθωτός συμμετέχει ή όχι στην πληρωμή του ασφαλίστρου, συνιστά παροχή της εταιρείας από ελευθεριότητα, για την οποία διατηρεί από τώρα την επιφύλαξη και το δικαίωμα οποτεδήποτε, να την ανακαλεί, καταργεί, τροποποιεί ή μεταβάλλει με προηγούμενη ενημέρωση του μισθωτού. Σε περίπτωση συμμετοχής του μισθωτού στο ασφάλιστρο συνταξιοδοτικού ασφαλιστικού προγράμματος, η εταιρία δεσμεύεται να επιστρέφει ολόκληρο το ποσό με το οποίο συμμετείχε ο μισθωτός σε περίπτωση ακύρωσης του προγράμματος ή λύσης καθ' οιονδήποτε τρόπο της σύμβασης του μισθωτού προ της θεμελίωσης δικαιώματος. Επομένως σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο τα ανωτέρω επικαλούμενη προγράμματα ομαδικής ασφάλισης που συνήψε η εναγομένη με τις ως άνω ασφαλιστικές εταιρείες συνιστούν οικειοθελή παροχή για την οποία η εναγόμενη επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό της το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης, κατάργησης, μεταβολής και τροποποίησης ο δε αναφερόμενος στις ανωτέρω ατομικές συμβάσεις εργασίας όρος "ότι η εναγομένη πριν προχωρήσει στην ανάκληση, κατάργηση, τροποποίηση ή μεταβολή μεταξύ άλλων και του ασφαλιστικού προγράμματος που καλύπτει σύνταξη έχει υποχρέωση να ενημερώσει το μισθωτό", έχει την έννοια της γνώσης του μισθωτού οποιασδήποτε ενέργειας μπορεί να επηρεάσει μελλοντικά το εισόδημά του. Με τον τρόπο αυτό του δίνεται η ευκαιρία, είτε να συνεχίσει ο ίδιος την ασφάλιση με δική του επιβάρυνση είτε να συνάψει εγκαίρως άλλη ασφαλιστική σύμβαση, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του ή να λύσει τη σύμβαση εργασίας του με την εναγομένη αν πρόκειται να πετύχει εργασιακή σύμβαση με καλύτερη συνταξιοδοτική κάλυψη, ενώ δεν εμποδίζει το δικαίωμα της εργοδότριας εταιρείας να ασκήσει μονομερώς τα συμβατικά της δικαιώματα προς την κατεύθυνση της κατάργηση; τη; ασφάλισης. Επομένως ο όρος προηγούμενη ενημέρωση αποτελεί απλά μια συμβατική υποχρέωση της εναγομένης η οποία δεν σχετίζεται με τις συνέπειες οι οποίες θα επέλθουν στο μισθωτό από την μονομερή εκ μέρους της κατάργηση του ασφαλιστικού προγράμματος που καλύπτει σύνταξη, οι οποίες θα επέλθουν ανεξάρτητα από προηγούμενη ή μη ενημέρωση του μισθωτού, η δε παράλειψή της προς ενημέρωση δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης των συμβαλλόμενων εργαζομένων, συνισταμένη στο ποσό που θα εισέπρατταν αν δεν είχε καταπονεί η ασφαλιστική σύμβαση, καθόσον τούτο συνέχεται με το αν η εναγομένη εργοδότρια επιφύλαξε για τον εαυτό της με την εργασιακή σύμβαση το δικαίωμα μονομερούς κατάργησης των οικειοθελών παροχών προς τους εργαζομένους στην επιχείρησή της (Εφ.Πειρ. 82/2011, ΑΠ 364/2013 Νόμος). Ο ενάγων, ο οποίος δεν υπέγραψε νέα ατομική σύμβαση εργασίας και επομένως ως προς αυτόν δεν έχει έννομες συνέπειες η υποχρέωση της εναγομένης προς ενημέρωσή του. Δεσμεύεται όμως από τον περιεχόμενο στην αρχική σύμβαση όρο περί ελεύθερης και αναιτιολόγητης καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους της εναγόμενης, που καταδεικνύει ότι επρόκειτο περί οικειοθελούς εργοδοτικής παροχής (...). Περαιτέρω στον όρο 6 του από 27.112015 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων περί των όρων λύσεως της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αναγράφονται ρητά τα εξής: ο εργαζόμενος δηλώνει, αναγνωρίζει και βεβαιώνει ότι το παραπάνω συνολικό ποσό των 210.673,79 ευρώ θα καταβληθεί με το θεμελιώδη όρο τον οποίο αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα και χωρίς την ανεπιφύλακτη αποδοχή του οποίου δεν θα είχε συμφωνηθεί ποτέ να του καταβληθεί, ότι η εταιρεία έχει, διατηρεί και θα έχει το δικαίωμα να αντιτάξει το ποσό αυτό σε συμψηφισμό έναντι όποιας τυχόν αξίωσης προβάλλει ο εργαζόμενος ποτέ στο μέλλον κατ' αυτής ή και καθ' οιασδήποτε εταιρείας, θυγατρικής της εταιρείας ή άλλως πως άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένης με την εταιρεία ή και κατά οιουδήποτε εκ των διοικούντων τους, διευθυντών τους, υπαλλήλων τους, συνεργατών τους, συμβούλων τους, πλην της τυχόν αξίωσης την οποία η εταιρεία αρνείται εκ του με αρ. ... συνταξιοδοτικού συμβολαίου της ..., σε αρχική ή τροποποιημένη μορφή, ή και του υπ' αριθμ. ... συνταξιοδοτικού συμβολαίου της ..., σε αρχική ή τροποποιημένη μορφή ή εκ οιουδήποτε συνταξιοδοτικού συμβολαίου, προηγουμένως ισχύσαντος ή σήμερα ισχύοντος", με βάση τα οποία καταδεικνύεται με σαφήνεια η βούληση της εναγομένης ότι τα ανωτέρω συνταξιοδοτικά συμβόλαια φέρουν τον χαρακτήρα της οικειοθελούς παροχής και δεν αποτελούν μισθολογική παροχή, όπως ισχυρίζεται ο εναγών, αφού σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να συσχετιστούν με το αντάλλαγμα παροχής τακτικών υπηρεσιών. Εξάλλου με την νέα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και τις νέες ατομικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνεται ως όρος το δικαίωμα της μονομερούς εκ μέρους της εναγομένης ανάκλησης της επίδικης παροχής ακόμη και στις επαναλαμβανόμενες τακτικά και μακροχρόνια παροχές, η ένδικη παροχή διατήρησε το χαρακτήρα της οικειοθελούς παροχής, ενώ δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά συμβατική υποχρέωση της εναγομένης η επί 13 συνολικά έτη συνεχής καταβολή του ασφαλίστρου. Συνακόλουθα (...) η (...) παροχή δεν αποτελεί μισθολογική παροχή (...).". 4.α. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν η προσβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και ποιόν συγκεκριμένα από όσους ορίζονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 923/2022). Στον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1, 8, 10, 11, 12, 13, 16, 17, 19 και 20 ΚΠολΔ, επειδή δεν εκτίμησε ορθώς αποδεικτικά έγγραφα τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του με συνέπεια να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποδεικτικό συμπέρασμα και συγκεκριμένα: α) στο ότι είχε αποκτήσει προσδοκία δικαιώματος να λάβει την εφάπαξ παροχή από τις ασφαλιστικές εταιρίες με τους διακριτικούς τίτλους "..." και "...", όταν θα συνταξιοδοτείτο, το έτος 1990, ενώ είχε αποκτήσει το δικαίωμα αυτό το έτος 1983, όταν κατάρτισε τη σύμβαση εργασίας με την εργοδότριά του και β) στο ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου των ασφαλιστηρίων το έτος 1990, ενώ αυτό συνέβη το έτος 2007. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή α) ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο πώς οι εσφαλμένες, όπως επικαλείται, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης που προαναφέρθηκαν συνδέονται με το συμπέρασμα του δικανικού της συλλογισμού ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αξιώσει από την αναιρεσίβλητη την ασφαλιστική παροχή που είχε αιτηθεί με την αγωγή του, επειδή η εργοδότριά του δεν είχε δημιουργήσει επιχειρησιακή συνήθεια να καταρτίζει με ασφαλιστικές εταιρίες συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της και συνεπώς δεν έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, επειδή αθέτησε συμβατική της υποχρέωση έναντί του και εν πάση περιπτώσει β) αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί βάσιμο, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 4.β. Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η απόφαση που προσβάλλεται υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται στο άρθρο 559 αριθμοί 1, 8, 10, 11, 12, 13, 16, 17, 19 και 20 ΚΠολΔ, επειδή δέχθηκε ότι οι εργαζόμενοι- δικαιούχοι του ασφαλίσματος - και συνεπώς και ο ίδιος - από τη σύμβαση ασφάλισης που είχε καταρτίσει η εργοδότριά τους με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που προαναφέρθηκαν δεν είχαν ως τρίτοι τη δυνατότητα να διαπραγματευθούν και να διαμορφώσουν με τον τρόπο αυτό το περιεχόμενό της, ενώ το προσωπικό της εναγομένης είχε πράγματι αυτή τη δυνατότητα μέσω του σωματείου εργαζομένων στην επιχείρηση της εφεσίβλητης-εναγομένης στο οποίο μέλος ήταν και ο ίδιος. Ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, επειδή δεν συναρτάται με την έννομη σχέση που κρίθηκε, αλλά αναφέρεται σε πλεοναστικές παραδοχές της απόφασης που αναιρεσιβάλλεται, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της ( ΑΠ 1397/2022). 4.γ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο πως συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΑΠ 157/2022). Για να ιδρυθεί δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 8/2016). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, όταν πρόκειται περί εγγράφου, να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Ολ.ΑΠ 23/2008). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (...), (ΑΠ 41/2023). Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 8/2005). Στον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο με την ίδια απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα τα οποία ο ίδιος είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου αυτού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα: 1) το υπ' αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "...", τις πρόσθετες τροποποιητικές πράξεις του και το υπ' αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "...", 2) την υπ' αριθμό 3246/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την υπ' αριθμό 82/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, 3) τις υπ' αριθμό 3535/2014 και 927/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) την υπ' αριθμό 11/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά και 5) την από 28-2-2007 γνωμοδότηση του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ι.. Κ. με συνέπεια να αποφανθεί εσφαλμένα ότι η επίδικη παροχή ήταν οικειοθελής και όχι συμβατική - ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης (άρθρο 339 ΚΠολΔ) - με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να την απαιτήσει από την εργοδότριά του. Η αναιρεσιβαλλομένη όμως απόφαση βεβαιώνει ότι για να οδηγηθεί στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει και ο εκκαλών-ενάγων. Το ίδιο εξάλλου συνάγεται και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη, δεν περιέχει κενά και αντιφάσεις και κάνει μάλιστα ρητή και ειδική αναφορά, σχολιασμό και αξιολόγηση του περιεχομένου όλων των ασφαλιστικών συμβάσεων. Η αναιρεσιβαλλομένη επιπλέον περιέχει και παραπομπές σε αποφάσεις άλλων Δικαστηρίων ουσίας που έκριναν είτε όμοια, είτε συναφή ζητήματα με την επίδικη διαφορά - αλλά με διαφορετικούς διαδίκους με συνέπεια από τις αποφάσεις αυτές να μην παράγεται κατά νόμο (άρθρα 331 επ. ΚΠολΔ) δεδικασμένο στην ένδικη διαφορά - και τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων για να στηρίξει τόσο τους ουσιαστικούς, όσο και τους νομικούς ισχυρισμούς του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με το δεδομένο αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της όλα τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν για να καταλήξει στο αποδεικτικό της συμπέρασμα. Για το λόγο αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4.δ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής παραμόρφωση αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς (...) και όχι όταν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωσή του και κατέληξε από την εκτίμηση αυτού μόνου ή σε συσχετισμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 34/2023). Στον τέταρτο - κατ' ορθή αρίθμηση - λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1, 8, 10, 11, 13, 16, 17, 19 και 20, επειδή δέχθηκε ότι η επίδικη παροχή ήταν οικειοθελής και δεν είχε καταστεί επιχειρησιακή συνήθεια με συνέπεια ο ίδιος να μην μπορεί να την απαιτήσει από την εργοδότριά του με τη συνταξιοδότησή του, όπως αυτό αποδεικνυόταν από τον έκτο όρο της από 27-11-2015 έγγραφης συμφωνίας του με την εργοδότριά του - την οποία κατήρτισαν με αφορμή την οικειοθελή αποχώρησή του από την επιχείρησή της - και ο οποίος προέβλεπε ότι η εργοδότριά του μπορεί να συμψηφίσει το συνολικό ποσόν των 210.673,79 Ευρώ που θα καταβάλει σε αυτόν ως αποζημίωση απόλυσης και ως κίνητρο για την πρόωρη έξοδό του από αυτή, ενώ από το συγκεκριμένο όρο - σε συνδυασμό με τον όρο 7 της ίδιας σύμβασης και με άλλα αποδεικτικά έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί - αποδεικνυόταν το αντίθετο, ότι δηλαδή η εργοδότριά του είχε αναλάβει συμβατική δέσμευση έναντί του να του καταβάλει την επίδικη παροχή, μόλις συνταξιοδοτείτο. Ο τέταρτος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή αποδίδει στο Εφετείο ότι δεν εκτίμησε ορθά το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου. Η πιθανή όμως αυτή πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 5. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης - η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις - πρέπει μετά από αίτημά της να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 106 και 176 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-2-2002 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1718/165/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 1646/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ