Αριθμός 1132/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Α. και 2) Ε. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. συζ. Ν., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., 3) Φ. Γ. του Ν., 4) Γ. Γ. του Ν. και 5) Χ. Γ. του Ν., κατοίκων ... . Οι 3η, 4η και 5ος ως κληρονόμοι του Ν. Γ., όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Φραγκιαδάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2008 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Ν. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 644/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 163/2010, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 12/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α. Λ. του Κ. έγινε κύριος του υπ' αριθ. 2999 κληροτεμαχίου του αγροκτήματος ΤΟΠ- ΑΛΤ1 Ηρακλείου μετά την οριστική του διανομή που έγινε και κυρώθηκε νόμιμα με την υπ'αριθ. 71550/11-4-1951 απόφαση του αρμοδίου Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 76/23-4-1951 τ.ΕΓ, και του χορηγήθηκε ο με αριθμ. 35186/1951 οριστικός τίτλος κυριότητας που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου. Το παραπάνω κληροτεμάχιο βρίσκεται στην θέση "..." "..." της κτηματικής περιφέρειας του υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου έχει εμβαδόν 9.280 τ.μ και συνορεύει κατά τον παραπάνω τίτλο κυριότητας βόρεια με τα με αριθ. 2998 και 3.000 κληροτεμάχιο σε τεθλασμένη γραμμή, σήμερα ιδιοκτησίας Σ. Π., αδελφών ... και άλλου άγνωστου ιδιοκτήτη), νότια με το υπ' αριθ. 3286 κληροτεμάχιο, (σήμερα ιδιοκτησίας κληρονόμων ...), ανατολικά με αγροτικό δρόμο και πάλι με τα με αρ. 2998 και 3.000 κληροτεμάχια και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Με την με αριθ. .../1958 δημόσια διαθήκη του συμβ/φου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη ο ως άνω κληρούχος, που απεβίωσε στις 23-2-1967, άφησε το ως άνω κληροτεμάχιο στις θυγατέρες του Π. συζ. Κ., Σ. συζ. Α. Κ., (θείες των εκκαλούντων) και Γ. συζ. Χ. Γ., (μητέρα του αρχικού πρώτου ενάγοντα - εκκαλούντα και των λοιπών εναγόντων -εκκαλούντων), κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Οι τρεις αδελφές τα Χριστούγεννα του έτους 1968 συμφώνησαν να δανείμουν παράτυπα το παραπάνω κληροτεμάχιο μεταξύ τους σε τρία ίσα περίπου τμήματα, εκ των οποίων η μητέρα των εκκαλούντων Γ., έλαβε το νότιο τμήμα, η αδελφή της Π. έλαβε το μεσαίο τμήμα και η Σ. το βόρειο τμήμα. Το νότιο τμήμα, που φέρεται και ως επίδικο, συνορεύει βόρεια με το μεσαίο τμήμα του επιδίκου κληροτεμαχίου, νότια με Ν. Κ., δεξιά και αριστερά με αγροτικές οδούς. Το έτος 1975 με το με αριθ. .../13-10-1975 προσύμφωνο της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κατράκη - Βαληνδά, η Π. συζ. Κ. υποσχέθηκε να μεταβιβάσει το μεσαίο τμήμα του παραπάνω κληροτεμαχίου ως αυτοτελές ακίνητο στην αδελφή της Σ., στην πραγματικότητα με το παραπάνω προσύμφωνο η Π. μεταβίβασε και παρέδωσε στην Σ. παράτυπα την νομή του παραπάνω μεσαίου τμήματος ως αυτοτελές ακίνητο. Επειδή όμως πρόκειται για κληροτεμάχιο, του οποίου δεν είναι δυνατή η κατάτμηση, οι συμφωνίες αυτές των συγκυρίων ουσιαστικά αφορούσαν την κατανομή της χρήσης του σε διαιρετά τμήματα. Κατά τους προβληθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς των εναγομένων - εφεσιβλήτων το έτος 1968 η μητέρα των εναγόντων -εκκαλούντων μεταβίβασε στον πατέρα του πρώτου εναγόμενου -εφεσίβλητου Α. Κ. και στον Α. Κ., πατέρα της δεύτερης εναγομένης - εφεσίβλητης, με άτυπη πώληση το ιδανικό της μερίδιο στο παραπάνω κληροτεμάχιο. Περαιτέρω ισχυρίζονταν ότι οι γονείς τους με τις άλλες συγκύριες για την επωφελέστερη εκμετάλλευση του κληροτεμαχίου αποφάσισαν να το διανείμουν σε τρία ίσα μερίδια και να λάβουν αυτοί το νότιο τμήμα και οι αδελφές Π. και Σ. να πάρουν το βόρειο τμήμα. Ότι έτσι καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των γονέων τους και των λοιπών συγκυρίων περί διανομής του κληροτεμαχίου και παραδόθηκε σε αυτούς το νότιο τμήμα το οποίο έκτοτε νέμονταν. Ο ισχυρισμός όμως αυτός των εναγομένων - εφεσιβλήτων είναι ουσιαστικά αβάσιμος όπως προκύπτει από το προαναφερθέν με αριθμ. .../13-10-1975 προσύμφωνο στο οποίο αναφέρεται ότι το τμήμα του κληροτεμαχίου, που μεταβίβασε η εκ των συγκυρίων Π. στην αδελφή της Σ. συνορεύει βόρεια με Σ. συζ. Α. Κ., (ήτοι με το βόρειο τμήμα του κληροτεμαχίου), νότια με κληρονόμους Γ. συζ. Χ. Γ., (ήτοι το νότιο τμήμα του επιδίκου), ανατολικά και δυτικά με ανώνυμη οδό, ενώ αν πράγματι το έτος 1968 είχε γίνει η επικαλούμενη από τους εφεσίβλητους - εναγόμενους πώληση, τότε στο προς νότιο όριο θα αναφέρονταν ως όμοροι οι αδελφοί Κ. και όχι οι κληρονόμοι της Γ. Γ.. Από το παραπάνω προσύμφωνο προκύπτει ότι όχι μόνο ποτέ δεν έλαβε χώρα η επικαλούμενη από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους μεταβίβαση αλλά και ότι αυτοί δεν συμμετείχαν στην κατά τα άνω διανομή του κληροτεμαχίου, που έγινε μόνο μεταξύ των τριών αδελφών τα Χριστούγεννα του έτους 1968, διότι διαφορετικά αυτές θα γνώριζαν την εν λόγω μεταβίβαση και θα αναγραφόταν στο παραπάνω προσύμφωνο ότι ιδιοκτήτες του όμορου προς νότο τμήματος ήταν οι αδελφοί Κ.. Σε κάθε περίπτωση από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι αδελφές Π. και Σ. πληροφορήθηκαν οποτεδήποτε την επικαλούμενη από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους μεταβίβαση, ενώ αν πράγματι είχε αυτή λάβει χώρα η Γ. Γ. θα το γνωστοποιούσε στις αδελφές της, κάτι που ασφαλώς και οι αγοραστές θα είχαν απαιτήσει να γίνει, προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους στο αγορασθέν από αυτούς τμήμα και τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους από τις άλλες συγκυρίες του κληροτεμαχίου. Αντίθετα από την κατάθεση της μίας εκ των τριών αδελφών, Π. χας Γ. Κ., που περιέχεται στην παραπάνω αναφερομένη με αριθ. .../24-11-2008 ένορκη βεβαίωση, προκύπτει ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω η μη επίκληση και προσκόμιση από τους εναγόμενους- εφεσίβλητους οποιουδήποτε εγγράφου αποδεικτικού της παραπάνω μεταβίβασης, όπως προσύμφωνο ή απλό ιδιωτικό συμφωνητικό ή έστω απόδειξη καταβολής του τιμήματος, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση ούτε να αποδεικνύεται ότι υπήρχε κάποια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της πωλήτριας και των αγοραστών, που να δικαιολογεί την μη σύνταξη οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου, συνεπικουρεί την παραπάνω κρίση του δικαστηρίου. Να σημειωθεί ακόμη ότι οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι ουδέποτε δήλωσαν το επίδικο ή το μερίδιο επί του επιδίκου ως δικό τους, αφού δεν προσκομίζουν κανένα Ε9, ενώ αντίθετα οι εκκαλούντες προέβησαν σε δήλωση αυτού το 2005, επίσης το δήλωσαν στο Εθνικό Κτηματολόγιο και επιχείρησαν μετά των άλλων συγκυρίων να νομιμοποιήσουν την παράνομη κατάτμηση του κληροτεμαχίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 403/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε επί σχετικής αίτησης των ανωτέρω που απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι όμως σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν, ουδέποτε δήλωσαν το επίδικο στο Ε9 καθώς και στο κτηματολόγιο και σε ουδεμία συνεννόηση ήρθαν ποτέ με τους λοιπούς συγκυρίους για νομιμοποίηση της κατάτμησης του κληροτεμαχίου. Σημειωτέον ότι η νομιμοποίηση ενδιέφερε προεχόντως τον Κ. Κ., που επιθυμούσε να οικοδομήσει, επομένως αυτός, αν πράγματι οι εναγόμενοι- εφεσίβλητοι κατείχαν το νότιο τμήμα του, με αυτούς θα ερχόταν σε συνεννόηση για να επιχειρήσουν από κοινού την νομιμοποίηση της κατάτμησης του κληροτεμαχίου, κάτι που ασφαλώς αν επιτυγχανόταν, θα ωφελούσε και τους ίδιους. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων είναι ενδεικτική της έλλειψης συνομής και της διανοίας συγκυρίων των εναγομένων - εφεσιβλήτων και συνεπικουρεί στην παραπάνω κρίση του δικαστηρίου ότι ουδέποτε έλαβε η επικαλούμιενη από αυτούς μεταβίβαση. Να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι ως στοιχείο υπέρ των απόψεων τους επικαλούνται το υπ' αριθ. .../23-9-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Ελένης Λασηθιωτάκη, με το οποίο η Σ. Κ. μεταβίβασε με γονική παροχή στα τέκνα της παράτυπα το βόρειο και μεσαίο τμήμα του επιδίκου κληροτεμαχίου ως αυτοτελές ακίνητο, (και όχι ιδανικά μερίδια αυτού), συνολικού εμβαδού 6.544 τ.μ, διότι στο εν λόγω συμβόλαιο στην περιγραφή των ορίων του μεταβιβαζόμενου ακινήτου αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ν. Κ., Σ. Π., αγνώστου ιδιοκτήτη και αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησία αδελφών .... Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι ο άγνωστος ιδιοκτήτης που αναφέρεται στο παραπάνω συμβόλαιο υποδηλώνει το νότιο όριο και τους ίδιους ως ιδιοκτήτες αυτού. Όμως μία προσεχτική ανάγνωση του παραπάνω συμβολαίου σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα που εξήγαγαν οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι. Ειδικότερα τα τμήματα του όλου κληροτεμαχίου που είχε λάβει η Σ., ήταν όπως προαναφέρθηκε, το βόρειο και το μεσαίο. Κανένα από τα τμήματα αυτά δεν έχει ως όριο τον Ν. Κ., η ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται νότια του όλου κληροτεμαχίου, δηλαδή, μεταξύ της ιδιοκτησίας αυτού και των δύο μεταβιβασθέντων με το παραπάνω συμβόλαιο τμημάτων, μεσολαβεί το νότιο τμήμα του κληροτεμαχίου. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει ιδία από την υπ' αριθ. .../1968 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Ηρακλείου Εμμανουήλ Βογιάκη, με την οποία η Σ. συζ. Α. Κ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτή κληρονομιά του πατρός της σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του όλου αγροτεμαχίου, στο οποίο τα όρια αυτού περιγράφονται γύρωθεν με Ν. Κ., Σ. Π. και δρόμο, και το υπ' αριθ. .../1994 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβ/φου Ηρακλείου Γεώργιου Σμυρνάκη, με το οποίο η Ε. Μ. το γένος Ν. Κ. μεταβίβασε το 3286 κληροτεμάχιο στην θυγατέρα της, το οποίο αποτελούσε κατά τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας (παραχωρητήριο), το νότιο όριο του επιδίκου υπ' αριθ. 2999 κληροτεμαχίου. Είναι επομένως προφανές, ότι από παραδρομή κατά την σύνταξη του συμβολαίου, αναγράφηκε ως νότιο όριο η ιδιοκτησία Ν. Κ., η οποία ουδόλως συνορεύει με τα παραπάνω μεταβιβασθέντα τμήματα και η οποία αποτελούσε το νότιο όριο του όλου επιδίκου κληροτεμαχίου, αντί να γραφεί ως νότιο όριο το νότιο τμήμα του όλου κληροτεμαχίου. Κατά συνέπεια η αναγραφή του αγνώστου δεν αναφέρεται στο νότιο όριο ούτε αφορά τους εναγόμενους- εφεσιλήτους, αλλά κάποιον όμορο προς βορρά του όλου κληροτεμαχίου της ιδιοκτησίας Σ. Π., που τμήματά της μεταβιβάστηκαν σε περισσότερους ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων ήταν οι αδελφοί ... και ο αναφερόμενος ως άγνωστος. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων - εφεσιβλήτων είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Να σημειωθεί ακόμη ότι οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους επικαλούνται και ένα έτερο στοιχείο και συγκεκριμένα το με ημερομηνία Νοέμβριος 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Κ., στο οποίο απεικονίζονται το βόρειο και το μεσαίο τμήμα του επιδίκου και αναφέρεται σε αυτό ότι το νότιο όριο συνορεύει με ιδιοκτησία αγνώστου, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι ο άγνωστος ιδιοκτήτης που αναφέρεται στο παραπάνω τοπογραφικό υποδηλώνει τους ίδιους. Το εν λόγω όμως τοπογραφικό δεν μπορεί να αναιρέσει όσα προηγουμένως έγιναν δεκτά και προκύπτουν από έγγραφα συνταγέντα σε ανύποπτο χρόνο και όσα επίσης κατωτέρω αναφέρονται, καθώς ο ίδιος μηχανικός σε μεταγενέστερο τοπογραφικό που συνέταξε, συγκεκριμένα το με ημερομηνία Οκτώβριος 2004 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνει το νότιο τμήμα του όλου κληροτεμαχίου, αναγράφει ότι αυτό συνορεύει προς νότο με ιδιοκτησία αγνώστου, ενώ ήταν γνωστό στους ενάγοντες - εκκαλούντες, εργοδότες του, ότι αυτό προς νότο συνορεύει με την ιδιοκτησία Ν. Κ.. Σε αμφότερα τα ανωτέρω τοπογραφικά αναφέρεται ότι τα όρια αποτυπώθηκαν καθ' υπόδειξη των εργοδοτών του συντάξαντος αυτά, στην μεν πρώτη περίπτωση της θείας των εκκαλούντων Σ. Κ. το γένος Λ., στην δε δεύτερη των εναγόντων - εκκαλούντων, δεν προκύπτει όμως από τα εν λόγω τοπογραφικά ότι υποδείχθηκαν από τους εργοδότες του και τα ονόματα των όμορων ιδιοκτητών. Εξάλλου αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει κατά την σύνταξη τοπογραφικών είναι η ορθή αποτύπωση του ακινήτου και όχι να αποτυπωθούν τα στοιχεία των όμορων ιδιοκτητών. Περαιτέρω αν η Σ. Κ. είχε πράγματι δηλώσει στον συντάξαντα το τοπογραφικό μηχανικό, κατά την σύνταξη του παραπάνω τοπογραφικού, τα στοιχεία των όμορων ιδιοκτητών, τότε ασφαλώς δεν θα είχε δηλώσει ως άγνωστο τον ιδιοκτήτη του νότιου τμήματος, αλλά στην μεν περίπτωση που δεν είχε λάβει χώρα η επικαλούμενη από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους, μεταβίβαση, όπως άλλωστε δέχεται το παρόν δικαστήριο, θα είχε δηλώσει τα στοιχεία των κληρονόμων της αδελφής της Γ., ήτοι των εναγόντων - εκκαλούντων, ενώ στην περίπτωση που είχε πράγματι λάβει χώρα η εν λόγω μεταβίβαση και οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι νέμονταν όλα αυτά τα χρόνια το νότιο τμήμα του κληροτεμαχίου, όπως ισχυρίζονται, θα είχε δηλώσει τα ονόματα αυτών, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων -εφεσιβλήτων, οι δικαιοπάροχοι τους όχι μόνο είχαν αγοράσει το ιδανικό μερίδιο της Γ. Γ., αλλά συμμετείχαν στην άτυπη διανομή του κληροτεμαχίου και συνεπώς σε αυτή την περίπτωση αυτή θα γνώριζε ποιοι ήταν οι όμοροι γείτονές της, που κατείχαν το εν λόγω τμήμα του κληροτεμαχίου. Ενόψει δε του γεγονότος ότι, σε αυτήν πάντα την υποθετική περίπτωση, αυτοί δεν θα ήταν απλώς όμοροι, αλλά θα ήταν συνιδιοκτήτες του όλου κληροτεμαχίου, συμπεραίνεται ότι όλα αυτά τα έτη, αν πράγματι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων -εφεσιβλήτων και στην συνέχεια οι ίδιοι νέμονταν το εν λόγω νότιο τμήμα, θα έπρεπε να είχαν επαφές με την Σ. Κ. για την διεκπεραίωση των όποιων νομικών ή πραγματικών ζητημάτων ανέκυπταν και αφορούσαν το κληροτεμάχιο, και συνεπώς αυτή δεν θα είχε δηλώσει ότι είναι άγνωστος ο ιδιοκτήτης του νότιο τμήματος, αλλά θα είχε δηλώσει το όνομα των εναγομένων - εφεσιβλήτων ή των δικαιοπαρόχων τους. Στην πραγματικότητα αποδείχθηκε ότι η Σ. Κ. και η οικογένειά της δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη των εφεσιβλήτων - εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους και ότι δεν είχαν ποτέ μεταξύ τους επαφές για την επίλυση των αναφυομένων αναφορικά με το κληροτεμάχιο ζητήματα, όπως θα συνέβαινε αν οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής στο νότιο τμήμα του κληροτεμαχίου, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι η Σ. Κ. με τον σύζυγό της και στην συνέχεια τα τέκνα της απευθύνονταν στους ενάγοντες - εκκαλούντες για την επίλυση θεμάτων που κατά καιρούς ανέκυπταν και αφορούσαν, την περίφραξη του εν λόγω τμήματος, τον καθαρισμό του, την προστασία του και αργότερα όταν αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν με άλλο τρόπο, την επίλυση των νομικών ζητημάτων σχετικά με την κατάτμησή του. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω η Γ. Γ. δεν αποξενώθηκε από την νομή του μεριδίου της, που ασκείτο με εμφανείς πράξεις νομής επί του νότιου τμήματος του αγροτεμαχίου με διάνοια συγκυρίας, την οποία ασκούσε μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό της στις 27-9-1974 και στην συνέχεια οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, δηλαδή τα τέκνα της Π. και Μ. Γ., ( ενάγοντες - εκκαλούντες), καθώς και το έτερο τέκνο της αρχικός διάδικος ο Ν. Γ., ο οποίος απεβίωσε, και ο σύζυγός της Α. Γ., στο ποσοστό του οποίου τον διαδέχθηκαν οι ανωτέρω μετά τον επισυμβάντα θάνατό του στις 4-10-1990. Ειδικότερα, η Γ. Γ. προέβαινε αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπων στην καλλιέργεια του επιδίκου και την συλλογή του ελαιοκάρπου, τα οποία είχε κυρίως αναλάβει η αδελφή της Σ., όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 2-6-2000 βεβαίωση της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου Κρήτης, από την οποία προκύπτει ότι αυτή είχε δηλώσει από το 1984 ολόκληρο το κληροτεμάχιο και έλαβε επιδότηση ελαιολάδου για εσοδεία των ετών 1997/1998 και 1998/1999. Από την δήλωση αυτή, ολόκληρου του κληροτεμαχίου για σειρά ετών , και όχι μόνο για το βόρειο και μεσαίο τμήμα αυτού, προκύπτει ότι αυτή εκμεταλλευόταν όλο το κληροτεμάχιο για λογαριασμό της και για λογαριασμό των συγκυρίων εναγόντων- εκκαλούντων και πριν από αυτούς για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου τους, ενώ αν είχε πραγματοποιηθεί η επικαλούμενη από τους εναγόμενους- εφεσίβλητους μεταβίβαση και αν πράγματι αυτοί το νέμονταν, όπως ισχυρίζονται, όλα αυτά τα έτη θα είχαν προβεί στην σχετική κτηματολογική δήλωση για να εισπράξουν την επιδότηση. Μετά δε τον θάνατο της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - εναγόντων συνέχισαν αυτοί τις παραπάνω πράξεις νομής με διάνοια συγκυρίων με τον ίδιο προαναφερθέντα τρόπο, ήτοι με ανάθεση της εκμετάλλευσης αυτού στην θεία τους Σ. και τον σύζυγό της Α. Κ.. Τα τελευταία όμως τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν την άσκηση της αγωγής, οι ενάγοντες - εκκαλούντες σταμάτησαν να εκμεταλλεύονται το επίδικο ως ασύμφορο, συνέχισαν όμως να το εποπτεύουν μέσω αντιπροσώπων, τους Κ. και Α. Κ., ξαδέλφια τους, τέκνα της Σ. Κ.. Μάλιστα ενόψει του ότι το εν λόγω νότιο τμήμα δεν έφερε περίφραξη, παρά μία παλαιά κατεστραμμένη περίφραξη, τα τελευταία έτη είχε γίνει χώρος εναπόθεσης σκουπιδιών και μπαζών και ο Κ. Κ. είχε οχλήσει επανειλημμένως τους ενάγοντες - εκκαλούντες να επιμεληθούν για τον καθαρισμό και την περίφραξη αυτού και είχε προβεί ο ίδιος στον καθαρισμό του επιδίκου από τα μπάζα και σκουπίδια. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγομένων -εφεσιβλήτων κατέθεσαν ότι οι δικαιοπάροχοί τους και αργότερα οι ίδιοι έκαναν πράξεις νομής στο επίδικο. Οι δε μάρτυρες που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγόντων - εκκαλούντων καταθέτουν αντίθετα ότι οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι δεν έκαναν πράξεις νομής στο επίδικο και ότι το νέμονταν με τις προαναφερθείσες πράξεις νομής οι ενάγοντες -εκκαλούντες. Οι καταθέσεις των τελευταίων κρίνονται ως οι πλέον πρόσφορες και αξιόπιστες για να στηρίξουν δικανική πεποίθηση, καθώς τα όσα καταθέτουν επιβεβαιώνονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα προαναφερθέντα έγγραφα, ενώ τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες των εναγομένων - εφεσιβλήτων δεν μπορούν να διασταυρωθούν από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι ουδέν έτερο αποδεικτικό μέσο προσκομίζουν. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πράγματι οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους, έκαναν πράξεις νομής στο επίδικο, οι όποιες πράξεις νομής έγιναν σε αυτό, έγιναν σποραδικά και δεν κατέλυσαν την νομή των εκκαλούντων - εναγόντων, υπέρ των οποίων εξάλλου ισχύει το τεκμήριο του άρθρου 1046 ΑΚ, αφού αυτοί απέδειξαν την σύννομη της δικαιοπαρόχου τους το έτος 1968, από την οποία αυτή δεν αποξενώθηκε με μεταβίβασή της στους δικαιοπαρόχους των εφεσιβλήτων, ούτε αυτή είχε καταλυθεί έως τον θάνατό της το έτος 1972, χρονικό σημείο κατά το οποίο οι εκκαλούντες- ενάγοντες έγιναν συννομείς του ποσοστού τους με κληρονομική διαδοχή αλλά ούτε και μεταγενέστερα καταλύθηκε η νομή τους, αφού ουδέποτε αποβλήθηκαν από το επίδικο μέχρι το Μάιο του 2006, που οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι αυθαίρετα και παράνομα προέβησαν σε εκρίζωση των υπαρχόντων είκοσι ελαιοδένδρων στο νότιο τμήμα του κληροτεμαχίου, αποβάλλοντας με αυτό τον τρόπο τους ενάγοντες - εκκαλούντες από την συννομή τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, απέρριψε δε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, που στηρίζονταν στην έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), την οποία είχαν νομοτύπως και εμπροθέσμως πρωτοδίκως προτείνει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν ως εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τις παραπάνω διάταξης (1045 ΑΚ) που δεν εφαρμόσθηκε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καταλύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη συγκυριότητα των εναγόντων οι οποίοι απέκτησαν την συγκυριότητα τούτου, τόσον με παράγωγο, όσον και με πρωτότυπο τρόπο. Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση λόγω ανεπαρκών, ασαφών και ενδοιαστικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για το ίδιο κρίσιμο ζήτημα που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, τη στάθμιση και την αιτιολόγηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτος, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση. Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045ΑΚ, σε σχέση ειδικότερα με την άσκηση διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι "ενόψει του ότι το νότιο τμήμα δεν έφερε περίφραξη παρά μια παλαιά κατεστραμμένη περίφραξη τα τελευταία έτη είχε γίνει χώρος εναπόθεσης σκουπιδιών και μπάζων" χωρίς να εκθέτει από ποιόν άλλον εκτός από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων και πότε περιφράχθηκε το επίδικο τμήμα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός δεν αποτελεί ζήτημα υπό την προδιαληφθείσα έννοια, σε κάθε περίπτωση δε οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και στο εσφαλμένο του εξ' αυτού συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ενώ από το συσχετισμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός (ο λόγος) στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 15/2007, ΑΠ 2366/2009). Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 παρ.11 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης περί λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσον που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε αυτό να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη (562 παρ.2) καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, την οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο, που δέχθηκε κατ' ουσίαν έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δίκασε αγωγή των τελευταίων και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την οποία απόφαση εξαφάνισε και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, έλαβε υπόψη την .../21-12-2009 ένορκη βεβαίωση που περιέχει καταθέσεις τριών μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ειρ. Χατζάκη, που λήφθηκε με επιμέλεια των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων, η μια από τις οποίες είναι τέταρτη ένορκη βεβαίωση, ενόψει του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την χρονικά προγενέστερη .../08 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ανδρουλάκη, που λήφθηκε με επιμέλεια των ίδιων (εκκαλούντων αναιρεσιβλήτων) παρά το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να παραστούν κατά τη λήψη αυτής και ότι έπρεπε να εξαιρεθεί και να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του τέταρτου μάρτυρα, καθ' όσον ήταν μη νόμιμο αποδεικτικό μέσον κατ' άρθρο 270 παρ.5 Κ.Πολ.Δ. Όμως οι αναιρεσείοντες, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο παραπάνω άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου είχαν προβάλει, όπως είχαν υποχρέωση, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι το δικαστήριο αυτό (Εφετείο) δεν έπρεπε να λάβει υπόψη αυτή την ένορκη βεβαίωση, αφενός για τη μη σύννομη λήψη αυτής και αφετέρου για τη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν επιτρέπεται από το νόμο, αφού ο σχετικός ισχυρισμός στηρίζει το λόγο αναίρεσης. Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας αυτού. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012), από δε τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο από το άρθρο 559 παρ.11γ. Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη αποδείξεων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι ιδρύεται και όταν επί επικλήσεως εξώδικης ομολογίας που περιέχεται σε έγγραφο, το δικαστήριο της ουσίας δε λαμβάνει υπόψη το έγγραφο αυτό που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ' αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα, που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1118/2011, ΑΠ 2065/2009, ΑΠ 722/2004, ΑΠ 833/2007). Με τους δεύτερο κατά το πρώτο μέρος αυτού, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ειδικότερα ότι αυτοί κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με πρωτότυπο αλλά και με παράγωγο τρόπο, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τα οποία προκύπτει η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής: Α) κατά τον δεύτερο λόγο 1) πέντε έγχρωμες φωτογραφίες, που απεικονίζουν παλαιά περίφραξη στο νότιο τμήμα του επιδίκου ακινήτου και 2) την ΓΑ315/ΤΠ/47/07 προγενέστερη αγωγή των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την οποία έστρεφαν εναντίον τους από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν και στην οποία περιείχετο εξώδικη ομολογία των τελευταίων για την ύπαρξη περίφραξης στο νότιο τμήμα του επιδίκου από το 1970, Β) κατά τον τρίτο λόγο την 1756/2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησαν εναντίον τους οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, την ίδια παραπάνω αγωγή, καθώς και την ΓΑ6360/06 προγενέστερη αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, την οποία έστρεφαν εναντίον τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν, στα δικόγραφα δε αυτά περιείχετο εξώδικη ομολογία των τελευταίων ότι μετά το 1978 δε συνέλεξαν ελαιόκαρπο από τα ελαιόδενδρα που υπήρχαν στο επίδικο, Γ) με τον τέταρτο λόγο 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ., που περιέχεται στα 876/2006 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, που δόθηκε στα πλαίσια προγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής που διεξήχθη μεταξύ των ίδιων διαδίκων 2) τρείς ένορκες βεβαιώσεις που περιλαμβάνονται στην .../2007 "ένορκη βεβαίωση" της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Καμπάνη, που λήφθηκαν με επιμέλειά τους (αναιρεσειόντων) ενόψει της άσκησης της προγενέστερης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν 3) τις ... και 5729 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της παραπάνω συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στα πλαίσια της ίδιας δίκης περί ασφαλιστικών μέτρων και : Δ) με τον έκτο λόγο 1) το ...6/2002 συμβόλαιο γονικής παροχής 2) την από 9-9-2004 αίτηση του δήθεν βοηθού νομέως Κ. Κ. προς την Πολεοδομία του Δήμου Ηρακλείου, με το συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Κ. με χρονολογία Νοέμβριος 2000 3) την ένορκη κατάθεση του Κ. Κ. στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων 4) την ένορκη κατάιθεση της Φ. Κ. στην ίδια δίκη. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει τα προαναφερόμενα έγγραφα. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι αβάσιμοι διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν των πλευρών των διαδίκων επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά πλην του συμβολαίου γονικής παροχής και του τοπογραφικού διαγράμματος στα οποία γίνεται ρητή αναφορά και σχολιασμός από το Εφετείο. Επειδή, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ 702/2008, ΑΠ 1742/2006, ΑΠ 1647/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων "κατά της έφεσης και αγωγής" περί παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν νομότυπα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τους αναιρεσείοντες ως εναγόμενους στη δίκη εκείνη, αν οι ίδιοι επανέφεραν ως εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ισχυρισμούς αυτούς ενώπιον του Εφετείου κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., ή αν για πρώτη φορά υποβλήθηκαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Επειδή, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (αρθ. 522 Κ.Πολ.Δ.). Αντικείμενο της έφεσης και της δευτεροβάθμιας δίκης μπορεί να αποτελέσει κάθε αίτηση που είχε υποβληθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και αν δεν έχει αποφανθεί για αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αρθ. 525 Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης είναι το ίδιο με της πρωτοβάθμιας, μεταβιβάζεται δε στο Εφετείο κατά τα κεφάλαια που εξεκλήθη. Στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, τα κεφάλαια της εκκαλουμένης είναι όσα και οι σωρευόμενες αιτήσεις, ώστε η έφεση για ένα μόνο από αυτά να μη μεταβιβάζει τα λοιπά. Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος (και όχι από το αρ. 8 κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο) ότι το Εφετείο επιδίκασε πλεόν του αιτηθέντος και ειδικότερα δέχθηκε την αξίωση των αναιρεσιβλήτων περί αποζημιώσεως από αδικοπραξία για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, που είχε πρωτοδίκως απορριφθεί, ενώ δε μεταβιβάσθηκε αυτή με την έφεση στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και με την έφεση που άσκησαν οι τελευταίοι διατύπωσαν παράπονα για την ολική απόρριψη της αγωγής τους. Συνεπώς η ένδικη διαφορά μεταβιβάσθηκε και για την αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη το ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος υπαγωγικό ή ερμηνευτικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα το ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 27/1998). Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος του αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν καθορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, πλην του άρθρου 340 ΑΚ, σε σχέση με τους επιδικασθέντες τόκους, σ' ότι αφορά τη σωρευόμενη αξίωση των εναγόντων περί αποζημιώσεως από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, δεν αναφέρεται το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της απόφασης, καθώς και αν αυτή δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκή αιτιολογία και στην περίπτωση αυτή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, αν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και τέλος δεν αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της αγωγής. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-12-2011 αίτηση των Γ. Κ. και Ε. Κ. περί αναιρέσεως της 644/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ