ΑΡΙΘΜΟΣ 912/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα-Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Α. του Ε., κατοίκου ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 32838/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1210/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, ορίζεται ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της μη πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, της έκδοσης δηλαδή της επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του Εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε κατά πλειοψηφία ότι ο κατηγορούμενος, έχει τελέσει τη πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι: Όπως, αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2005 μέχρι 12-9-2005, στην …ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "IPI TECHNOLOGY A.E." τέλεσε την αξιόποινη πράξη της παράβασης του Νόμου "για επιταγές" (άρθρ. 79 Ν. 5960/1933) κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και κατά τον ως άνω χρόνο εξέδωσε τις επιταγές που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, οι οποίες δεν πληρώθηκαν στον κομιστή του όταν αυτές εμφανίστηκαν προς πληρωμή κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό ημερομηνίες, επειδή ο κατηγορούμενος δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή πληρωμής τους. Την εν λόγω αξιόποινη πράξη ο κατηγορούμενος την τέλεσε εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των επίδικων επιταγών και με σκοπό να προκαλέσει ισόποση ζημία στον κομιστή τους". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην …κατά το χρονικό διάστημα από 2/9/2005 έως 12/9/2005 ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "IPI TECHNOLOGY A.E." με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές: 1) με αριθμό ... εκδοθείσα την 2/9/2005 ποσού 15.000 ευρώ, 2) με αριθμό ... εκδοθείσα την 5/9/2005 ποσού 15.000 ευρώ, 3) με αριθμό ... εκδοθείσα την 8/9/2005 ποσού 15.000 ευρώ, 4) με αριθμό ... εκδοθείσα την 12/9/2005 ποσού 15.000 ευρώ, για να πληρωθούν από την Τράπεζα ALPHA BANK, σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΙΧΕΙΡΩ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτών. Και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 2/9/2005, 6/9/2005, 8/9/2005 και 13/9/2005, δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της εκδόσεως της ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 του ΠΚ και 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933. Ειδικότερα αναφέρει: α) την από μέρους του κατηγορουμένου έκδοση και υπογραφή των συγκεκριμένων επιταγών, β) τα στοιχεία των εκδοθεισών επιταγών, γ) την εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτών στην πληρώτρια τράπεζα, δ) την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή των επιταγών και ε) την από μέρους του κατηγορουμένου γνώση της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν αναφέρεται στο παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο η από 3-9-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Γ. Τ., που συνετάγη κατόπιν της υπ' αριθμ. 37742/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας είναι έγγραφο που αναφέρεται στα πρακτικά ως αναγνωστέο. Πλην όμως, από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού συνάγεται με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του και τη συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού οι παραδοχές της απόφασης δεν είναι αντίθετες με το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή που φέρεται στη θέση της υπογραφής του εκδότη καθεμιάς εκ των τεσσάρων επίδικων επιταγών είναι γνήσια υπογραφή του κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Με το πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απάντησε στον αυτοτελή κατ' αυτόν ισχυρισμό του ότι δεν είναι αυτός που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ως εκδότης κατά το χρόνο της εκδόσεως αυτών, διότι ουδέποτε είχε ουσιαστική σχέση με την εταιρεία "IPI TECHNOLOGY A.E." αλλά προφανώς υπεγράφησαν από τον Χ. Μ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και συνεπώς το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, το δικαστήριο απάντησε εκ του πράγματος, στον σχετικό ισχυρισμό, αφού κατά τα ανωτέρω έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη δεχθέν ότι ο αναιρεσείων είναι εκείνος που εξέδωσε τις επιταγές αυτές, ήτοι ότι αυτός υπέγραψε αυτές ως εκδότης. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1Β ΚΠοινΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, γιατί δεν απάντησε στον περί πλαστογραφίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρ. 176, 183 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Α. Α., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32838/2012 αποφάσεως του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ