Αριθμός 1254/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΡ ΟΪΛ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γεωργόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2734/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 2/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959 προκύπτει ότι είναι άκυρη η μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνία κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμη και παράνομη υπερωρία καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την πληρωμή μισθού, μεγαλύτερου του νομίμου. Αντίθετα, δεν είναι άκυρη η συμφωνία για συμψηφισμό στον υπέρτερο του νόμιμου μισθού των οφειλόμενων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τις ημέρες της υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές και αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 429/2010, 1321/2006). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ αυτής (εργοδότιδας) και του αναιρεσίβλητου (εργαζομένου) για συμψηφισμό στον καταβαλλόμενο υπέρτερο του νομίμου μισθό των οφειλομένων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο τελευταίος για πρόσθετη απασχόληση του λόγω υπερεργασίας και εργασίας κατά την ημέρα Σάββατο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί τον ισχυρισμό αυτό τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε το Εφετείο ευθέως, ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε επί λέξει ότι "οποιαδήποτε ρητή συμφωνία των μερών περί συμψηφισμού των υπερτέρων (ακόμη και σε είδος) μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος με απαιτήσεις του από τυχόν παροχή πρόσθετης εργασίας, ή επιφύλαξη της εργοδότιδος εκ των προτέρων για το μέλλον, δεν αποδείχθηκε". Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ' του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως αίτηση αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Τέτοια όμως αίτηση δεν αποτελούν οι ενστάσεις ή αντενστάσεις ή οι αρνητικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και συνεπώς η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επ' αυτών δεν θεμελιώνει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, αλλά, ενδεχομένως, εκείνον (ως προς τις ενστάσεις και αντενστάσεις) του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ως "πράγματα" προταθέντα από τους διαδίκους, που η παράλειψή τους να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. 14/2004). Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αγνοήσει την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος σε σχέση με τη ζητηθείσα αποζημίωση απόλυσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η ίδια αιτίαση δεν θεμελιώνει ούτε τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι ο ανωτέρω φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος (ένσταση εν του άρθρου 281 ΑΚ), σύμφωνα με τον οποίο " η καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του αντιδίκου ... έγκειτο στο γεγονός ότι αποδεχόμενος όλο αυτό το διάστημα τις μηνιαίες αποδοχές του χωρίς να εκφράσει αντίρρηση, μας δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι η αποζημίωση απόλυσης θα υπολογίζετο με βάση τον καταβαλλόμενο και υπέρτερο των ΣΣΕ μισθό που ελάμβανε", και αληθής υποτιθέμενος δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος για απόληψη αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσίβλητου και κατά συνέπεια δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως εκ τούτου, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο μη νόμιμο αυτό ισχυρισμό δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ. 8 περ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 5 παράγρ. 3 εδάφ. α` του Ν. 3198 /1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/20, 2 και 5 του Ν. 3198/55 και 669 του ΑΚ, είναι έγκυρη μόνο όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη γι` αυτήν αποζημίωση. Η αποζημίωση, που πρέπει να καταβληθεί στον απολυόμενο μισθωτό, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ.2 του Ν. 2112/20 και το άρθρο 5 παράγρ. 1 του Ν. 3198 /55, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (Ολ. ΑΠ 1144/83, ΑΠ 194/11). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης- εργοδότιδος (ήδη αμαιρεσείουσας) και του ενάγοντος - εργαζομένου (ήδη αναιρεσίβλητου), στον Πειραιά στις 29.10.2008, ο ενάγων προσλήφθηκε και απασχολήθηκε, αρχικώς στον Πειραιά ως υπάλληλος γραφείου και εν συνεχεία (από 16.12.2008) ως πωλητής και υπεύθυνος λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων, στην ..., που η εναγομένη - εργοδότις είχε μισθώσει από τρίτον, προς εκμετάλλευση στο όνομά της και για λογαριασμό της. Ο μηνιαίος μικτός μισθός του ενάγοντος, ο οποίος κατά την πρόσληψή του είχε δηλώσει την οικογενειακή του κατάσταση ως εγγάμου, καθορίστηκε στο ποσόν των 1.225 ευρώ. Σύμφωνα με την ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την από 29.4.2008 Υπουργική Απόφαση (ΠΚ Υπ. Απασχόλησης 114/18.9.2008, σε συνδυασμό προς ΥΑ 78520/3891/14.11.2009, ΦΕΚ Β' 2424 /1.12.2008), ο συμφωνηθείς αυτός μικτός μηνιαίος μισθός, υπερέβαινε κατά ένα μικρό ποσόν τον καθοριζόμενο υπό της άνω ΣΣΕ νόμιμο. Εκτός τούτου, με συμφωνία των μερών, η εναγομένη ανέλαβε και τη δαπάνη μισθώσεως οικίας στη Χαλκίδα, προκειμένου ο ενάγων να χρησιμοποιεί αυτήν ως κατοικία, για όσο χρόνο λειτουργούσε το κατάστημα. Οποιαδήποτε ρητή συμφωνία των μερών περί συμψηφισμού των υπερτέρων (ακόμη και σε είδος) μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος με απαιτήσεις του από τυχόν παροχή πρόσθετης εργασίας ή επιφύλαξη της εργοδότιδος εκ των προτέρων για το μέλλον, δεν αποδείχθηκε, αλλ' ούτε και η εναγομένη, που κατέχει το έγγραφο της ενδίκου συμβάσεως εργασίας, προσκομίζει. Από 16.12.2008 έως 4.8.2009, που η εργοδότις κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος εγγράφως, ο ενάγων εργάστηκε, ως μόνος πωλητής και υπεύθυνος, στο πρατήριο υγρών καυσίμων στην ..., επί πενθήμερον εβδομαδιαίως, όπως προβλέπουν oι οικείες ΣΣΕ (άρθρο 17 της από 20.1.1981 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίων και υγραερίων όλης της χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την απόφαση 12922 του Υπουργού Εργασίας, ΦΕΚ 221 Β' 15.4.1981), ήτοι από Δευτέρας έως και Παρασκευής, από ώρας 07.00 έως 18.00 (κατά μέσον όρον η λήξη του ωραρίου), αλλά και όλα ανεξαιρέτως τα Σάββατα του όλου χρονικού διαστήματος, από ώρας 07.00 έως 17.00 τουλάχιστον, χωρίς να λάβει, για την υπέρβαση του ημερησίου και εβδομαδιαίου ωραρίου του, οποιαδήποτε αμοιβή. Ακολούθως, το Εφετείο, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για υπερεργασία, παράνομη υπερωρία και εργασία Σαββάτου, τα ίδια ποσά που επιδίκασε το Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους εφέσεως (πρώτο, δεύτερο και τρίτο) της αναιρεσείουσας. ... Στη συνέχεια, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εργοδότις, την 4η Αυγούστου 2009, κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας, το ποσόν των 1.429 ευρώ, που υπολείπεται, όμως, της νομίμου, εξαιτίας του μη συνυπολογισμού στις μηνιαίες αποδοχές του των αμοιβών για τις, τακτικώς προσφερόμενες, υπερεργασία και εργασία Σαββάτου, που αναβιβάζουν τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, κατά τον τελευταίο προ της απολύσεως μήνα, στο ποσόν των 1.569 ευρώ και όχι στο ποσόν των 1.225 ευρώ, που η εργοδότις, παρά το νόμο, υπολόγισε. Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή επικαλέσθηκε ότι πρέπει, για τον υπολογισμό της νομίμου αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, να υπολογισθεί ο καταβληθείς μισθός των 1.225 ευρώ και όχι ο οφειλόμενος, ο προσαυξημένος δηλαδή με την αμοιβή για την τακτικώς προσφερομένη υπερεργασία και την εργασία Σαββάτου, επικυρώσασα κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του συνοπτικές μεν, πλην επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το Εφετείο: α) ορθά δεν συμφήφισε τις υπέρτερες μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου με απαιτήσεις του από παροχή πρόσθετης εργασίας, γιατί δέχθηκε ότι δεν υπήρξε σχετική περί συμψηφισμού συμφωνία, β) ορθά έκρινε εφαρμοστέα εν προκειμένω την ως άνω ΣΣΕ για το προσωπικό πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων και όχι την οικεία ΕΓΣΣΕ, καθόσον κατά τη σχετική παραδοχή η αναιρεσείουσα εκμεταλλευόταν το εν λόγω πρατήριο στο όνομά της ως εταιρεία πετρελαιοειδών, γ) ορθά για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης συνυπολόγισε στις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσίβλητου, την αμοιβή του για τις τακτικώς προσφερόμενες, υπερεργασία και εργασία Σαββάτου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αρ. 1), τρίτος (εκ του άρθρ. 559 αρ. 1) και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Η ειδικότερη αιτίαση, που περιέχεται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι την "έναρξη" στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και την άδειά της (αναιρεσείουσας) από τη Νομαρχία Ευβοίας, είναι απαράδεκτη, γιατί τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Εξάλλου, η αιτίαση αυτή εκτιμώμενη ως αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμη, γιατί από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αλλά και από τις αιτιολογίες της ίδιας αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα ως άνω έγγραφα ("έναρξη" στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και άδεια από τη Νομαρχία Ευβοίας). Περαιτέρω, η στον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. περιεχόμενη (κατά πιστή αντιγραφή) αιτίαση, ότι "η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι ο αντίδικος υπάγεται στη ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων χωρίς να αιτιολογεί σε κανένα σημείο την απόφασή της αυτή" είναι απαράδεκτη, διότι με το περιεχόμενο αυτό δεν θεμελιώνεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 10 του εν λόγω άρθρου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω κρίση του αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και τη χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη που λήφθηκαν νομότυπα και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξάλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 666 παρ.1,115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, δέχθηκε ότι οφείλονται στον αναιρεσίβλητο μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης αν και με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριπο είχε προτείνει ότι η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από αυτήν, διότι το πρατήριο στο οποίο είχε προσληφθεί για να εργαστεί ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να λειτουργεί, καθόσον η λειτουργία του είχε καταστεί ζημιογόνα και ότι τον ισχυρισμό αυτό το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι τα προς θεμελίωσή του περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά άρνηση της αγωγής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-6-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σταρ Οϊλ Α.Ε." για αναίρεση της 96/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ