Αριθμός 967/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουφογιάννη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκε η 1581/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 30/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με το άρθ.16 §1 ν.435/1976 κυρώθηκε από τότε που τέθηκε σε ισχύ την 13-2-1976 η §2 της 10/1976 ΔΑ, σύμφωνα με την οποία (α) στους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται (β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται, όμως, σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου (γ) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προ βλέπουν την χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον (αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και (ββ) το με βάση αυτές οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του με βάση την παρούσα διαμορφουμένου. Με την §2 του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου ορίσθηκε, ότι η ως άνω κυρουμένη διάταξη μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά την διαδικασία του προϊσχύσαντος ν.3239/1955. Ήδη σύμφωνα με το άρθ.4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989 ΦΕΚ Β'213/1989, και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους ΟΤΑ (άρθ.8 §1εδ. β' ν.1876/1990), το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%,ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι δια τάξεις της §2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών. Τέλος με το άρθ.20§2 ν.1849/1989 ορίσθηκε, ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις της ΔΑ 10/1976, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του ν.1849/1989 προκύπτει, ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται επίδομα γάμου ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι'αυτούς ΣΣΕ,ΔΑ ή άλλες διατάξεις. Εξάλλου, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, που καθιερώνει το άρθ.7 ν.1876/1990, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στην σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.8 §1, 10 και 19 §2 ν.1876/1990 προκύπτει, ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας για τους εργαζομένους όλης της χώρας, στους ο ποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, και ότι οι κανονιστικοί όροι των ΕΓΣΣΕ, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ. Έτσι και οι μισθωτοί αυτοί δικαιούνται όλων των επιδομάτων και παροχών, που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ, έστω και αν οι παροχές και τα επιδόματα αυτά δεν προβλέπονται από τις αντίστοιχες ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών αυτών, ή αν οι τελευταίες περιέχουν δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τα σχετικά θέματα. Αρκεί δε η αναφορά της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος γάμου που προκύπτει κατ'εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων νόμου (και της ΕΓΣΣΕ) και αυτού που προβλέπει η εφαρμοζόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο για τους εργαζομένους ΣΣΕ, απόφαση διαιτησίας ή άλλη διάταξη και δεν είναι απαραίτητη η παράθεση του συνόλου των αποδοχών τους από τις ως άνω ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλη διάταξη και αυτών που προβλέπονται ειδικότερα από την ΕΓΣΣΕ, ώστε να κριθεί, αν η δυσμενέστερη ρύθμιση της (ειδικής) ΣΣΕ σε σχέση με το επίδομα γάμου αντισταθμίζεται από άλλους όρους της που τους προσφέρουν πλεονεκτήματα και άλλες ευνοϊκές ρυθμίσεις σε άλλα θέματα και δη σχετικά με τις αποδοχές τους, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις οι αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονται σε διατάξεις νόμων που περιέχουν ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση ως προς την επίδικη μισθολογική παροχή (κατισχύοντας της οικείας ΣΣΕ) και απαγορεύουν ευθέως τον συμψηφισμό ειδικά του επιδόματος αυτού (γάμου) που προκύπτει από τον ποσοστιαίο προσδιορισμό του προς καταβαλλόμενες άλλες, τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων αποδοχές, επιτρέποντας μόνο το συμψηφισμό (αφαίρεση) του καταβαλλομένου με βάση την οικεία ΣΣΕ επιδόματος γάμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 περ.Γ' παρ.2 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, που ενσωματώθηκε στην από 10-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και στη συνέχεια αυτή του πανομοιότυπου άρθρου 34 παρ.2 του μετέπειτα ισχύσαντος Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, που ίσχυσαν διαδοχικά κατά την ένδικη χρονική περίοδο, στο προσωπικό χορηγείται οικογενειακό επίδομα, ανερχόμενο σε 10% για το σύζυγο και 5% για το πρώτο και δεύτερο τέκνο, 10% για το τρίτο και 15% για το τέταρτο και πέραν, με δε την από 25-6-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (όρος 2ος) αντικαταστάθηκε η πρώτη περίοδος του όρου 7 της από 10-6-1999 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας ως εξής: "Τα διατηρούμενα ποσοστιαία επιδόματα υπολογίζονται στο ποσό των 185000 δρχ., πλην του χρονοεπιδόματος που υπολογίζεται στη διανυόμενη μισθολογική βαθμίδα και του οικογενειακού επιδόματος που υπολογίζεται στο ποσό που αντιστοιχεί στη 4η μισθολογική βαθμίδα της ΥΕ κατηγορίας". Τέλος από τη διάταξη του όρου 2 της από 10-6-1999 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας προκύπτουν, μεταξύ άλλων και τα εξής: Το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό εντάσσεται στις παρακάτω μισθολογικές κατηγορίες κάθε μια από τις οποίες αποτελείται από 17 μισθολογικές βαθμίδες. Κατά δε τον όρο 1 της ως άνω από 25-6-2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο όρος 1 της εκτεθείσας από 10-6-1999 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, το ποσό της εισαγωγικής μισθολογικής βαθμίδας που προβλέπεται κατά κατηγορία προσωπικού από τον όρο 1 της από 10-6-99 ΕΣΣΕ, αναπροσαρμόζεται από 1-6-2001 ως εξής: κατηγορία 1)... 2)... 3)... 4...5)...6)κατηγορία τετραετούς πανεπιστημιακής εκπαίδευσης(ΠΕ4), 309.000 δραχμές. Στον όρο δε 2 της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι κάθε μια από τις επόμενες της εισαγωγικής μισθολογική βαθμίδα, μέχρι και της 5ης, προσαυξάνεται έναντι της προηγουμένης της κατά 2%. Από την 6η μέχρι και τη 12η μισθολογική βαθμίδα, η προσαύξηση ορίζεται σε 2,5%. Από τη 13η μέχρι και τη 17η, η προσαύξηση ορίζεται σε 2% (όροι 1,2). Από τη διάταξη του όρου 3 της ως άνω ΕΣΣΕ προκύπτει ότι όλες οι μισθολογικές βαθμίδες διανύονται ανά διετία, πλην της τελευταίας που διανύεται χωρίς χρονικό περιορισμό, σ'αυτή δε του όρου 6 της ίδιας ΕΣΣΕ ορίζεται ότι στις μισθολογικές βαθμίδες ενσωματώνονται καταργούμενες οι παρακάτω παροχές: α)το διορθωτικό ποσό, β) η ΑΤΑ, γ) το επιστημονικό επίδομα, δ) το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, ε)το επίδομα ανωτάτου προσωπικού, στ)διαφορές τακτικών αποδοχών, που προβλέπονται από τις καταργούμενες ΕΣΣΕ. Οι προσαυξήσεις δε αυτές δεν συνιστούν επιδόματα, αλλά αποτελούν προσαύξηση η οποία επαυξάνει τον βασικό μισθό, επί του οποίου υπολογίζονται όλα τα ποσοστιαία επιδόματα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2αρ.5 του ν. 1876/1990 η ΣΣΕ μπορεί να ρυθμίζει και ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία των κανονιστικών όρων ΣΣΕ. Στη περίπτωση αυτή, η ερμηνευτική ΣΣΕ μπορεί να έχει και αναδρομική ισχύ και να ανατρέχει στο χρόνο ισχύος της ερμηνευομένης υπό την προυπόθεση, όμως, ότι η τελευταία περιέχει πράγματι ασαφείς κανονιστικούς όρους. Αν οι συμβαλλόμενες οργανώσεις υπό την επίκληση ερμηνείας θεσπίζουν νέες διατάξεις τότε η νεώτερη ΣΣΕ δεν έχει αναδρομική ισχύ αλλά ισχύει ως νέα ΣΣΕ. Στη προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 8-11-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αφού μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του διοικητικού προσωπικού απολύθηκε την 5-8-2009. Εντάχθηκε δε στην κατηγορία προσωπικού ΠΕ (Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης) και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατείχε τη 15η, τη 16η και τη 17η μισθολογική βαθμίδα. Την 6-12-1986 τέλεσε γάμο με τη σύζυγό του και εξακολουθεί να είναι έγγαμος μέχρι και σήμερα. Η εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν υπολόγισε το κατάβληθέν σε αυτόν επίδομα γάμου ως όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και της υπ'αριθμ.10/1976 Διαιτητικής Απόφασης, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αλλά το υπολόγισε επί της 4ης μισθολογικής βαθμίδας της ΥΕ της μισθολογικής κατηγορίας προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη δυσμενέστερη από 25-6-2001 ΕΣΣΕ με αποτέλεσμα να του οφείλει κατ'έτος τις αναφερόμενες στο πίνακα των προτάσεων του ενάγοντος διαφορές, με τις οποίες αυτός (ενάγων) παραδεκτά διόρθωσε το δικόγραφο της αγωγής του ως προς τα αιτούμενα ποσά. Τα ποσά δε αυτά αποδεικνύονται άμεσα από τις προσαγόμενες εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας του ενάγοντος που αφορούν το επίδικο χρονικό διάστημα. Ακολούθως το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, αφού υπολόγισε το επίδομα γάμου του ενάγοντος, με βάση τις ευνοϊκότερες ΕΓΣΣΕ της από 10-3-1989 και της υπ'αρ. 10/1976 ΔΑ, σε σχέση με τη δυσμενέστερη από αυτές από 25-6-2001 ΕΣΣΕ, και συγκεκριμένα επί του βασικού μισθού του, που προβλέπονταν από τις μισθολογικές βαθμίδες που κατείχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με βάση την ανωτέρω ΕΣΣΕ, ως υπάλληλος ΠΕ (Πανεπίστημιακής εκπαίδευσης), χωρίς να είναι ανάγκη να παραθέσει το σύνολο των αποδοχών από την άνω ΕΣΣΕ και αυτών που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες ΕΓΣΣΕ και ΔΑ, ώστε να κριθεί κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αν η δυσμενέστερη ρύθμιση της (ειδικής) ΕΣΣΕ σε σχέση με το επίδομα γάμου αντισταθμίζεται από άλλους όρους της που του προσφέρουν πλεονεκτήματα και άλλες ευνοϊκές ρυθμίσεις σε άλλα θέματα και δη σχετικά με τις αποδοχές του, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις οι αξιώσεις του ενάγοντος στηρίζονται σε διατάξεις νόμων που περιέχουν ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση ως προς την επίδικη μισθολογική παροχή (κατισχύοντας της οικείας ΕΣΣΕ) και απαγορεύουν ευθέως τον συμψηφισμό ειδικά του επιδόματος αυτού (γάμου) που προκύπτει από το ποσοστιαίο προσδιορισμό του προς καταβαλλόμενες άλλες, τυχόν υπέρτερες των κατώτάτων ορίων αποδοχές, τον οποίο (συμψηφισμό) υπονοεί η αναιρεσείουσα), επιτρέποντας μόνο τον γενόμενο με την ένδικη αγωγή συμψηφισμό (αφαίρεση) του καταβαλλομένου με βάση την οικεία ΕΣΣΕ επιδόματος γάμου, και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και αυτή της παραγραφής, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα, στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος το συνολικό ποσό των 4984,07 ευρώ. Δεν τίθεται δε ζήτημα εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση και μάλιστα αναδρομικά, στο χρόνο ισχύος της 10/1976 διαιτητικής απόφασης, της από 8-12-2011 Επιχ.ΣΣΕ υπό το πρόσχημα της αυθεντικής ερμηνείας της πρώτης, με τη διάταξη κατά την οποία διευκρινίζεται ότι το συνολικό καταβαλλόμενο οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων) σύμφωνα με τις ως σήμερα προβλέψεις των Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και του Κωδικοποιημένου Προσωπικού ΟΤΕ, συμψηφίζεται με το επίδομα γάμου που προβλέπεται από τη κείμενη νομοθεσία καθώς και τις Εθνικές Γενικές ΣΣΕ και σχετικές Διαιτητικές Αποφάσεις. Και τούτο γιατί, αφενός η προεκτεθείσα διάταξη της παρ.2 της ως άνω 10/1976 Διαιτητικής απόφασης, με την οποία ορίζεται ότι α)ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται (β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως, σ'αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου(γ)συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προβλέπουν την χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον (αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και (ββ) το με βάση αυτές οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του με βάση την παρούσα διαμορφουμένου, δεν περιείχε ασαφείς κανονιστικούς όρους, αφετέρου δε οι συμβαλλόμένοι στην ανωτέρω νέα Επιχ.ΣΣΕ της 8-12-2011 υπό την επίκληση ερμηνείας θεσπίζουν νέες διατάξεις γι'αυτό και η τελευταία δεν έχει αναδρομική ισχύ, αλλά ισχύει ως νέα επιχειρησιακή σ.σ.ε. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, δεν παρεβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι αναίρεσης από το άρθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθώς και αυτή στο συνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-12-2011 αίτηση για αναίρεση της 1581/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ