Αριθμός 1698/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ-ΜΕ΅ΒΓΑΛ- ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ" που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πάρι Αρβανιτάκη και Κωνσταντίνο Χατζηγιαννάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Χ., συζύγου Φ. Π. και 2 Φ. Π. του Ν. κατοίκων αμφοτέρων .., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Νοτάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5345/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 816/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2011 αίτησή της και με τους από 14-2-2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 περ.α' Κ.Πολ.Δ: " Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου; "Αναίρεση επιτρέπεται , αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [Α.Π. 193/2010]. Εξ άλλου, το άρθρο 22α Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών" ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1.Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων διά παν αυτού πταίσμα. Ευθύνεται ιδία εάν ο ισολογισμός περιέχη παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεκ αποκρυπτούσας την πραγματικήν κατάστασιν την εταιρείας. 2. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, εάν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση και την ιδιότητα του κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος." Ο νόμος δηλαδή προβλέπει σύστημα ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, σε αντιστάθμισμα των μεγάλων εξουσιών τις οποίες έχουν. Η ευθύνη αυτή υφίσταται μόνον έναντι της εταιρίας και όχι έναντι των μετόχων, εκτός εάν η ζημιογόνος πράξη των μελών της διοικήσεως της εταιρίας, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος, συνιστά δηλαδή ως προς τους μετόχους αδικοπραξία, από την οποία απορρέει άμεση και αυτοτελής υποχρέωση προς αποζημίωση. Έτσι, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως διαχειριστικών καθηκόντων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ζημία της εταιρίας, γεννάται υποχρέωση αποζημιώσεως σε βάρος του υπαιτίου συμβούλου. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αλλά και πρόσωπα τα οποία δεν είναι μέλη του και τα οποία ασκούν εξουσίες σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.3 του ιδίου νόμου, ευθύνονται για κάθε πταίσμα κατά την διαχείριση, εκτός αν αποδείξουν, ότι κατέβαλαν την επιμέλεια "συνετού επιχειρηματία". Πρόκειται για νόθο αντικειμενική ευθύνη και αντιστρέφεται το βάρος της αποδείξεως, ώστε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και όχι η εταιρία να πρέπει να αποδείξουν, ότι κατέβαλαν την κατά νόμον επιμέλεια. Το μέτρο της ευθύνης των διοικούντων διαφοροποιείται ανάλογα με την ιδιότητα του κάθε μέλους (διευθύνοντος συμβούλου κ.λπ) και με τα καθήκοντα τα οποία έχουν ανατεθεί σε αυτό. Μόνη η επέλευση ζημίας ή του αναληφθέντος επιχειρηματικού κινδύνου δεν συνιστά οπωσδήποτε κακή εκπλήρωση των διαχειριστικών καθηκόντων του Δ.Σ., η οποία να έχει ως συνέπεια την δημιουργία υποχρεώσεως για αποζημίωση, καθόσον η φύση των επιχειρηματικών αποφάσεων και σχεδίων ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της αποτυχίας. Επομένως, εφόσον τα μέλη του Δ.Σ. έλαβαν εύλογη επιχειρηματική απόφαση με καλή πίστη και αποκλειστικώς προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος και πριν δράσουν, έλαβαν επίσης όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και εστάθμισαν με σύνεση τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, με βάση τα υπάρχοντα κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως δεδομένα, δεν υπέχουν ευθύνη, έστω και αν η εταιρία υπέστη ζημία, καθόσον το Δ.Σ. πρέπει να έχει ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς τις επιχειρηματικές επιλογές του, η δε ανάληψη μιάς λογικής διακινδυνεύσεως ("ρίσκου") είναι θεμιτή και επιβεβλημένη σε μία εμπορική επιχείρηση. Έτσι, δεν στοιχειοθετείται ενδεχόμενος δόλος από μόνο το γεγονός της αναλήψεως του κινδύνου ενδεχόμενης ζημίας της εταιρίας, ακόμη δε και εσφαλμένες επιχειρηματικές επιλογές δεν δημιουργούν οπωσδήποτε ευθύνη, καθόσον υπερβολική αυστηρότητα θα οδηγούσε σε ατολμία και μαρασμό της επιχειρηματικής δράσεως της εταιρίας, επί πλέον δε, θα ενθάρρυνε την άσκηση καταχρηστικών αγωγών κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Τέλος, η σύγκρουση των διαφόρων συμφερόντων των μετόχων της Α.Ε. εξομαλύνεται με το αναφερόμενο στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 22α Ν.2190/1920 "εταιρικό συμφέρον", το οποίο ως έννοια προβλέπεται και στα άρθρα 747 Α.Κ. και 2 Ν.3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση κ.λπ.". Το εταιρικό συμφέρον επιβάλλει στα μέλη του Δ.Σ. να κατευθύνουν την συμπεριφορά τους λαμβάνοντας υπόψη τις δεσμεύσεις, οι οποίες απορρέουν από τον κοινό (εταιρικό) σκοπό και να μην εκμεταλλεύονται την συμμετοχή τους στο Δ.Σ., για να επιδιώκουν, μέσω αυτής, την ικανοποίηση ατομικών συμφερόντων τους, τα οποία έρχονται σε αντίθεση με το εταιρικό συμφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 12-6-2001 έως 29-5-2006 διετέλεσε Πρόεδρος και διευθύνουσα Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας που με έδρα τα ..., που σε ιδιόκτητες βιομηχανικές εγκαταστάσεις ασκείται επιχείρηση παραγωγής τυποποίησης και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων. Ο δεύτερος εναγόμενος σύζυγος της πρώτης διετέλεσε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από 30-4-2001 έως 29-6-2006 μέλος του Διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας εταιρίας. Στις 20-2-200.2 συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας εταιρίας...Αφού διαπιστώθηκε απαρτία, η Πρόεδρος του Δ.Σ. (πρώτη εναγομένη) ανακοίνωσε στους παραβρισκομένους Συμβούλους μεταξύ των επτά θεμάτων, και το θέμα της επένδυσης στην Βουλγαρία...Στην συνεδρίαση του Δ. Σ. της ενάγουσας την 3-3-2002 η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε τα μέλη του ότι απαιτείτο να ληφθεί απόφαση για την υλοποίηση ή μη της επένδυσης στην Βουλγαρία, το Διοικητικό της δε συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα να ανατεθεί σε εκτιμητική εταιρία η αποτίμηση της επένδυσης. Στις 21-3-2002 συνεδρίασε εκ νέου το Δ.Σ. της ενάγουσας και μεταξύ των θεμάτων που τέθηκαν σε αυτό ήταν και η ενημέρωση για την επένδυση στην Βουλγαρία...Στις 17-4-2002 συνήλθε σε ειδική συνεδρίαση το Δ.Σ. της ενάγουσας και συντάχθηκε το μη αμφισβητούμενο υπ' αριθμ. 897 πρακτικό. Κατά την συνεδρίαση εκείνη παραβρέθηκαν όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της... αφού δε διαπιστώθηκε απαρτία,. τέθηκαν μεταξύ των άλλων θεμάτων ως θέματα ημερήσιας διάταξης (με αριθμούς 9, 10 και 11) και τα εξής: Ι απόφαση για ίδρυση δύο υπεράκτιων εταιριών II απόφαση για ίδρυση εταιρίας στην Βουλγαρία III απόφαση για εξαγορά του πάγιου εξοπλισμού της εταιρίας "MLECHNA PROMISHLENOST Βουλγαρίας". Την ανάπτυξη των θεμάτων αυτών (9, 10 και 11) ημερήσιας διάταξης ανέλαβε ο Γενικός διευθυντής της ενάγουσας Δ. Κ., ο οποίος ανέλυσε την ανάγκη ίδρυσης μιάς εταιρίας στην Βουλγαρία για την παραγωγή κατ' αρχάς μπασκί και στην συνέχεια φέτας για τις εξαγωγές λόγω του πολύ χαμηλού κόστους της πρώτης ύλης και πρότεινε την εξαγορά του πάγιου εξοπλισμού της εταιρίας MLECHNA PR0MISHLENOST που βρίσκεται στο VELINGRAND της Βουλγαρίας το οποίο έχει άδεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραγωγή και εξαγωγή προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα...Ο...Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας εταιρίας ενημέρωσε προφορικά τα μέλη του Δ. Σ. της ενάγουσας ότι το κόστος επένδυσης (συμφωνημένη τιμή για την εξαγορά των παγίων της βουλγαρικής εταιρίας παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων) ανερχόταν σε 1.900.000 λέβα Βουλγαρίας ήτοι ισόποσο των 950.000 ευρώ. Έτσι όλα τα μέλη του Δ. Σ. έλαβαν γνώση του ύψους της τι'μής εξαγοράς του εργοστασίου της ανωτέρω βουλγαρικής εταιρίας ... Κατά την συνεδρίαση των μελών του Δ. Σ. της ενάγουσας που έλαβε χώρα την 17-4-2002 αποφασίστηκε, για την επενδυτική εμπορική δραστηριότητα της ενάγουσας στην Βουλγαρία η ίδρυση από την ενάγουσα "ΜΕΒΓΑΛ AΕ" μιας υπεράκτιας εταιρίας και μιας εταιρίας στην Βουλγαρία. Η απόφαση για την επένδυση λήφθηκε με ψήφους 6/7. Οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε η ίδρυση από την ενάγουσα της. υπεράκτιας εταιρίας "ήταν φορολογικοί .... της διακίνησης του χρήματος" ως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας... ενώ ο λόγος της ίδρυσης μιας εταιρίας στην Βουλγαρία ήταν η διευκόλυνση μέσω αυτής της ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας στην Βουλγαρία, ως ρητά κατέθεσε ο ίδιος ως άνω μάρτυρας αποδείξεως. Για την εξαγορά του πάγιου εξοπλισμού της εταιρίας MLECHNA PROMISHLENOST δεν λήφθηκε απόφαση κατά την συνεδρίαση εκείνη. Στις 5-6-2002 συστάθηκε δυνάμει του από 28-5-2002 καταστατικού η (αποφασισθείσα υπό του Δ.Σ. της ενάγουσας να ιδρυθεί) υπεράκτια μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία MEVGAL ENTERPRISES LIMITED με έδρα την Κύπρο με μοναδικό δε μέτοχο την ενάγουσα και εταιρικό κεφάλαιο 1000 λίρες Κύπρου. Μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ως συνομολογείται ορίστηκαν ο δεύτερος εναγόμενος Φ. Π. και ο Δ.Κ. (Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας) και γραμματέας ο Μ.Χαρτσιώτης Δικηγόρος Κύπρου. 0 δεύτερος εναγόμενος με το από 19-6-2002 πρακτικό του Δ.Σ. της υπεράκτιας αυτής εταιρίας ορίστηκε διευθύνων σύμβουλος της με την εξουσία να την δεσμεύει απεριόριστα και για οποιοδήποτε ποσό με μόνη την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία. Την 7-6-2002 το διοικητικό Συμβούλιο της υπεράκτιας εταιρίας αποφάσισε την σύσταση μιας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης στην Βουλγαρία και για το λόγο αυτό εξουσιοδότησε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας δικηγόρο Χρ.Βλαδενίδη μέλος του Δ. Σ. της ενάγουσας να υλοποιήσει την απόφασή της. Στις 25-6-2002 συστάθηκε από την ανωτέρω υπεράκτια εταιρία η βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία MEVGAL BULGARIA FOOD με μοναδικό μέτοχο της την υπεράκτια εταιρία έδρα την ..., εκπρόσωπο τον Δ.Κ., και σκοπό την παραγωγή και επεξεργασία προϊόντων γάλακτος, το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο υλών σε πρωτογενή, επεξεργασμένη ή τελική μορφή, το χονδρεμπόριο την μεταφορά εμπορευμάτων κλπ. Η εν λόγω βουλγαρική εταιρία εκπροσωπούμενη από τον Γενικό διευθυντή της ενάγουσας Δ. Κ. και τον δεύτερο εναγόμενο ως εκπρόσωπο της μοναδικής της μετόχου (υπεράκτιας εταιρίας) αγόρασε από την βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία MLECHNA PROMISHLENOST εκπροσωπούμενη απα τον Γ.Ν.Γ. ένα εργοστάσιο παραγωγής γάλακτος και γαλακτοκομικών ειδών της τελευταίας ήτοι ένα γήπεδο έκτασης 7.627 τ.μ. με ένα διώροφο κτίσμα εμβαδού 1100 το τεχνικό το εργαστήριο, το εργαστήριο για μυζήθρα με τον θάλαμο των ψυγείων το λεβητοστάσιο το αντλιοστάσιο νερού το αντλιοστάσιο πετρελαίου και το φυλάκιο. Το τίμημα που αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο για την αγοραπωλησία αυτή ήταν αυτό των 710.000 λέβα. Επίσης μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων καταρτίστηκε την ίδια ημέρα και σύμβαση πώλησης του κινητού εξοπλισμού του εργοστασίου δυνάμει του υπ' αριθμ…/18-7-2002 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου. Ως τίμημα για την αγορά. του κινητού εξοπλισμού αναγράφηκε στο συμβόλαιο το. ποσό των 90.000 λέβα. Και στα δύο συμβόλαια γινόταν μνεία ότι τόσο το τίμημα για την αγορά του ακινήτου, όσο και αυτό για την αγορά του κινητού εξοπλισμού συνολικά 800.000 λέβα Βουλγαρίας καταβλήθηκε από τον αγοραστή προκαταβολικά σε λογαριασμό στην Ενωμένη Βουλγαρική Τράπεζα πριν από την υπογραφή των συμβολαίων και τα χρήματα αυτά θα μπορούσε να τα αναλάβει η πωλήτρια μετά την εμφάνιση στην Βουλγαρική Τράπεζα: α) των ανωτέρω συμβολαίων επικυρωμένων και νόμιμα καταχωρημένων στην Υπηρεσία Καταχωρήσεων β)αντίγραφο Επιστολής της Εθνικής Κτηνιατρικής Υπηρεσίας προς τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία να τους πληροφορεί για τον νέο ιδιοκτήτη του τμήματος επεξεργασίας γάλακτος του Βέλιγκραντ για το οποίο έχει εκδοθεί νόμιμη άδεια. Με την από 19-7-2002 εντολή πληρωμής της Ενωμένης Βουλγαρικής Τράπεζας το συνολικό αυτό πόσο των 800.000 λέβα (400.000 ευρώ) καταβλήθηκε στην πωλήτρια βουλγαρική εταιρία...Ως αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, το πραγματικό συμφωνηθέν μεταξύ της ενάγουσας και, της ως άνω βουλγαρικής εταιρίας, και πωλήτριας, τίμημα αγοράς των παγίων περιουσιακών στοιχείων (εργοστασίου) στην Βουλγαρία ανερχόταν στο ποσό των 1.900.000 λέβα Βουλγαρίας, ήτοι στο ποσό των 950.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 400.000 λέβα Βουλγαρίας ή (400.000 ευρώ) που τελικά αναγράφηκε ως τίμημα της επίμαχης αγοραπωλησίας στα ανωτέρω συμβόλαια πωλήσεως. Το ως άνω τίμημα κρίθηκε ως εύλογο και ανάλογο της αξίας του ως άνω εργοστασίου τόσο υπό του Γενικού Διευθυντή της ενάγουσας εταιρίας Δ.Κ., αλλά κυρίως υπό της Προέδρου του Διοικητικού συμβουλίου αυτής (πρώτης εναγομένης), η οποία είχε λάβει από κοινού με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. της ενάγουσας την επιχειρηματική απόφαση, επένδυσης στην Βουλγαρία προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος, η επιχειρηματική δε κρίση αυτής (πρώτης εναγομένης) για την εξαγορά του συγκεκριμένου εργοστασίου έναντι του ως άνω τιμήματος στηρίχθηκε κυρίως στο ότι ήταν ένα εργοστάσιο που είχε άδεια εξαγωγής προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συνεπώς και του προϊόντος μπασκί προς την Ελλάδα, βρισκόταν σε απόσταση 180 χιλιομ. από τα σύνορα και διέθετε όλα τα δίκτυα και εγκαταστάσεις για το επιχειρηματικό εγχείρημα που αποφασίσθηκε υπό του Δ.Σ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ενάγουσας Μ. Χ. (πρώτη εναγομένη) το μέλος του Διοικητικού συμβουλίου αυτής Φ. Π. (δεύτερος εναγόμενος) και ο Γενικός Διευθυντής της Δ. Κ. μετά την 17-4-2002 αποφάσισαν όπως το συμφωνηθέν με τους εκπροσώπους της πωλήτριας βουλγαρικής εταιρίας MLECHNA PRΟMISHLENOST τίμημα εξαγοράς του εργοστασίου εκ 1.900.000 λέβα Βουλγαρίας (950.000 ευρώ), να μην περιληφθεί κατ' απαίτηση της πωλήτριας εταιρίας στα συμβόλαια αγοράς των παγίων περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω βουλγαρικής εταιρίας, αλλά μέρος μόνον αυτού και συγκεκριμένα ποσό 800.000 λέβα Βουλγαρίας (400.000 ευρώ), ενώ το υπόλοιπο 60% περίπου του τιμήματος εκ 587.986 ευρώ να καταβληθεί ως δήθεν αμοιβή εκπόνησης μελετών 4 βουλγαρικών εταιριών συμβούλων ελεγχόμενων υπό της πωλήτριας...Έτσι φέρεται να παραδόθηκαν στις 9-7-2002, ως προκύπτει από σχετικό πρωτόκολο παράδοσης, τέσσερεις μελέτες... To συνολικό ποσό της αναφερομένης ως αμοιβής εκπονήσεως μελετών ανήλθε σε 587.986 ευρώ, ήτοι όσο και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος αγοράς του εργοστασίου που δεν αναγράφετο στα συμβόλαια πωλήσεως αυτού. Σε καθένα από τα πρωτόκολλα παραδόσεως μελέτης αναφέρετο ότι το ποσό εκάστης μελέτης θα καταβληθεί εντός δέκα ημερών, ήτοι έως την 19-7-2002. Και ναι μεν φέρεται ότι η κατάρτιση των συμβάσεων ανάθεσης εκπόνησης των μελετών στις ανωτέρω εταιρίες έγινε σε χρόνο που ακόμη δεν είχε συσταθεί η υπεράκτια εταιρία, δηλαδή κατά τους μήνες Ιανουάριο-Φεβρουάριο 2002, τούτο όμως δεν αναιρεί την ανωτέρω περί των πραγμάτων κρίση, δεδομένου ότι αμφότερες οι διάδικες πλευρές αποδέχονται την εικονικότητα των μελετών, ειδικότερα δε οι εναγόμενοι την εικονικότητα εκπόνησης τους της χρήσης των αποτελεσμάτων τους αναγραφομένης κατά το φαινόμενο μόνο και αναφερομένης για αυτές ως αμοιβής (καλυπτούσης μη αναγραφομένου τιμήματος αγοράς του εργοστασίου). Περαιτέρω, ως προκύπτει...βασικός μέτοχος των τεσσάρων εταιριών στις οποίες ανατέθηκε η εκπόνηση των επιδίκων ισάριθμων μελετών... ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα ο Ι. Τ. Ι., ενώ το ίδιο πρόσωπο ήταν μέχρι και το έτος 2000 βασικός μέτοχος της εταιρίας MLECHNA PROMISHLENOST ήτοι της πωλήτριας του εργοστασίου στην Βουλγαρία. Επί πλέον πρέπει να επισημειωθεί ότι τα χρήματα αμοιβής των μελετών κατατέθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου την 8-7-2002 και την 10-7-2002 μεταφέρθηκαν στην Ενωμένη Βουλγαρική Τράπεζα θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, όπου και παρέμειναν όμως, δεσμευμένα, μέχρι την ημερομηνία υπογραφής των συμβολαίων αγοράς του εργοστασίου ως κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο το ποσό (800.000 λέβα) που αναγράφηκε ως τίμημα στα ανωτέρω συμβόλαια αγοράς του εργοστασίου στην Βουλγαρία από την βουλγαρική εταιρία MEVGAL BULGARIA FOOD οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας, όσο και το ποσό των 587.986 ευρώ που απαιτείτο να καταβληθεί από την υπεράκτια εταιρία MEVGAL ENTERPISES LIMITED οικονομικών επίσης συμφερόντων της ενάγουσας η οποία ήταν ως προλέχθηκε και ο μοναδικός μέτοχος της, αποτέλεσε αντικείμενο τραπεζικού δανεισμού για το ποσό του οποίου εγγυήθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία και εγγυήθηκε την ολοκληρωτική καταβολή του υπολοίπου το οποίο και .τελικά πλήρωσε. Η παροχή εγγυήσεως υπό της ενάγουσας έγινε για τον λόγο ότι οι δύο εταιρίες (βουλγαρική και υπεράκτια) οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας στερούνταν κεφαλαίων κινήσεως και είναι πρόδηλον ότι εκ του λόγου αυτού δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η αποφασισθείσα υπό του Διοικητικού συμβουλίου της επένδυση στην Βουλγαρία, ειδικότερα δε η αγορά του εργοστασίου στην Βουλγαρία. Συγκεκριμένα την 1-7-2002 συνήλθε σε ειδική συνεδρίαση το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας με θέματα: 1)την παροχή εγγυήσεως υπέρ της εταιρίας MEVGAL ENTERPISES LIMITED και 2)παροχή εταιρικής εγγυήσεως υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία MEVGAL BULGARIA FOOD. Τα μέλη του Δ. Σ. της ενάγουσας με ομόφωνη απόφαση τους ενέκριναν την σύναψη συμβάσεως ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού ποσού 735.000 ευρώ δυνάμει της οποίας η ενάγουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της παρέσχε την ανεπιφύλακτη εγγύηση της προς' την Τράπεζα Κύπρου LTD για την πιστή και εμπρόθεσμη από την πρωτοφειλέτρια MEVGAL LIMITED εξόφληση όλων των ποσών που θα οφείλονται από την υπεράκτια πρωτοοφειλέτρια εταιρία. Επί πλέον εξουσιοδοτήθηκε η διευθύνουσα σύμβουλος της ΜΕΒΓΑΛ Μ. Χ. πρώτη εναγομένη όπως στο όνομα και για λογαριασμό της MEVGAL BULGARIA FOOD παράσχει προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εγγύηση υπογράφοντας ως εκπρόσωπος, της ενάγουσας την περί παροχής εγγυήσεως σύμβαση ποσού 450.000 ευρώ. Στην συνεδρίαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας...ο Γ. Β. μέλος του Δ.Σ. και νομικός σύμβουλος της εταιρίας, ενημέρωσε, τους λοιπούς συμβούλους ότι είναι σύννομη και σύμφωνη με το καταστατικό της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας η παροχή εγγυήσεως εκ μέρους της τελευταίας σε τραπεζικό δανεισμό της θυγατρικής της υπεράκτιας εταιρίας με έδρα την Κύπρο χωρίς η πράξη αυτή ν'αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 και υπό την προϋπόθεση ότι την παροχή της εγγυήσεως θα αποφασίσει το Διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.2 του καταστατικού της, αφού το ποσό της υπερέβαινε το προβλεπόμενο όριο των 293.470,20 ευρώ μετά την εισήγηση δε αυτή το Δ. Σ. της ενάγουσας αποφάσισε ομόφωνα, και γνωρίζοντας τα μέλη αυτού (Δ.Σ.) τον ειδικό σκοπό σύναψης των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων, όπως εγκρίνουν την παροχή εγγύησης υπέρ της υπεράκτιας εταιρίας. Έτσι εάν πραγματικά το τίμημα αγοράς του εργοστασίου στην Βουλγαρία ανερχόταν μόνο στο ποσό των 400.000 ευρώ, ως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα δεν υπήρχε λόγος και αναγκαιότητα υπό τις ως άνω συνθήκες και κατά την συνεδρίαση της 1-7-2002 του Δ. Σ. ήτοι λίγες ημέρες προ της καταρτίσεως και υπογραφής των ως άνω πωλητηρίων συμβολαίων να ληφθεί απόφαση για παροχή εγγυήσεως και για επιπλέον δάνειο ύψους 73 5.000" ευρώ και μάλιστα υπέρ της υπεράκτιας εταιρίας με συνακόλουθη εκταμίευση του ποσού των 587.986 ευρώ από την μητρική ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ (ενάγουσα) ως εγγυήτριας στην σύμβαση πιστώσεως αλλά ούτε και η δέσμευση του συνολικού ποσού των 587.986 ευρώ αναφερομένης ως αμοιβής εκπονήσεως τεσσάρων μελετών στην με την Ενωμένη Βουλγαρική Τράπεζα θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος μέχρι την ημερομηνία υπογραφής των συμβολαίων αγοράς του εργοστασίου. Ενόψει πάντων των ανωτέρω το ποσό των 587.986 ευρώ δεν καταβλήθηκε αχρεωστήτως υπό της ενάγουσας υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτριας στην σύμβαση λογαριασμού μεταξύ της εταιρίας MEVGAL ENTERPRISES LTD και της Τράπεζας , Κύπρου, ώστε να δύναται βάσιμα να υποστηριχθεί ότι υπέστη αυτή (ενάγουσα) ισόποση ζημία στην (εταιρική) περιουσία της, οι δε ενέργειες του δευτέρου εναγομένου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτής (ενάγουσας) και εκπροσώπου της υπεράκτιας εταιρίας δεν έγιναν καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του, αλλά οριοθετούμενες από τις αρμοδιότητες και την ιδιότητα του και ως διευθύνοντος συμβούλου και εκπροσώπου της θυγατρικής της ενάγουσας, υπεράκτιας εταιρίας, MEVGAL ENTERPRISES LIMITED. Επί πλέον η κατά τ' ανωτέρω επιχειρηματική απόφαση, επενδύσεως στην Βουλγαρία που λήφθηκε υπό του οργάνου (Δ.Σ.) της ενάγουσας, υλοποιήθηκε με πρωτοβουλία της πρώτης εναγομένης υπό την ιδιότητά της ως Προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου αυτής (ενάγουσας) κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα με βάση τα καθήκοντα και την ιδιότητα της αυτή με γνώμονα το εταιρικό συμφέρον. Κατά συνέπεια εφόσον δεν αποδεικνύονται οι υπό του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, οι δε ενέργειες των εναγομένων μελών του Δ.Σ. της ενάγουσας έγιναν με την ιδιότητα εκάστου και τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος, η αγωγή τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο εν τέλει απέρριψε την έφεση της αναιρεσειούσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22α παρ.1, 2 Ν.2190/1920 και ειδικότερα όσον αφορά την έννοια "της επιμέλειας του συνετού επιχειρηματία η οποία κρίνεται με βάση και την ιδιότητα του κάθε μέλους (του Δ.Σ.) και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί", διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες τη ρηθέν θέμα και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 και 1 ΚΠολΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 559 αριθ.11γ'ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τις νομίμως ενώπιον συμβολαιογράφων συνταγείσες υπ'αριθ.18919/20-9-2007 και 3031/2-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και ειδικότερα: α)το υπ'αριθ.83/31-7-2006 πρακτικό της Γενικής Συνελεύσεως της αναιρεσειούσης, β1)τα υπ'αριθ.1098/8-11-2005 και 1115/16-2-2006 πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της ιδίας και γ1)τις από 31-1-2006, 15-2-2006, 16-2-2006 και 20-2-2006 επιστολές του τότε αντιπροέδρου του Δ.Σ. της αναιρεσειούσης προς τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Οκτωβρίου 2011 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.816/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ