Αριθμός 503/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-3-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 18-3-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 227/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 35/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εξαφανίστηκε η ανωτέρω απόφαση και απορρίφθηκε η από 29-4-2014 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση στρέφεται κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται επίδοση και επομένως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ολΑΠ 7/2006, ΑΠ 1213/2021, ΑΠ 918/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 και 3 ΚΕΔΕ (ν. δ. 356/1974) "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιούμενου εις τον οφειλέτην περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ. 1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ. 2 εδ. α)... Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως... (παρ. 3 εδ. α). Σύμφωνα δε με το άρθρο 30Α Κ.Ε.Δ.Ε., όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 ν. 3842/2010 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υπό παρ.2 άρθρου τρίτου Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85/07.04.2014), "Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση. Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Στο άρθρο 30 Β του ΚΕΔΕ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 του ν. 4170/2013 ορίζεται ότι:" Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου όσο και της δήλωσης του άρθρου 32 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση της δήλωσης του άρθρου 32 θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.3979/2011 είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους.. Η διέλευση των δεδομένων δια των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση γνωστοποίησης ενημέρωσης και λήψης συγκατάθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6, 11 και 5 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε ισχύουν όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν". Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ανωτέρω, κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της γνωστοποίησης τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων και υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησης τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και οι προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου 2. Τα κατασχεθέντα ποσά αποδίδονται είτε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα Ελλάδος είτε στη υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση της προηγούμενης παραγράφου.... 4. Η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου τίθεται σε πλήρη λειτουργία εξήντα ημέρες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καθίσταται υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, οι οποίοι μπορούν να εφαρμόζουν τη διαδικασία του άρθρου 30Α του ν. δ. 356/1974 μόνο στις περιπτώσεις που για λόγους ανωτέρας βίας αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παραγράφου 1 του παρόντος". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ. α ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου. Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες. Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άνω άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, εκδόθηκε η ΠΟΛ με αριθμό 1257/2013 στην οποία, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 2. Περιγραφή της διαδικασίας γνωστοποίησης. 1. Η διαδικασία αφορά στην ολοκληρωμένη υλοποίηση των διατάξεων των άρθρων 30 Α και 30 Β του ΚΕΔΕ ήτοι στην κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης των τελευταίων με ηλεκτρονικά μέσα καθώς και στην απόδοση από μέρους τους των τυχόν κατασχεθέντων ποσών. 2. Η αρμόδια κατά τα ανωτέρω υπηρεσία φορολογικής διοίκησης και μέσω του κόμβου Υ.Ο. αποστέλλει κατασχετήριο αίτημα ηλεκτρονικά μέσω μηνυμάτων (το περιεχόμενο των οποίων ορίζεται στο άρθρο 3) προς τον κόμβο Π.Ι, ο οποίος το παραλαμβάνει και το προωθεί αυτόματα και χωρίς καμία επεξεργασία προς το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται. 3.... 4....", "Άρθρο 3. Περιεχόμενο ηλεκτρονικά κοινοποιούμενου κατασχετηρίου. 1. Το ηλεκτρονικό κατασχετήριο αποτελείται από το εξωτερικό και εσωτερικό μήνυμα: Α) το εξωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο από τον κόμβο Υ.Ο. και τον κόμβο Π.Ι. και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία... Β) το εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα είναι αναγνώσιμο αποκλειστικά από το πιστωτικό ίδρυμα και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: i τα μοναδικά στοιχεία ειδικού πρωτοκόλλου κόμβου Υ.Ο. (αριθμός και ημερομηνία), ii. τη χρονοσήμανση του κόμβου Υ.Ο., iii. Τον μοναδικό 3ψήφιο κωδικό αριθμό πιστωτικού ιδρύματος Κ.Α.Π.Ι. (από τον πίνακα τιμών ... που μοναδικά σχετίζεται με το υπόχρεο πρόσωπο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, iv. Τα στοιχεία πρωτοκόλλου Δ.Ο.Υ. (αριθμός και ημερομηνία), ν. Τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός), vi. Τον ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο, vii. Ειδικότερα στοιχεία του ΑΦΜ οφειλέτη σε βάρος του οποίου επιβάλλεται το κατασχετήριο (ενδεικτικά αναφέρονται επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, επωνυμία), viii. Συνολικό ποσό κατασχετηρίου, Ταυτότητα οφειλής κατασχετηρίου, ix. Ταυτότητα Οφειλής Κατασχετηρίου (ΤΟΚ) που συνδέεται μονοσήμαντα με τον πίνακα χρεών του κατασχετηρίου. Το παραπάνω εσωτερικό ηλεκτρικό μήνυμα υπογράφεται ψηφιακά με προηγμένη ψηφιακή υπογραφή κατά την έννοια της παραγράφου 1 και 3 του Ν.3979/2011 (ΦΕΚ Α'138) από τον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής υπηρεσίας, χρονοσημαίνεται με έμπιστη χρονοσήμανση από Εθνικό Πάροχο Χρονοσήμανσης και κρυπτογραφείται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείο με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. και άρθρο 1 αριθ.4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία του κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ.1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 139/2018, ΑΠ 1941/2017). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, τη σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 256/2011). Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 415/2022, ΑΠ 825/2018). Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχεθέντος (985 παρ.3 εδ, β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σωρεύσεως, στο αυτό δικόγραφο της ανακοπής, της περί αποζημιώσεως, ως άνω εκ του άρθρου 985 παρ.3 αγωγής (986 εδ.β) (ΑΠ 1386/2019). Ειδικότερα, η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν λόγω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, ειδικά, η κοινοποίηση κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και η δήλωση (κατά το άρθρο 32) αυτών πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω ανταλλαγής κρυπτογραφημένων και ψηφιακά υπογεγραμμένων μηνυμάτων, κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 Α και 30 Β του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), και όχι με τη συνήθη, μη ηλεκτρονική, έντυπη διαδικασία. Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν πρόκειται για σύνταξη ενός ξεχωριστού ηλεκτρονικού κατασχετηρίου, αλλά, απλώς, προβλέπεται ιδιαίτερος, ηλεκτρονικός, τρόπος κοινοποίησης του νομίμως συνταχθέντος κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, πρέπει να περιέχει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30 του ΚΕΔΕ στοιχεία. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 30 Β του ΚΕΔΕ, ο τρόπος αυτός κοινοποίησης του κατασχετηρίου συμφωνήθηκε από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στη χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτά εκπροσωπήθηκαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση. Επομένως, δεν κοινοποιείται στο πιστωτικό ίδρυμα το πλήρες περιεχόμενο του έντυπου κατασχετηρίου, αλλά γνωστοποιούνται σ' αυτό μόνο τα συγκεκριμένα εκείνα στοιχεία που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4-12-2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, περιλαμβάνονται δε μεταξύ αυτών τα μοναδικά στοιχεία (Κλειδί) του κατασχετηρίου (Κωδ. Δ.Ο.Υ., Έτος, Αριθμός) καθώς και το συνολικό ποσό του κατασχετηρίου. Εξάλλου, η κατάθεση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα φέρει το χαρακτήρα σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, η λειτουργία της οποίας καθιδρύει σχέση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων, ενώ η εκτέλεση αυτής γίνεται, κατά κανόνα, με πολυάριθμες τμηματικές καταβολές και αναλήψεις, κατά τη βούληση του καταθέτη, που μπορούν να λάβουν χώρα ακόμη και την ίδια μέρα. Ενόψει όλων αυτών, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον το κατασχετήριο αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση, η δε ηλεκτρονική κοινοποίηση αυτού περιλαμβάνει όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί, κατά τα ανωτέρω, ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης, η αντίστοιχη δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη Δημοσίου (ΑΠ 1027/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος "Δυνάμει του υπ' αριθ. 10526/1074/3-4-2014 ηλεκτρονικού κατασχετηρίου που κοινοποιήθηκε ηλεκτρονικά την 4-4-2014, στην καθ' ης η ανακοπή ανώνυμή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ Ergasias Α.Ε. (αναιρεσίβλητη), η ΔΟΥ Ρόδου επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού που η τελευταία όφειλε στον οφειλέτη του Δημοσίου Α. Σ. του Ι., μέχρι του ποσού των 147.838,76 ευρώ, προσκαλώντας την ταυτόχρονα να καταθέσει το κατασχεθέν ποσό. Στις 14.4.2014 η καθ' ης υπέβαλε ηλεκτρονικά (κατ' άρθρο 30Β ΚΕΔΕ) την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 68343/2/14.4.2014 δήλωση, στην οποία απάντησε ότι κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου τηρείτο στο όνομα του καθ' ου οφειλέτη ένας κοινός και ένας ατομικός λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου, με μηδενικό διαθέσιμο υπόλοιπο. Δήλωσε δε πως ουδέν οφείλει στον άνω οφειλέτη του Δημοσίου και δεν υφίσταται απαίτηση του καθ' ου το κατασχετήριο οφειλέτη έναντι της τράπεζας. Η εν λόγω δήλωση συνοδευόταν από παραστατικά κίνησης του λογαριασμού για χρονικό διάστημα πέντε ημερών πριν την κατάσχεση και μίας ημέρας μετά από αυτήν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30Α του ΚΕΔΕ. Από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης συνάγεται ότι η καθ' ης αρνήθηκε να δεσμευτεί, ότι θα παρακρατήσει ό,τι τυχόν προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο έννομη σχέση. Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, πράγματι, ότι κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια της καθ' ης ως τρίτης για λογαριασμό του ως άνω οφειλέτη του Δημοσίου, τηρούνταν σε αυτήν ο υπ' αριθ. ... κοινός και ο υπ' αριθμ. ... ατομικός λογαριασμός καταθέσεων του προαναφερθέντος οφειλέτη, οι οποίοι κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης εμφάνιζαν μηδενικό διαθέσιμο υπόλοιπο. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι προέβη σε κατάσχεση και για μελλοντικές απαιτήσεις δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, καθότι το συνημμένο στην ανακοπή έγγραφο αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου δεν έχει υπογραφές ούτε προκύπτει από οποιοδήποτε έγγραφο ότι επιδόθηκε στην καθ' ης. Αντίθετα από το προσκομιζόμενο από την καθ'ης η ανακοπή έγγραφο προκύπτει ότι το με αριθ. 10526/1074/3-4-2014 ηλεκτρονικό κατασχετήριο, το οποίο κοινοποιήθηκε ηλεκτρονικά στην καθ'ης την 4-4-2014 περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία του νόμου, αλλά δεν υπάρχει καμία σαφής αναφορά στο κατασχετήριο περί κατάσχεσης και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς. Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί και κατόπιν αυτού να απορριφθεί η ανακοπή ως αβάσιμη, καθότι αποδείχθηκε ότι η δήλωση της καθ'ης η ανακοπή δεν είναι ανακριβής. Ακολούθως των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκανε δεκτή την ανακοπή έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης ως βάσιμος κατ' ουσίαν....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ανακοπή, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανακοπή, δεχόμενο ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον δεν είχε προβεί σε κατάσχεση και μελλοντικών απαιτήσεων ενόψει του ότι δεν προέκυπτε τούτο από τα στοιχεία του επίδικου κατασχετηρίου, τα οποία αποτέλεσαν περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επίδοσης αυτού στην αναιρεσίβλητη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 30,30 Α, 30 Β και 32 ΚΕΔΕ καθώς και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 2 (παρ. 1,2) και 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013, καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση επιβολής από το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος με ηλεκτρονική κοινοποίηση του κατασχετηρίου, η σχετική δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, μέχρι του ύψους του συνολικού κατασχεθέντος ποσού, έστω και αν στην ηλεκτρονική γνωστοποίηση δεν περιλαμβάνεται κωδικός ενδεικτικός κατάσχεσης μελλοντικών απαιτήσεων (καταθέσεων) του οφειλέτη Δημοσίου και, συνεπώς, η επιβληθείσα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τη ΔΟΥ Ρόδου ένδικη αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, κάθε χρηματικού ποσού, που αυτή όφειλε στον οφειλέτη του Δημοσίου Α. Σ., μέχρι του ποσού των 147.838,76 ευρώ, καταλάμβανε και τις μελλοντικές απαιτήσεις αυτού κατά της αναιρεσίβλητης. Και τούτο, διότι με την ηλεκτρονική επίδοση του κατασχετηρίου γνωστοποιούνται στα πιστωτικά ιδρύματα μόνο τα συγκεκριμένα στοιχεία, που έχουν θεσπιστεί ως υποχρεωτικό περιεχόμενο για την κοινοποίηση της κατάσχεσης στο άρθρο 3 της ΠΟΛ 1257/4.12.2013 και είναι μηχανογραφικά και επί το πλείστον κωδικοποιημένα, στις ειδικές δε διατάξεις του ανωτέρω άρθρου δεν κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί κωδικός για την κατάσχεση ειδικά μελλοντικών απαιτήσεων, μεταξύ των υποχρεωτικών στοιχείων, που ορίστηκαν από κοινού από το Ελληνικό Δημόσιο και τα εγκατεστημένα στη Χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30Β ΚΕΔΕ, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 τούτου, από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση, και, ως εκ τούτου, εφόσον τα έντυπα-έγγραφα των κατασχετηρίων του Δημοσίου έχουν ενιαία μορφή και περιλαμβάνουν πάγια τη φράση ότι "Κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας όσα οφείλετε ή μέλλει να οφείλετε" (κατά τα λοιπά συμπληρώνονται συνήθως χειρόγραφα), κάθε κατάσχεση του Δημοσίου εις χείρας πιστωτικού ιδρύματος έχει ως αντικείμενο τόσο τις ενεστώσες κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, όσο και τις μέλλουσες απαιτήσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της ίδιας αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν υφίσταται κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων, παραμόρφωσε το με αριθμό 10526/1074/5-4-2014 ηλεκτρονικό κατασχετήριο, καθώς επίσης και του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την με αρ. 68343/2/14-4-2014 ηλεκτρονική δήλωση της αναιρεσίβλητης, η οποία προσκομίστηκε με επίκληση από το αναιρεσείον. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 227/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ