Αριθμός 947/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. χήρας Ι. Κ., το γένος Γ. Σ., 2) Σ. Κ. του Ι., και 3) Ε. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αναστασίου. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εκκλησία της Ελλάδος" και έδρα την ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αργύρη Πετρόπουλο και Ιωάννη Σούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/1992 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8658/1993, 1599/1999 μη οριστικές, 5328/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8287/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσίβλητο με την από 24/5/2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 289/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8287/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση. Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5606/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8/7/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 2/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ. πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/1-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά (Ολ.ΑΠ 75/1987). Εξάλλου από τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 2 παρ. 1 Βασ. (50.14), νεαρ. 111 και νεαρ. 131 κεφ. 6, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ, Ν.ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι εκείνος που επί τεσσαρακονταετία νεμήθηκε με καλή πίστη ακίνητο που ανήκει κατά κυριότητα σε Ιερά Μονή γίνεται κύριος αυτού και μπορεί να το διεκδικήσει κατά παντός κατόχου και έχει κατά της Μονής ένσταση παραγραφής. Ακόμη επί των ακινήτων κτημάτων των Ιερών Μονών (και επί εκείνων του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων του Δημοσίου, της Α/Α κλπ." τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών δεν υπόκεινται σε καμία στο μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη ουδεμία κέκτηται συνέπεια αν μέχρι της δημοσιεύσεως του δ/τος δεν συνεπληρώθη ο κατά τους ισχύοντας νόμους χρόνος παραγραφής. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου που ανήκει σε Ιερά Μονή και για την παραγραφή της εμπράγματης αξίωσης της Μονής επί ακινήτου αυτής απαιτείται τεσσαρακονταετής νομή που να έχει συμπληρωθεί όμως το βραδύτερο μέχρι 11-9-1915 (ΑΠ 815/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήθη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 8/2001). Οι πράξεις, επίσης, του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Tο επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 2016 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, εντός του υπ' αριθμό ... Ο.Τ. του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως αυτής και συνορεύει βόρεια επί προσώπου μέτρων 33 με την οδό ..., νότια επί προσώπου 30 μέτρων με έκταση ανήκουσα στην άνω Ιερά Μονή και πωληθείσα από τον ΟΔΕΠ, δυτικά επί προσώπου 64 μέτρων με έκταση ανήκουσα στην άνω Ιερά Μονή, που κατέχεται από τους αδελφούς Κ., αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης εμβαδού 9.500 στρεμμάτων, γνωστής με την ονομασία "...", η οποία βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Κηφισιάς, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ., ... και ..., νότια με ρεύμα και πέρα από αυτό με ιδιοκτησία Μονής Πεντέλης, ..., κτήμα Β. και Σ., ανατολικά με ιδιοκτησία Μονής Πεντέλης και δυτικά με νεκροταφείο Δήμου Κηφισιάς, οδό ... και ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. και περιλαμβάνεται στη ρευστοποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, δυνάμει του από 25-1-1933 Π. Δ/τος ως δασική έκταση με αύξοντα αριθμό 9. Την ανωτέρω συνολική έκταση των 9.500 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, κατείχε και νεμόταν με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, μέσω των εκπροσώπων αυτής, από τους χρόνους της Παλιγεννεσίας και πριν από αυτήν συνεχώς και χωρίς αμφισβητήσεις μέχρι το έτος 1930, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία αυτής με τα προσόντα και τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου. Ειδικότερα η άνω Ιερά Μονή ολόκληρο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ασκούσε δια των οργάνων της όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της άνω έκτασης διακατοχικές πράξεις νομής, δηλαδή εκμίσθωνε τα επί μέρους κτήματα αυτής σε τρίτους για χορτονομή, ρητινοκαλλιέργεια και συλλογή, φύλασσε αυτή με φύλακες, πωλούσε τμήματά της και προέβαινε σε καταμετρήσεις. Μετά το έτος 1930 συνέχισε να κατέχει και να νέμεται το επίδικο και την άνω ευρύτερη έκταση, ασκώντας τις ανωτέρω πράξεις ο συσταθείς με το ν. 4864/1930 ΟΔΕΠ, ως διαχειριστής της εκποιητέας περιουσίας της άνω Ιεράς Μονής, χωρίς να αμφισβητείται το δικαίωμα κυριότητας της τελευταίας. Το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1938 έως 1940, ο πατέρας του αρχικού εναγομένου και φερομένου ως δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, δηλαδή ο Σ. Κ., κατέλαβε αυθαίρετα τμήμα της παραπάνω ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής, ήτοι έκταση περίπου 6.300 τμ, στην οποία περιλαμβάνεται και το άνω επίδικο ακίνητο και κατασκεύασε εντός αυτού με πρόχειρα κτίσματα ορνιθώνα και στάβλο, ενώ αργότερα άρχισε να καλλιεργεί το επίδικο με δημητριακά, έχοντας ανοίξει πηγάδι. Μετά το θάνατο του Σ. Κ. κατά το έτος 1946 συνέχισαν τη νομή του επίδικου και της μεγαλύτερης ως άνω έκτασης, που είχε καταλάβει ο πατέρας τους, οι αδελφοί Ι. (αρχικός εναγόμενος), Δ. και Γ. Κ.. Κατά το τέλος του 1946 οι παραπάνω αδελφοί προέβησαν στην άτυπη διανομή της καταληφθείσας ως άνω ευρύτερης έκτασης και ο άνω αρχικός εναγόμενος έλαβε στην αποκλειστική του κατοχή το επίδικο ακίνητο, το οποίο αξιοποίησε, κατασκευάζοντας κατά το έτος 1947 εντός αυτού τέσσερις συνεχόμενους θαλάμους ορνιθοτροφείου. Ωστόσο, μέχρι το έτος 1954 δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος και οι αδελφοί του είχαν εκδηλώσει πρόθεση προσβολής του δικαιώματος κυριότητας της Ιεράς Μονής στο επίδικο. Για πρώτη φορά εκδηλώθηκε τέτοια πρόθεση κατά το έτος 1954, όταν ο ΟΔΕΠ, ως διαχειριστής της περιουσίας της Ιεράς Μονής, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου κατά των άνω αδελφών Κ. την από 25-6-1954 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεση της Ιεράς Μονής να προστατεύσει την καταληφθείσα με τον παραπάνω ιδιοκτησία της εκτάσεως περίπου 6.300 τμ και οι καθών ισχυρίσθηκαν ότι τυγχάνουν συννομείς της εκτάσεως αυτής. Από το έτος 1954, δηλαδή από το χρόνο εκδόσεως της απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ούτε ο ΟΔΕΠ, που είχε τη διοίκηση και διαχείριση της εκποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής, ούτε ο ΟΔΕΠ που διαδέχθηκε τον ΟΔΕΠ και απέκτησε και πάλι την παλαιά του ονομασία (άρθρο 46 παρ. 5 του ν. 590/1977 περί του καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος), ούτε τέλος το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, το οποίο, μετά την κατάργηση του ΟΔΕΠ με το ν. 1811/1988, διοικεί και διαχειρίζεται την εκποιητέα αστική και απομένουσα στις 149 μονές, που έλαβε μέρος στην κατάρτιση της από 11-5-1988 κυρωθείσας με τον παραπάνω νόμο σχετικής σύμβασης (μεταξύ των οποίων και η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη), αγροτολιβαδική και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά στην άσκηση δικαιωμάτων των Ιερών Μονών επί της μοναστηριακής περιουσίας και δασική περιουσία, έως και την άσκηση της εξεταζόμενης αγωγής, προέβησαν σε οποιαδήποτε διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου, αν και εντός αυτού ο αρχικό εναγόμενος συνέχισε να κατασκευάζει κτίσματα, να ενεργεί επισκευές αυτών και να φυτεύει κα να καλλιεργεί δένδρα. Ειδικότερα, ο άνω εναγόμενος έως το έτος 1981 συνέχισε να αξιοποιεί το κατεχόμενο από τον ίδιο επίδικο ακίνητο, προβαίνοντας στη κατασκευή των ανωτέρω θαλάμων ορνιθοτροφείου σε κατοικία με ξύλινη στέγη, η οποία καταστράφηκε κατά την πυρκαγιά του έτους 1981. Στη συνέχεια προέβη στην επισκευή αυτής με δάνειο που έλαβε από την Εμπορική Τράπεζα και κατά το έτος 1990 έλαβε την υπ' αριθμ. .../1990 άδεια της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, προκειμένου να προβεί στην εκ νέου επισκευή αυτής. Επίσης φύτεψε εντός του επιδίκου περίπου 50 δένδρα (κερασιές, αμυγδαλιές, αχλαδιές, φιστικιές, ροδακινιές) και κατασκεύασε υπόγεια δεξαμενή νερού από οπλισμένο σκυρόδεμα. Στο διάστημα ωστόσο που μεσολάβησε μεταξύ των ετών 1954-1992, ο άνω εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου και ότι δεν μπορούσε να καταστεί κύριος αυτού, παρά την άσκηση επί μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλαδή "από μακρού χρόνου" πριν από την υποβολή της από 23-3-1965 κοινής αιτήσεως, "από 25ετίας και πλέον" πριν την υποβολή της από 1-7-1972 κοινής αιτήσεως και "επί της 25ετίας και πλέον παραμονής ...", πριν από την υποβολή της από 5-3-1973 κοινής αιτήσεως, επί 25 και πλέον έτη, πράξεων νομής στο επίδικο, διότι υπήρχε και υπάρχει νομική αδυναμία αποκτήσεως της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού επί ακινήτων ανηκόντων σε Ιερά Μονή, πρέπει, ο απαιτούμενος κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου χρόνος των 40 ετών για την νομική απόκτηση κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία και σε μοναστηριακά ακίνητα, να έχει συμπληρωθεί το αργότερο έως την 12-9-1915, πράγμα που δεν συνέτρεχε στην εξεταζόμενη περίπτωση, απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών των εκκαλουσών, αφού ο χρόνος της ενάρξεως της καταλήψεως του επιδίκου ομολογείται με τις παραπάνω αιτήσεις ότι ανάγεται περίπου στο έτος 1940, ενώ για την απόκτηση της κυριότητας έπρεπε να αναγόταν τουλάχιστον στις 12-9-1875 και ενώ από το έτος 1915 και εφεξής τα μοναστηριακά ακίνητα είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας και ισχύουν γι' αυτά αναλόγως οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" άρχισε, ενεργώντας από κοινού με τους άνω αδελφούς του, τη διαδικασία συμβιβαστικής εξαγοράς του επιδίκου και άλλης εκτάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. δ/τος 3606/1956, η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω αδυναμίας των συμβαλλομένων μερών να καταλήξουν στις διαστάσεις της υπό διαπραγμάτευση έκτασης και στην αξία εκποιήσεως. Έτσι, με την από 23-3-1965 αίτησή τους οι άνω αδελφοί Κ., απευθυνόμενοι πάντοτε δηλαδή και με τις λοιπές αιτήσεις τους μέσω πληρεξουσίου τους δικηγόρου στον ΟΔΕΠ, ο οποίος τους πληροφορούσε για την αδυναμία αποκτήσεως κυριότητας σε μοναστηριακή ιδιοκτησία, ισχυρίσθηκαν ότι κατέχουν "από μακρού χρόνου κατά κεχωρισμένα τμήματα" συνολική έκταση 15.326 τμ από την ανήκουσα στην Ιερά Μονή ως άνω ευρύτερη έκταση και ζήτησαν τη συμβιβαστική επίλυση για την έκταση της νομής εκάστου εξ αυτών, προκειμένου ο ΟΔΕΠ να πωλήσει σ' αυτούς την αναλογούσα στον καθένα έκταση, με την από 1-7-1972 αίτησή τους, αφού ισχυρίσθηκαν ότι προσφέρονται να εξαγοράσουν από τον άνω οργανισμό την παραπάνω έκταση των 15.326 τμ , την οποία κατέχουν οι ίδιοι και ο πατέρας τους "από 25ετίας και πλέον...", ζήτησαν την περαίωση της διαδικασίας μεταβιβάσεως της κυριότητας της εκτάσεως αυτής και με την από 5-3-1973 αίτησή τους, αφού ισχυρίσθηκαν ότι "επί 25ετίας και πλέον παραμένουν στην παραπάνω έκταση, που ανήκει στον ΟΔΕΠ, και περιόρισαν το μέγεθος της έκτασης αυτής στα 5000 τ.μ., ζήτησαν εκ νέου την περαίωση της διαδικασίας μεταβίβασης. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η κυριότητα του επιδίκου ανήκει στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία και δεν απώλεσε από τον αρχικό εναγόμενο ούτε τις κληρονόμους του εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες, λόγω μη συμπληρώσεως συνεχούς νομής 40 ετών από τους τελευταίους στο επίδικο έως την 11-9-1915 και του ανεπίδεκτου χαρακτήρα χρησικτησίας του επιδίκου (τακτικής και έκτακτης) μετά την 11-9-1915, και ότι η με την κρινόμενη αγωγή άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το νομιμοποιούμενο ενεργητικά εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο δεν είναι ολοφάνερα αντίθετη στις αρχές του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι η προαναφερόμενη αδράνεια του εκάστοτε διοικούντος και διαχειριζομένου την ακίνητη περιουσία της Ιεράς Μονής, η οποία δικαιολογείται: α) από το καθεστώς έννομης προστασίας της μοναστηριακής περιουσίας β) από την έλλειψη εκ μέρους του αρχικού εναγομένου σαφούς εκδήλωσης της βούλησης αυτού περί αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας της Ιεράς Μονής έως το έτος 1954 και γ) η εκφρασθείσα με τις προαναφερόμενες τρεις αιτήσεις σαφής γνώση και δήλωση του εναγομένου ότι το κατεχόμενο από τον ίδιο επίδικο ανήκει στην κυριότητα της Ιεράς Μονής και η επιθυμία αυτού να προβεί στην αγορά του κατά τη διαδικασία του ν. 3606/1956, αν και το ίδιο χρονικό διάστημα προέβαινε στην αξιοποίηση του ακινήτου, την οποία χρησιμοποιεί εκ των υστέρων προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του ίδιου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο, δεν στάθηκε αρκετή να δημιουργήσει στον εναγόμενο την αναγκαία, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, πεποίθηση ότι δεν πρόκειται το ενάγον-αναιρεσίβλητο να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα, δεδομένου και ότι από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς του φορέα του δικαιώματος κυριότητας του επίδικου, δεν προκύπτει δηλαδή ότι κατά το προαναφερόμενο μέχρι την άσκηση της εξεταζόμενης αγωγής διάστημα, ο εκάστοτε δικαιούχος του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου εκδήλωσε τη βούλησή του, ότι απώλεσε την τελευταία και ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το επίδικο". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στη ρευστοποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, δυνάμει του από 25-1-1933 Π.Δ/τος ως δασική έκταση και η οποία Μονή κατέστη κυρία αυτής με τα προσόντα και τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, ότι κατά το χρονικό διάστημα 1938 έως 1940 ο πατέρας του αρχικού εναγομένου και φερομένου ως δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών Σ. Κ. κατέλαβε τμήμα της άνω ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής έκτασης περίπου 6.300 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, κατασκευάζοντας με πρόχειρα κτίσματα ορνιθώνα και στάβλο, ανοίγοντας πηγάδι και καλλιεργώντας το με δημητριακά. Ότι μετά το θάνατο του Σ. Κ. το έτος 1946 συνέχισαν τη νομή της έκτασης αυτής ο αρχικός εναγόμενος Ι. Κ. και οι αδελφοί του Δ. και Γ., μετά δε από άτυπη μεταξύ τους διανομή ο αρχικός εναγόμενος έλαβε στην κατοχή του το επίδικο ακίνητο, το οποίο συνέχισε να αξιοποιεί κατασκευάζοντας θαλάμους ορνιθοτροφείου σε κατοικία με ξύλινη στέγη, πρόσθετα κτίσματα, καθώς και υπόγεια δεξαμενή νερού από οπλισμένο σκυρόδεμα, να ενεργεί επισκευές αυτών, να φυτεύει και να καλλιεργεί δέντρα, ενώ το έτος 1990, αφού έλαβε δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα και εκδόθηκε οικοδομική άδεια, προέβη στην επισκευή της καταστραφείσας από πυρκαγιά οικίας. Ότι ο αρχικός εναγόμενος και δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν κύριος του επιδίκου και ότι δεν μπορούσε να καταστεί κύριος αυτού, άρχισε, από κοινού με τους αδελφούς του, τη διαδικασία συμβιβαστικής εξαγοράς του επιδίκου και άλλης εκτάσεως, υποβάλλοντας κατά διαστήματα τρεις σχετικές αιτήσεις τα έτη 1965, 1972 και 1973 και ότι ουδόλως προέκυψε ποτέ οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς του εκάστοτε εκκλησιαστικού φορέα του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου, ότι δηλαδή κατά το διάστημα από το 1954 έως το 1992, που ασκήθηκε η αγωγή, εκδήλωσε τη βούλησή του, ότι απώλεσε τη κυριότητα και ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το επίδικο. Ακολούθως, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της πιο πάνω ένστασης, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά πράγματι η άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης Εκκλησίας της Ελλάδος κατά του αρχικού εναγομένου, μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθαν ως μοναδικοί του κληρονόμοι οι ήδη αναιρεσείουσες, για αναγνώριση της κυριότητάς του και απόδοση σ' αυτόν του επίδικου ακινήτου, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια. Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου, ότι με το που εκδηλώθηκε το έτος 1954 η πρόθεση του αρχικού εναγομένου (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών) να προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας της Ι. Μονής, το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. αντέδρασε αμέσως δια της υποβολής των δύο αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη των αιτήσεων υποβλήθηκε το έτος 1989, δηλαδή μετά την πάροδο 34 ετών από την πρώτη, αφού η πριν από την άσκηση της αγωγής υποβολή των δύο πιο πάνω αιτήσεων, παρά τη μεταξύ τους χρονική απόσταση, που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά ένα μέρος από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των οργανισμών αυτών και την εκτεταμένη ευθύνη τους της εποπτείας της διάσπαρτης εκκλησιαστικής περιουσίας σε όλη τη χώρα, μαρτυρεί την εμμονή τους στην άσκηση των δικαιωμάτων της Ι. Μονής. Επίσης δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου ότι ο πατέρας του αρχικού εναγομένου το έτος 1938 κατέλαβε αυθαιρέτως το επίδικο, κατασκεύασε ορνιθώνα, στάβλο, άνοιξε πηγάδι, το καλλιεργούσε με δημητριακά μέχρι το 1946 και μετά το θάνατό του συνέχισε να το καλλιεργεί ο εναγόμενος, με το γεγονός που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή μέχρι το 1954 οι ανωτέρω δεν είχαν εκδηλώσει πρόθεση προσβολής της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου , ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα δικαιώματα της Ι. Μονής ήταν κατά το νόμο απαράγραπτα. Για τον ίδιο αμέσως παραπάνω λόγο δεν είναι αντιφατική και η παραδοχή του Εφετείου ότι πριν το έτος 1989 ο εναγόμενος κατασκεύασε θαλάμους ορνιθοτροφείου σε κατοικία με ξύλινη στέγη, πρόσθετα κτίσματα, καθώς και υπόγεια δεξαμενή νερού από οπλισμένο σκυρόδεμα, συνέχισε να φυτεύει και να καλλιεργεί δέντρα, ενώ το έτος 1990, αφού έλαβε δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα και εκδόθηκε η .../1990 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, προέβη στην επισκευή της καταστραφείσας από πυρκαγιά οικίας, με το γεγονός, ότι παρά τα ως άνω η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι κατά το πιο πάνω διάστημα το επίδικο ακίνητο νεμόταν ο ΟΔΕΠ για λογαριασμό της Ι. Μονής. Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Επειδή, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε, όπως εκτιμάται, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ με το να απορρίψει τον ισχυρισμό τους, ότι ο δικαιοπάροχός τους Ι. Κ. απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, που έτρεξε από το 1958 μέχρι το 1980. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η αιτίαση αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού προαπαιτούμενη προϋπόθεση για την παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι να είχε αποκτήσει ο αρχικός δικαιοπάροχός τους κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία έως τις 11-9-1915, γεγονός το οποίο δεν δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνέβη και ως προς το οποίο, εξάλλου, δεν προσβάλλεται αυτή με τον παραπάνω λόγο. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πράγμα είναι και η κατά το άνω άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 88/1980). Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος προς θεμελίωση της ενστάσεώς του αυτής, τα οποία μαζί με εκείνα, που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Αλλά, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα άλλα επικληθέντα περιστατικά της ενστάσεως, όμως τα απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, που είχε προβάλλει ο αρχικός εναγόμενος και δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, απορρίφθηκε μεν με την πρωτόδικη απόφαση, η κατ' αυτής όμως ασκηθείσα αρχικά έφεση έγινε κατά τούτο δεκτή με την 8287/2003 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή. Στη συνέχεια η άνω εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε κατά το μέρος αυτό με την 289/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, γιατί περιείχε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και έγινε δεκτή η αγωγή. Οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην ήδη προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά, που πρωτοδίκως είχαν προβάλει για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και με την ασκηθείσα έφεσή τους είχαν επαναφέρει, ήτοι: α) ότι το επίδικο ακίνητο ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων καλλιεργήσιμη γη και ποτέ δεν υπήρξε δάσος, β) ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ποτέ δεν το επέβλεψε και δεν το εκμίσθωσε, γ) ότι το επίδικο είχε αρχήθεν μόνιμη περίφραξη λόγω της εκτροφής σ' αυτό ζώων και πουλερικών εκ μέρους των δικαιοπαρόχων τους και δη από τα χρόνια της Παλιγγενεσίας αμέσως μετά το 1821, δ) ότι οι επικληθείσες τρεις αιτήσεις των ετών 1965, 1972 και 1973 των αδελφών Κ. δεν έχουν την έννοια που τους απέδωσε η προσβαλλομένη απόφαση, ε) ότι η ένδικη αγωγή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την εκπεφρασμένη βούληση της ίδιας της αναιρεσίβλητης, που έχει περιληφθεί στο με αριθμό πρωτ. 1515/ Αριθμ. Διεκπ. 754/31-3-2000 Εγκύκλιο Σημείωμα της Ιεράς Συνόδου της αναιρεσίβλητης προς την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και όλες τις λοιπές Μητροπόλεις, για την οριστική επίλυση θεμάτων σχετικά με τη διεκδίκηση τμημάτων εκκλησιαστικών εκτάσεων, ώστε να μη δημιουργούνται κοινωνικά προβλήματα, στ) ότι σε κάθε περίπτωση με την υποβολή των τριών αιτήσεων οι αδελφοί Κ. αποσκοπούσαν στην εξαγορά και επί πλέον εκτάσεως από εκείνη που κατείχαν και νέμονταν πριν το έτος 1870, ώστε να είναι δυνατή η δανειοδότησή τους από Τράπεζα, ζ) ότι ποτέ η Ιερά Μονή δεν δήλωσε το επίδικο σαν δικό της, ποτέ δεν κατέβαλε κάποιο ποσό για εισφορά σε γη ή σε χρήμα, όταν τούτο εντάχθηκε το 1963 στο σχέδιο πόλης της Κηφισιάς και ότι στους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους αναγράφηκε ως ιδιοκτήτης - υπόχρεος για την καταβολή της αντίστοιχης εισφοράς ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Ι. Κ.ς, η) ότι στο επίδικο οι δικαιοπάροχοί τους ανοικοδόμησαν πριν το 1947 δύο οικίες, η μεγαλύτερη των οποίων καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την πυρκαϊά του 1981, θ) ότι η καταστραφείσα οικία ανοικοδομήθηκε απ' αρχής με ειδικό δάνειο προς τον πυροπαθή Ι. Κ., μετά την έκδοση της .../21-11-1990 άδειας της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, ι) ότι το επίδικο ακίνητο μετά το θάνατο του αρχικού εναγομένου δικαιοπαρόχου τους δηλώθηκε και καταβλήθηκε ο σχετικός φόρος και ια) ότι η αξία των οικιών και των φυτειών και των λοιπών εγκαταστάσεων με δικές τους δαπάνες για την αξιοποίηση του επιδίκου κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής είναι 15πλάσιας αξίας από την αξία που διεκδικεί η αναιρεσίβλητη. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους με στοιχία ζ' - ια' αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών με τα αναφερόμενα περιστατικά για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και δη, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Σ. Κ. μεταξύ των ετών 1938 έως 1940 κατέλαβε αυθαίρετα την προαναφερθείσα έκταση της Ιεράς Μονής, ότι τόσο ο ίδιος όσο και μετά το θάνατό του τα τέκνα του, μεταξύ των οποίων και ο αρχικός εναγόμενος, συνέχισαν να το αξιοποιούν, κατασκευάζοντας θαλάμους ορνιθοτροφείου σε κατοικία με ξύλινη στέγη, πρόσθετα κτίσματα, καθώς και υπόγεια δεξαμενή νερού από οπλισμένο σκυρόδεμα, φυτεύοντας και καλλιεργώντας δέντρα, ενώ το έτος 1990, αφού έλαβε δάνειο από την Εμπορική Τράπεζα και εκδόθηκε οικοδομική άδεια, προέβη στην επισκευή της καταστραφείσας από πυρκαγιά οικίας, τους ισχυρισμούς δε αυτούς απέκρουσε ως αβάσιμους, καθόσον τους αντέκρουσε με τις αντίθετες παραδοχές, ότι ο αρχικός εναγόμενος και δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν κύριος του επιδίκου και ότι δεν μπορούσε να καταστεί κύριος αυτού, άρχισε, από κοινού με τους αδελφούς του, τη διαδικασία συμβιβαστικής εξαγοράς του επιδίκου και άλλης εκτάσεως, υποβάλλοντας κατά διαστήματα τρεις σχετικές αιτήσεις τα έτη 1965, 1972 και 1973 και ότι ουδόλως προέκυψε ποτέ οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς του εκάστοτε εκκλησιαστικού φορέα του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου, ότι δηλαδή κατά το διάστημα από το 1954 έως το 1992, που ασκήθηκε η αγωγή, εκδήλωσε τη βούλησή του, ότι απώλεσε τη κυριότητα και ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το επίδικο, ώστε να δικαιολογείται εύλογη πεποίθηση του εναγόμενου, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα αυτό, καθώς και ότι η όποια αδράνεια της αναιρεσίβλητης μπορεί να δικαιολογηθεί κατά ένα μέρος από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των άνω εκκλησιαστικών οργανισμών και την εκτεταμένη ευθύνη τους της εποπτείας της διάσπαρτης εκκλησιαστικής περιουσίας σε όλη τη χώρα, γεγονός πάντως που μαρτυρεί την εμμονή τους στην άσκηση των δικαιωμάτων της Ι. Μονής. Επομένως, οι λόγοι αυτοί πρέπει κατά τούτο να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, τα λοιπά περιστατικά που εκτίθενται με στοιχεία α' έως στ' στον ίδιο λόγο αναιρέσεως συνιστούν αρνητικούς της ένδικης απαιτήσεως ισχυρισμούς και δεν καθιστούν το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την ενάσκηση του δικαιώματος, που αφορά την απαίτηση αυτή και επομένως κατά το σχετικό αυτό μέρος του ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, επίσης, οι αναιρεσείουσες με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τα περιστατικά, που παραδεκτά είχαν προτείνει με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου για την θεμελίωση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, ήτοι "ότι ο τότε εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης ΟΔΕΠ το έτος 1958 είχε πωλήσει το επίδικο μετά από δημοπρασία στον Συνεταιρισμό με την ονομασία "Το Άργενον" και μέχρι το έτος 1980 για την ιδιοκτησία του κτήματος βρισκόταν σε συνεχή αντιδικία ο Συνεταιρισμός με τον Δήμο Κηφισίας και μετά το 1980, οπότε ακυρώθηκε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ο ΟΔΕΠ, αφού επέστρεψε το τίμημα στον Συνεταιρισμό, παρέλαβε τότε και πάλι την διοίκηση και διαχείριση του κτήματος". Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω περιστατικά και τον ισχυρισμό αυτό απέκρουσε ως αβάσιμο, όπως και τους σχετικώς προαναφερθέντες, καθόσον τον αντέκρουσε με τις αντίθετες παραδοχές, ότι ουδόλως προέκυψε ποτέ οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς του εκάστοτε εκκλησιαστικού φορέα του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου, ότι δηλαδή κατά το διάστημα από το 1954 έως το 1992, που ασκήθηκε η αγωγή, εκδήλωσε τη βούλησή του, ότι απώλεσε τη κυριότητα και ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το επίδικο, ώστε να δικαιολογείται εύλογη πεποίθηση του αρχικού εναγομένου, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα αυτό, καθώς και ότι η όποια αδράνεια της αναιρεσίβλητης δικαιολογείται από το καθεστώς έννομης προστασίας της μοναστηριακής περιουσίας και από την έλλειψη εκ μέρους του αρχικού εναγομένου σαφούς εκδήλωσης της βούλησής του περί αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας της Ιεράς Μονής. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, "ότι ο αρχικός εναγόμενος μαζί με τους δύο αδελφούς του άρχισαν από το 1965 και συνέχισαν το 1972 και 1973 με τις προαναφερθείσες τρεις επιστολές τους τη διαδικασία συμβιβαστικής εξαγοράς του επιδίκου και άλλης εκτάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. δ/τος 3606/1956, η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω αδυναμίας των συμβαλλομένων μερών να καταλήξουν στις διαστάσεις της υπό διαπραγμάτευση έκτασης και στην αξία εκποιήσεως και ότι οι αδελφοί Κ. ενημερώνονταν από τον ΟΔΕΠ μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για την αδυναμία αποκτήσεως κυριότητας σε μοναστηριακή ιδιοκτησία", έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού μετά την μεταβίβαση το 1958 του επιδίκου δεν υπήρχε θέμα διαπραγμάτευσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η άνω παραδοχή του Εφετείου δεν συνιστά λήψη υπόψη μη προταθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, αλλά επιχειρήματα πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης με τα προσόντα και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το κατωτέρω έγγραφο, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο έτσι κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, και από το οποίο αποδεικνυόταν, ότι ο δικαιοπάροχός τους έγινε κύριος της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία που έτρεξε από το 1958 έως το 1980, ήτοι το .../27-9-1958 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Μητσοπούλου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, για να χρησιμοποιηθούν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από τα ληφθέντα υπόψη έγγραφα. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και όχι στο αιτιολογικό. Για να είναι δε ορισμένος ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο αναιρετήριο με ακρίβεια την αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, χωρίς όμως να προσδιορίζει με ακρίβεια τις αντιφάσεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-7-2010 αίτηση των Σ. χήρας Ι. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 5606/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ