Αριθμός 2263/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Ευσταθία Τσαούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Των αναιρεσιβλήτων: 1. της τελούσης υπό εκκαθάριση ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Σ... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ...και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και ..., 3. Ε. (Ε.) Κ. συζ. Κ. Μ., κατοίκου ... και ..., 4.της υπό εκκαθάριση τελούσας ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΚΑΔΙΑ ΛΑΙΝΣ" (ARKADIA LINES), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5. Μ. Π. του Ι., κατοίκου ... και 6. Α. Τ., κατοίκου ... . Οι πρώτη, δεύτερος, τρίτη, πέμπτος και έκτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι, η τέταρτη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1495/1999 προδικαστική, 4797/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 543/2008 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πέμπτου, έκτου και εβδόμου λόγων της από 13.2.2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 543/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά κατά το εις το σκεπτικό μέρος της, που αφορά τους πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων, την απόρριψη δε της αίτησης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο η τέταρτη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση εταιρία ΑΡΚΑΔΙΑ ΛΑΙΝΣ. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης 4652β/9.3.2010 και 4662β/9.3.2010 της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ... επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εκκαθαριστές της εν λόγω εταιρίας Ν. Γ. και Χ. Χ., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την 7.2.2011, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρχικά, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους, για τη δικάσιμο της 20.2.2012 και στη συνέχεια, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.3.2013). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της εν λόγω αναιρεσίβλητης (576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξάλλου, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που αφορά τις άλλες αιτιολογίες απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, με το ν.1923/1991 κυρώθηκε και από την Ελλάδα η από 19.11.1976 Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου "για τον περιορισμό της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις", η οποία αποτελεί από την 1.11.1991 αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου (άρθ. 28§ 1 του Συντάγματος). Με τη Σύμβαση αυτή εισήχθη σύστημα περιορισμού της ευθύνης του πλοιοκτήτη εφοπλιστή, διαχειριστή, ναυλωτή θαλασσοπλοούντος πλοίου σε ορισμένο ποσό, το οποίο (σύστημα) διαφέρει εκείνου των άρθρων 84 επ. του ΚΙΝΔ. Από τις διατάξεις του άρθρου 15 συνάγεται ότι η εν λόγω Σύμβαση εφαρμόζεται ευθέως όχι μόνο σε διεθνείς, αλλά και σε εσωτερικές έννομες σχέσεις, για τις οποίες η Ελλάδα δεν έκανε χρήση, ούτε κατά την κύρωση της Σύμβασης αυτής ούτε μεταγενέστερα, της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας προς εξαίρεση τους, ενώ η διάταξη του άρθρου 77§6α του ν. 1892/1990 που ορίζει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και η έκταση περιορισμού της ευθύνης ή της οφειλής του πλοιοκτήτη ρυθμίζονται από το δίκαιο της Πολιτείας, την σημαία της οποίας φέρει το πλοίο, θεωρείται σιωπηρώς καταργηθείσα. Ο περιορισμός της ευθύνης, ενόψει του ότι από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Σύμβασης, δεν αποκλείονται τα χρησιμοποιούμενα για κρατικούς σκοπούς πλοία, ισχύει και απέναντι στο Δημόσιο, όταν αυτό είναι φορέας ναυτικής απαίτησης υποκείμενης σε περιορισμό, αφού ο δικαιολογητικός λόγος περιορισμού της ευθύνης υφίσταται για την απαίτηση ανεξαρτήτως φορέα αυτής. Εξάλλου, εφόσον η Σύμβαση εισάγει απλώς περιορισμό της ευθύνης υπέρ ορισμένων προσώπων και απαιτήσεων και δεν ρυθμίζει το νόμιμο λόγο ευθύνης των προσώπων και τις προϋποθέσεις γένεσης των αντίστοιχων απαιτήσεων, για τον καθορισμό των προϋποθέσεων της ευθύνης των προσώπων, που έχουν δικαίωμα να περιορίσουν την ευθύνη τους, βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις του ΚΙΝΔ. Ειδικότερα, για τον προσδιορισμό του νόμιμου λόγου ευθύνης του πλοιοκτήτη λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 84 ΚΙΝΔ, για την ευθύνη του εφοπλιστή η έννομη σχέση που αποτελεί το γενεσιουργό λόγο του εφοπλισμού και για την ευθύνη του κυρίου του πλοίου η διάταξη του άρθρ 106§2 ΚΙΝΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 4 και 5, 2 παρ. 1 εδ. α' και ε', 6, 7 και 11 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης, στην έννοια του οποίου εντάσσονται ο εφοπλιστής, ο κύριος, ο ναυλωτής και ο διαχειριστής θαλασσοπλοούντος πλοίου, καθώς και τα πρόσωπα, για τις πράξεις ή παραλείψεις των οποίων είναι υπεύθυνος ο πλοιοκτήτης, μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη τους, μεταξύ άλλων, και για απαιτήσεις που γεννήθηκαν από σύγκρουση του πλοίου τους με άλλο πλοίο και συνδέονται αιτιωδώς με απώλεια ζωής ή σωματικές βλάβες και με απώλεια ή ζημιές του τελευταίου πλοίου και του φορτίου του, καθώς και με την ανέλκυση, μετακίνηση, καταστροφή ή εξουδετέρωση επιβλαβών συνεπειών του βυθισθέντος, ναυαγήσαντος κλπ. πλοίου και ότι για τον περιορισμό αυτό μπορούν τα προαναφερόμενα πρόσωπα να συστήσουν κεφάλαιο στο δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος, στο οποίο εισάγονται δικαστικές διαδικασίες αναφορικά με τις απαιτήσεις που υπόκεινται σε περιορισμό, ότι το κεφάλαιο αυτό θα πρέπει να καλύπτει το σύνολο των προσδιοριζόμενων από τα άρθρα 6 και 7 ποσών με τους αναλογούντες τόκους και μπορεί να συσταθεί είτε με κατάθεση του ποσού είτε με παροχή εγγύησης αποδεκτής από τη νομοθεσία του κράτους-μέλους, στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο, η οποία θεωρείται επαρκής από το Δικαστήριο ή την άλλη αρμόδια αρχή. Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6, 7, 8 και 11 της εν λόγω Σύμβασης συνάγεται ότι το ακριβές ύψος του κεφαλαίου, το οποίο προτίθεται να συστήσει ο πλοιοκτήτης, που θέλει να ασκήσει το παρεχόμενο από τη Σύμβαση αυτή δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης του για απαιτήσεις δεκτικές περιορισμού, είναι δεδομένο από την ιδία τη Σύμβαση, στην οποία περιέχονται με λεπτομέρεια όλα τα στοιχεία αντικειμενικού προσδιορισμού του, από τα οποία και προκύπτει αυτό, ως αποτέλεσμα μαθηματικών υπολογισμών. Έτσι, δεν χρειάζεται παρέμβαση του Δικαστηρίου για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό του ύψους του εν λόγω κεφαλαίου και γι' αυτό δεν αφήνονται από τη Σύμβαση περιθώρια για τέτοια παρέμβαση. Παρέμβαση του Δικαστηρίου επιφυλάσσεται στην προβλεπομένη διαζευκτικά από την παραγρ. 2 του άρθρου 11 της Σύμβασης περίπτωση της σύστασης του κεφαλαίου περιορισμού με την παροχή εγγύησης, αφού για να συσταθεί με τον τρόπο αυτό το κεφάλαιο είναι αναγκαίο να εμφιλοχωρήσει δικαστική κρίση αναφορικά με το είδος της εγγύησης και την επάρκεια της να εξασφαλίσει τις κρίσιμες απαιτήσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας του κράτους-μέλους, στο οποίο πρόκειται να συσταθεί το κεφάλαιο. Ενόψει δε του άρθρου 14 της Σύμβασης, το οποίο παραπέμπει στη νομοθεσία του κράτους-μέλους, στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο, στην Ελλάδα το ζήτημα της εγγύησης που θα παρασχεθεί για τη σύσταση του κεφαλαίου θα κριθεί από το κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο με βάση τα άρθρα 705, 162, 164 και 165 ΚΠολΔ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ (αρθρ. 91 ΚΙΝΔ). Η εκδιδομένη απόφαση, εφόσον με αυτή τέμνεται οριστικά η υπόθεση, μπορεί να προσβληθεί με έφεση, η οποία εκδικάζεται επίσης κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 14 της Σύμβασης, το οποίο για τη σύσταση και τη διανομή του κεφαλαίου και τη σχετική διαδικασία παραπέμπει επίσης στη νομοθεσία του κράτους-μέλους, στο οποίο συνιστάται το κεφάλαιο, θα τύχουν σχετικώς εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 90-104 του ΚΙΝΔ. Συνεπώς, για τη σύσταση κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης στην Ελλάδα απαιτείται σχετική δήλωση του υπόχρεου ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα Πρωτοδικών, στην οποία προσαρτώνται τα αποδεικτικά δημόσιας κατάθεσης του προβλεπόμενου ποσού ή της εγγύησης που ορίστηκε από το αρμόδιο δικαστήριο, από το χρονικό δε αυτό σημείο επέρχονται τα αποτελέσματα της σύστασης του κεφαλαίου, ιδιαιτέρως δε η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 13 §1 της Σύμβασης, με την οποία ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που έχει εγείρει απαίτηση έναντι του κεφαλαίου δεν επιτρέπεται να ασκήσει άλλα δικαιώματα σχετικά με την απαίτηση αυτή σε άλλα περιουσιακά στοιχεία προσώπου από το οποίο ή για λογαριασμό του οποίου έχει συσταθεί το κεφάλαιο, προκύπτει ότι επέρχεται, όχι αναστολή απλώς της άσκησης των κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ ατομικών διώξεων, όπως στην πτώχευση, αλλά οριστική στέρηση του δικαιώματος των δανειστών για την άσκηση των ατομικών διώξεων τους και κατά της υπόλοιπης περιουσίας του συστήσαντος το κεφάλαιο, από το οποίο και μόνο ικανοποιούνται και στο βαθμό που αυτό επαρκεί, ενώ το μη ικανοποιηθέν υπόλοιπο από το κεφάλαιο ποσό των απαιτήσεων αποσβέννυται οριστικά (ΑΠ 1402/2007, 1189/2007). Στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας ακολουθεί ο διορισμός εισηγητή δικαστή και εκκαθαριστή, η αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών και στη συνέχεια πρόσκληση εκ μέρους του εκκαθαριστή προς τον περιορίσαντα την ευθύνη του και τους αναγγελθέντες δανειστές σε συνέλευση προκειμένου να γίνει η επαλήθευση των απαιτήσεων (άρθ. 92, 93, 96, 97, 98 ΚΙΝΔ). Κατά την συνέλευση αυτή οποιοσδήποτε από τους νομίμως παριστάμενους μπορεί να προβάλει αμφισβητήσεις (αντιρρήσεις) κατά της παραδοχής εξελεγχόμενης απαίτησης, οι αντιρρήσεις δε αυτές ως και οι τυχόν εγερθείσες κατά των εισηγήσεων του εκκαθαριστή εκδικάζονται με επιμέλεια του εκκαθαριστή κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου, όπου συνεστήθη το κεφάλαιο (αρθ. 99 ΚΙΝΔ, 3 ΕισΝ ΚΠολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 100 ΚΙΝΔ, όταν επέλθει η συμφωνία κατά την επαλήθευση, όπως και μετά την τελεσιδικία της απόφασης επί των προβληθεισών αντιρρήσεων, ο εισηγητής καταρτίζει τον πίνακα της τελικής διανομής, την οποία ενεργεί αμέσως ο εκκαθαριστής, αποδίδοντας το τυχόν υπόλοιπο στον συστήσαντα. το κεφαλαίο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 543/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, που αφορούν τους εδώ ερευνώμενους τέσσερις πρώτους αναιρετικούς λόγους: "Την 4-11-1996 και περί ώρα 18:36 το υπό Ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "Σ...", πλοιοκτησίας της πρώτης των εφεσιβλήτων-εναγομένων, ενώ έπλεε στην θαλάσσια περιοχή "Αυλάκια" της νήσου Σάμου συγκρούστηκε με την πυραυλάκατο (ΤΠΚ) "Κ..." του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, ανήκουσα κατά κυριότητα στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να βυθιστεί το ως άνω πολεμικό πλοίο, παράσυραν στο βυθό τέσσερα από τα μέλη του πληρώματος του. Το Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδοντας τη σύγκρουση στην αποκλειστική υπαιτιότητα της πλοιοκτήτριας εταιρείας και των υπ' αυτής προστηθέντων πλοιάρχου Μ. Π. και υποπλοιάρχου Α. Τ., με την από 20-2-1997 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησε την παροχή εγγυοδοσίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης συντηρητική κατάσχεση κάθε περιουσίας των καθ' ων και του επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου, προς εξασφάλιση απαίτησης του αποζημιώσεως, ανερχομένης, κατά τους ισχυρισμούς του, στο ποσό των 15,52 δισεκατομμυρίων δραχμών. Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ 3421/1997 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι καθ' ων να παράσχουν στο Ελληνικό Δημόσιο εγγυοδοσία ύψους 7.000.000.000 δρχ. προς εξασφάλιση ισόποσης απαίτησης τούτου. Με την από 15-5-1997 αίτηση της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς η πλοιοκτήτρια του "Σ..." ζήτησε να της επιτραπεί η σύσταση κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης από τις σε βάρος της απαιτήσεις τρίτων, λόγω της προαναφερθείσας σύγκρουσης, κατά τις διατάξεις του ν. 1923/1991, κυρωτικού της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου του 1976, με την κατάθεση στο Γραμματέα του Δικαστηρίου εγγυητικής επιστολής αξιόχρεης Τράπεζας, επισύναψε δε την υπ' αριθ. 138/1997 έκθεση του Γραμματέα του ανωτέρω Δικαστηρίου περί καταθέσεως της υπ' αριθ Ρ-106470 εγγυητικής επιστολής της "BARCLAY'S ΒΑΝΚ" ποσού 340.202.616 δρχ., το οποίο εκάλυπτε το ποσό του υπό του νόμου προβλεπόμενου κεφαλαίου με τους νόμιμους τόκους από 4-11-1996. Με την υπ' αριθ 1180/1998 οριστική απόφαση του, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε τη δήλωση περιορισμού ευθύνης για το ως άνω ποσό, ακολούθως δε διόρισε ως εισηγητή τον πρωτοδίκη Πειραιώς Ευάγγελο Καρδαμάκη και ως εκκαθαριστή τον δικηγόρο Πειραιώς Γ. Α.. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε η από 14-4-1998 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1021/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε ότι στην επίδικη περίπτωση εφαρμόζονταν οι διατάξεις της Δ.Σ του Λονδίνου του 1976 και ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη σύσταση κεφαλαίου περιορισμού ευθύνης με την κατάθεση νομοτύπως εγγυητικής επιστολής του ως άνω ποσού, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την έφεση. Περαιτέρω, ο ως άνω διορισθείς εκκαθαριστής προέβη στις προβλεπόμενες από το άρθρο 93 ΚΙΝΔ ενέργειες, προσκαλέσας τους δανειστές να υποβάλουν δήλωση των απαιτήσεών τους εντός τριμήνου προθεσμίας. Επακολούθησε η συνέλευση των αναγγελθέντων δανειστών και συνετάγη προς τούτο το από 2-4-1999 πρακτικό, στο οποίο αναφέρονται οι αναγγελθείσες απαιτήσεις, ως και η απόφαση του εκκαθαριστή για την επαλήθευση κάθε απαίτησης και ο συνταγείς πίνακας. Επί των ασκηθεισών αντιρρήσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ 2990/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία μεταρρυθμίστηκε ο ανωτέρω πίνακας και η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου επαληθεύθηκε για το ποσό των 6.899.477.362,5 δρχ.". Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο, μετά τις προαναφερθείσες παραδοχές του, και τα εξής: "Α) Στο μεταξύ το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 30-6-1997 (ένδικη) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η συνεκκαλουμένη υπ' αριθ 1495/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ταξασα τα εν αυτή συμφώνως προς τα προεκτεθέντα. Η απόφαση αυτή, καθ'ό μέρος αποφάνθηκε για τον περιορισμό της ευθύνης των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, υπό τις παροαναφερθείσες ιδιότητές τους, περιείχε οριστική διάταξη, εφόσον μετά την ειρημένη σύσταση κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης των ανωτέρω η αγωγή ετύγχανε απαράδεκτος ως προς αυτούς και ηδύνατο να προσβληθεί αυτοτελώς με έφεση. Από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής (16-3-1999) και μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης έφεσης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας και συνεπώς η έφεση αυτή, καθ' ό μέρος στρέφεται κατά των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων και καθ'ό μέρος προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1495/1999 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τυγχάνει απαράδεκτος προεχόντως, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Β) Εξάλλου, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η απόφαση αυτή ήταν προδικαστική και δεν ηδύνατο να προσβληθεί αυτοτελώς με έφεση και εντεύθεν ότι η κρινομένη έφεση ετύγχανε τυπικώς δεκτή ως προς τους ειρημένους εφεσίβλητους (εφόσον μαζί με την οριστική προσβαλλόταν και η προδικαστική απόφαση), τότε πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στον πρώτο λόγο της κρινομένης εφέσεως το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις της προαναφερθείσας Συμβάσεως του Λονδίνου, καθ'όσον οι δια της αγωγής προβληθείσες απαιτήσεις προέρχονταν από σύγκρουση πλοίων και δεν υπέκειντο σε περιορισμό κατά το άρθρο 2 της εν λόγω Συμβάσεως. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος, τουλάχιστον ως προς την πρώτη των εφεσίβλητων, εφ' όσον προσκρούει στο δεδικασμένο, το δημιουργηθέν με την έκδοση της υπ' αριθ. 1021/1998 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, επιληφθέν κατόπιν ασκηθείσας έφεσης, αποφάνθηκε περί της νομίμου συστάσεως κεφαλαίου περιορισμού ευθύνης με την παροχή εγγυήσεως συμφώνως προς τις διατάξεις του κυρωτικού της ανωτέρω Δ. Συμβάσεως νόμου. Γ) Εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτώς προβλήθηκε, τότε τυγχάνει μη νόμιμος εφ' όσον, οι εκ συγκρούσεως πλοίων απορρέουσες επίδικες απαιτήσεις του εκκαλούντος υπόκεινται σε περιορισμό κατ' άρθρο 2 της Συμβάσεως, συμφώνως προς τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα υπό του εκκαλούντος στον πρώτο λόγο της εφέσεως του τυγχάνουν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Με τους τέσσερις πρώτους λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 14 ο πρώτος, τον αριθ. 16 ο δεύτερος και τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι τρίτος και τέταρτος, προβάλλονται αντίστοιχα οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο: 1) παρά το νόμο κήρυξε, ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους, με τη σκέψη ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση τριετίας από τη δημοσίευση της συνεκκληθείσας υπ' αριθ. 1495/1999 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι καθόσον αφορά τους τότε τέσσερις πρώτους εφεσίβλητους είχε "διακοπεί" η δίκη με οριστική αυτοτελή διάταξη, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων της κυρωθείσας με το ν. 1923/1991 Διεθνούς Σύμβασης, ενώ δεν έτρεχε καμιά προθεσμία σε βάρος του (πρώτος λόγος), 2) παραβίασε, α) τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο, με την παραδοχή ότι από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 1021/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που δέχθηκε τη δήλωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για τον περιορισμό της ευθύνης τους κατά τις διατάξεις της ίδιας Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου, δημιουργήθηκε δεδικασμένο ως προς την ίδια διάδικο για την υπαγωγή της στο ρυθμιστικό καθεστώς της ίδιας Σύμβασης, μολονότι η απόφαση αυτή που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν παρήγαγε δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά και β) τη διάταξη ακόμη του άρθρου 325 ΚΠολΔ για τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος λόγος έφεσης είναι απαράδεκτος, λόγω δεδικασμένου, "τουλάχιστον" ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και έμμεσα ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους (δεύτερος λόγος), 3) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ρυθμιστικές διατάξεις της ίδιας Διεθνούς Σύμβασης, με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, μολονότι δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, γιατί αυτή αναφέρεται στην εσωτερική ναυσιπλοΐα και σε ζημιές από σύγκρουση πλοίων και βύθιση του ενός από αυτά, που ήταν πολεμικό και ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο (τρίτος λόγος), 4) με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για τη μη εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου και για την παρά το νόμο απόρριψη της έφεσής του, ως απαράδεκτης, και τη λήψη υπόψη δεδικασμένου (τέταρτος λόγος). Το Εφετείο, με το να κρίνει με την πιο πάνω με στοιχείο (Γ) επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (που οδήγησε αιτιωδώς στην απόρριψη κατ' ουσίαν του πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος που υποστήριζε τα αντίθετα) ότι τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, τα οποία αναφέρονται σε ζημιές σε βάρος πραγμάτων και απώλειες ανθρώπων, που προέκυψαν από σύγκρουση πλοίων, από τα οποία το ένα ανήκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ήταν πολεμικό, υπάγονται κατά τη νομική εκτίμηση τους στις προαναφερθείσες διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου, ορθά εφάρμοσε τις εν λόγω ουσιαστικές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης που ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέες. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, στηριζόμενα σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στηρίζουν, όπως προειπώθηκε, τους βασικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του κατά της προεκδοθείσας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους και ότι παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη ως δεσμευτικό δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1021/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η δήλωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για τον περιορισμό της ευθύνης της με τη σύσταση του ένδικου κεφαλαίου. Η πιο πάνω όμως με στοιχείο (Γ) επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της και επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κρίνονται αλυσιτελείς και απορριπτέοι. Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για τη μη εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου και για την παρά το νόμο απόρριψη της έφεσης του, ως απαράδεκτης, και τη λήψη υπόψη δεδικασμένου, κρίνεται απαράδεκτος, γιατί οι προσβαλλόμενες αναιρετικά παραδοχές του Εφετείου και οι αποδιδόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους. Με τη διάταξη του άρθρου 4 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου ορίζεται ότι "πρόσωπο που υπέχει ευθύνη δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του εάν αποδειχθεί ότι η απώλεια προήλθε από προσωπική του πράξη ή παράλειψη που έγινε με πρόθεση να προκληθεί αυτή η απώλεια ή επέδειξε αδιαφορία και με γνώση ότι μια τέτοια απώλεια θα επακολουθήσει πιθανώς". Από τη διάταξη αυτή, που, λόγω του υπερεθνικού χαρακτήρα της, ερμηνεύεται αυτόνομα με βάση το όλο κείμενο της Σύμβασης και τον επιδιωκόμενο από αυτήν σκοπό για τη διαμόρφωση ενός ομοιόμορφου διεθνώς δικαίου στις θαλάσσιες μεταφορές για τον περιορισμό της ευθύνης του πλοιοκτήτη για ναυτικές απαιτήσεις, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ρύθμιση της έκπτωσης από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης αυτής στην περίπτωση επίδειξης πταισματικής συμπεριφοράς, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σαφή και αναντίλεκτη διατύπωση της πιο πάνω διάταξης, επέρχεται πρωτίστως έκπτωση του δικαιούχου από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης του για τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 2 απαιτήσεις , όταν αυτός κατέτεινε με πρόθεση στην πρόκληση της ζημίας, δηλαδή επιδίωξε την πρόκληση αυτής. Ο δικαιούχος εκπίπτει ακόμη από το δικαίωμα του περιορισμού της ευθύνης του, όταν επέδειξε αδιαφορία και είχε επίγνωση της πιθανής επέλευσης της ζημίας. Το πρώτο στοιχείο της δεύτερης αυτής περίπτωσης έκπτωσης από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις, δηλαδή ότι ο δικαιούχος του περιορισμού επέδειξε αδιάφορη (απερίσκεπτη) συμπεριφορά (έτσι αποδίδεται στα ελληνικά ο όρος recklessly του ενσωματωμένου στον κυρωτικό νόμο 2923/1991 πρωτοτύπου στην αγγλική γλώσσα) υφίσταται, όταν ο δράστης, του οποίου η συμπεριφορά αποκλίνει σοβαρά από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου που ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό ή επιχειρηματικό κύκλο, δείχνει μια περιφρόνηση προς τα αγαθά των άλλων ανθρώπων, τα οποία τίθενται σε κίνδυνο εξαιτίας του. Το δεύτερο στοιχείο της γνώσης (πρόβλεψης) της πιθανής επέλευσης της ζημίας, συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει, δηλαδή προβλέπει την πιθανότητα επέλευσης της συγκεκριμένης ζημίας, χωρίς περαιτέρω να ενδιαφέρει αν αυτός αποδέχεται ή όχι το πιθανολογούμενο επιζήμιο αποτέλεσμα. Η σωρευτική συνδρομή των δύο προαναφερόμενων στοιχείων, δηλαδή τόσο της απερισκεψίας του δράστη, όσο και της γνώσης εκ μέρους αυτού της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας, το βάρος επίκλησης και απόδειξης των οποίων φέρει ο ζημιωθείς, είναι αναγκαία για να επέλθει η έκπτωση του ζημιώσαντος από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης του. Η εν λόγω δεύτερη περίπτωση έκπτωσης του δικαιούχου από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης του για τις προαναφερόμενες ναυτικές απαιτήσεις καταλαμβάνει συμπεριφορές που από τη σκοπιά του ελληνικού δικαίου εντάσσονται τόσο στον ενδεχόμενο δόλο, όσο και στη βαριά ενσυνείδητη αμέλεια. Ενόψει δε του ότι η πιο πάνω διάταξη της Διεθνούς Σύμβασης περιορίζεται στη συνείδηση εκ μέρους του ζημιώσαντος του κινδύνου επέλευσης της ζημίας, δηλαδή στη γνώση της πιθανότητας επέλευσης του συγκεκριμένου επιζήμιου αποτελέσματος και δεν εκτείνεται στο ζήτημα της αποδοχής της πιθανότητας αυτής, απαιτείται και αρκεί για την ευδοκίμηση της σχετικής ένστασης του ζημιωθέντος η επίκληση και απόδειξη της ύπαρξης στο πρόσωπο του δράστη αμέλειας που χαρακτηρίζεται ως βαριά με την έννοια ότι η συμπεριφορά (ενέργεια ή παράλειψη) του τελευταίου αποκλίνει σοβαρά από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου που ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό ή επιχειρηματικό κύκλο, και επιπλέον ως ενσυνείδητη με την έννοια ότι γνωρίζει (προβλέπει) την πιθανότητα επέλευσης της συγκεκριμένης ζημίας. Στην προκειμένη περίπτωση έγιναν δεκτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, και τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Το Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο "Σ..." απέπλευσε στις 4-11-1996 και περί ώρα 18.00 από το λιμένα ΒΑΘΥ της νήσου Σάμου για την εκτέλεση προγραμματισμένου πλου με τελικό προορισμό το λιμένα Πειραιώς και ενδιάμεσους κατάπλους στο λιμένα Καρλόβασι Σάμου και στη νήσο Ικαρία. Επί του πλοίου αυτού επέβαιναν 47 μέλη του πληρώματος και 71 επιβάτες. Οι φανοί ναυσιπλοΐας, οι συσκευές παραγωγής ηχητικών σημάτων και τα ναυτιλιακά όργανα λειτουργούσαν καλώς. Ο καιρός στην περιοχή βορείως της Σάμου ήταν σχεδόν αίθριος με νέφωση 2/8 και ο άνεμος ήταν βόρειας, βορειοδυτικής κατεύθυνσης με ένταση τριών περίπου βαθμών της κλίμακας Μποφώρ, υπήρχε ευθαλασσία, η διεύθυνση κυματισμού ήταν από Δ-ΔΒ και η ορατότητα 4-6 μίλια. Το Σ... βγήκε από το λιμάνι, έλαβε αρχική πορεία 310° και ανέπτυξε ταχύτητα 15 κόμβων με σταδιακή αύξηση στροφών των μηχανών, ως συνήθως. Στο θάλαμο διακυβέρνησης ("γέφυρα") του πλοίου ευρίσκοντο ο πλοίαρχος Μ. Π., ο ύπαρχος Α. Τ. (πέμπτος και έκτος των εφεσίβλητων αντιστοίχως) ο ναύτης πηδαλιούχος Χ. Γ. και ο ναύτης οπτήρας Κ. Μ.. Καθήκοντα αξιωματικού φυλακής εκτελούσε ο ανωτέρω ύπαρχος. Μετά παρέλευση 20 λεπτών περίπου ο τελευταίος αποχώρησε από τη "γέφυρα" προς εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας. Κατόπιν εντολών του πλοιάρχου το πλοίο άλλαζε βαθμηδόν πορεία, ενώ η απόσταση αυτού από την ξηρά παρηκολουθείτο με το αριστερό ραντάρ στην κλίμακα των δύο (2) μιλίων. Με αφορμή περιστατικό σύγκρουσης πλοίου με μικρό αλιευτικό σκάφος (βάρκα) συνεπεία του οποίου απώλεσε τη ζωή του ο αλιεύς, αλλά και λόγω της πιθανότητας να παρεμβληθούν στην πορεία του πλοίου άλλα μικρά σκάφη, παραγάδια ή άλλα εργαλεία αλιείας η προσοχή των ανωτέρω ήταν εστραμμένη στην παρατήρηση του ορίζοντα της πορείας του πλοίου, κυρίως δε δια γυμνών οφθαλμών, εφόσον το RADAR δεν μπορούσε να προσφέρει αξιόπιστες πληροφορίες με τέτοιου είδους (μικρού όγκου και αγωγιμότητας) αναζητούμενους στόχους. Λίγο πριν από την άκρα ΑΥΛΑΚΙΑ, ο ύπαρχος, ο οποίος άλλοτε παρατηρούσε τον ορίζοντα από τα παράθυρα της "γέφυρας" και άλλοτε ήλεγχε την οθόνη του ραντάρ για τον έλεγχο της ελάχιστης προσέγγισης των ακτών (closest point or approach) έθεσε τούτο στη κλίμακα των 4 μιλίων και άρχισε να παρατηρεί και αυτός τον ορίζοντα από τη "γέφυρα". Μετά την παράλλαξη της ως άνω άκρας και ενώ παρέπλεε την ξηρά σε απόσταση 5 σταδίων του μιλίου το πλοίο, κατόπιν εντολής του πλοιάρχου, άλλαξε σταδιακά πορεία από 2λ-295° σε 2λ 290°. Ξαφνικά ο πλοίαρχος διέκρινε έμπροσθεν του πλοίου κάποιον ακαθόριστο όγκο. Αμέσως φώναξε στον πλοίαρχο "όλο αριστερά" και χτύπησε με τον τηλέγραφο "κράτει τις μηχανές". Η μεσολαβούσα απόσταση ήτο 70 μέτρα περίπου και ο χρόνος ανταποκρίσεως για τη δοθείσα αλλαγή της πορείας του πλοίου ελάχιστος (9 δευτερόλεπτα περίπου). Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και έλαβε χώρα σε απόσταση τεσσάρων σταδίων από την ακτή. Ο προαναφερθείς ακαθόριστος όγκος με τον οποίο συγκρούσθηκε το Σ... ήταν το πολεμικό πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού ΤΠΚ Κ..., το οποίο συμμετείχε σε διεξαγόμενη άσκηση υπό την ονομασία ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ 1996 και από ώρας 14:00 είχε λάβει θέση αναμονής ("αγκιστρώθηκε") βορείως της άκρας ΑΥΛΑΚΙΑ και "περιπολούσε το στίγμα του" με μικροκινήσεις εκτός θαλάσσιου χώρου, τηρούμενο σε απόσταση 600-800 υάρδες από την ακτή. Σε λειτουργία βρισκόταν μία κυρία μηχανή εκ περιτροπής με δυνατότητα άμεσου χειρισμού από τα τηλεχειριστήρια γέφυρας, ενώ οι λοιπές κύριες μηχανές ήταν σε προθέρμανση με δυνατότητα άμεσης εκκίνησης από το μηχανοστάσιο. Μετά την δύση του ηλίου (17:19) και συμφώνως προς τα καθοριζόμενα στη διαταγή ασκήσεως, στο ΤΠΚ Κ... έγινε πλήρης συσκότιση, η οποία συνεπαγόταν και τη μη αφή των πλοϊκών φώτων. Περί ώρα 18:10 ο υπεύθυνος αξιωματικός φυλακής γέφυρας εκτελούσε οπτική παρατήρηση από την εξωτερική γέφυρα. Το Σ... εντοπίσθηκε και οπτικώς διότι ήταν ολόφωτο. Η οπτική αυτή επιτήρηση συνεχίσθηκε και με τη βοήθεια του Κέντρου Πληροφοριών Μάχης υπολογίσθηκε η πορεία και η ταχύτητά του. Ο ανωτέρω αξιωματικός υπολόγισε επίσης με τον κώδικα παραλληλισμού του ραντάρ την πλησιέστερη απόσταση που θα διερχόταν το Σ... από το Κ... και εδραίωσε την βεβαιότητα του ότι αυτό θα διερχόταν καθαρά (σε ασφαλή απόσταση) πρώρα και από δεξιά, δηλαδή βορειότερα από την θέση του πολεμικού προς το μέρος της ανοικτής θάλασσας. Έχοντας αυτή τη βεβαιότητα μπήκε στην εσωτερική γέφυρα, διακόψας τη συνέχεια της οπτικής παρατήρησης του Σ..., προκειμένου να ελέγξει με το ραντάρ την θέση του ιδικού του πλοίου από την ακτή προς την οποία εξέπιπτε λόγω διευθύνσεως και εντάσεως κυματισμού και ανέμου. Μετά από λίγο κοίταξε από τη δεξιά πλευρά για να ελέγξει εάν είχε εμφανιστεί το Σ... στο οπτικό πεδίο του δεξιού παραθύρου της γέφυρας του πλοίου του, αλλά δεν το είδε προδήλως λόγω της σχετικής θέσεως του πολεμικού ως προς το ίχνος προχωρήσεως του επερχομένου Σ... και δεν προέβη σε περαιτέρω κίνηση ως προς αυτό, έχοντας εστιασμένη την προσοχή του στην, εξακρίβωση της θέσεως του πλοίου του από την ακτή. Εν συνεχεία διέταξε πρόσω την υπ' αριθ. 3 κύρια μηχανή και 20° αριστερά το πηδάλιο, προκείμενου να διορθώσει την αναπλήρωση του από 330° σε 280°, λόγω του διατοιχισμού. Μετά παρέλευση 10 ως 12 δευτερολέπτων, από τότε που δόθηκε η ανωτέρω διαταγή το Σ... επέπεσε στη δεξιά πλευρά του Κ... και μάλιστα βύθισε με την πρώρα του το δεξιό ισχύον του Κ... μεταξύ των νομέων 9 και 10, στην περιοχή του διαμερίσματος των πρυμναίων ενδιαιτήσεων. Μέχρι να μηδενιστεί η κινητική του ενέργεια, λόγω αδρανείας, μετά το ΚΡΑΤΕΙ των μηχανών του το Σ... παρέσυρε το Κ... σε ικανή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως μέχρις ότου αμφότερα ακινητήσουν. ΤΟ ΤΠΚ Κ... βυθίστηκε λόγω απώλειας πλευστότητας, δηλαδή απώλειας επαρκούς αντώσεως. Η απώλεια αντώσεως οφειλόταν στην κατάκλιση των στεγανών διαμερισμάτων του πλοίου. Αμέσως μετά τη σύγκρουση και λόγω των προκληθέντων ρηγμάτων και της καταστροφής της φράκτης Νο 12, τα ύδατα κατέκλυσαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τα στεγανά διαμερίσματα του χώρου πρυμναίων ενδιαιτήσεων (μεταξύ στεγανών φρακτών στους νομείς 6 και 12) και πρυμναίου μηχανοστασίου (μεταξύ στεγανών φρακτών στους νομείς 12 και 19,5). Εξαιτίας του γεγονότος ότι η στεγανή θύρα μεταξύ πρωραίου και πρυμναίου μηχανοστασίου ήταν ανοικτή ή σε κάθε περίπτωση μη στεγανώς κλειστή, τα ύδατα κατέκλυσαν σταδιακώς και το πρωραίο μηχανοστάσιο. Το πλοίο βυθίστηκε μετά παρέλευση 15 έως 16 λεπτών από τη στιγμή της συγκρούσεως και επομένως τεκμαίρεται ότι υπήρξε εισροή υδάτων πλέον των προαναφερθέντων και σε ένα από τα δύο στεγανά διαμερίσματα, τα οποία είναι, προς την πρύμνη, η πρυμναία αναχωρηγία και προς την πρώρα ο βοηθητικός χώρος πρώραθεν του πρυμναίου μηχανοστασίου, ή σε αμφότερα συγχρόνως...Κατά την εκτέλεση του δρομολογίου του Σ... εχρησιμοποιείτο ο κατηργημένος χάρτης ΥΒΝ 3446, πλην το γεγονός αυτό δεν συνδεόταν αιτιωδώς προς το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει και για την έλλειψη προετοιμασίας και χάραξη του πλου επί του χάρτου. Ο πλοίαρχος και ο ύπαρχος εκτελούσαν την εν λόγω πορεία επί 18 έτη και είχον σαφή γνώση των λεπτομερειών του πλου. Έτσι και την 4-11-1996 ακολουθήθηκε η συνήθης πορεία, η δοκιμασμένη ως ασφαλέστερη και ταχύτερη, από την οποία ουδόλως παρεξέκλινε το Σ..., κατευθυνόμενο από το Βαθύ προς το Καρλόβασι. Δεν έγινε ουσιαστική παρέκκλιση (προς την ακτογραμμή) από την πορεία του, ενώ η παράλειψη σημειώσεως επί χάρτου του στίγματος θέσεως του πλοίου ανά τακτά χρονικά διαστήματα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία. Η χρησιμοποίηση των ευρισκομένων στην γέφυρα διοφθάλμων, έστω και μετρίας εστιακής ικανότητας, θα συνέβαλε στον εντοπισμό του Κ..., έστω και σε μικρότερη απόσταση, μόνον εφόσον το πλοίο τούτο ήταν διακριτό, πράγμα που δεν συνέβαινε. Τη διεύθυνση του πλοίου και τη γενική εποπτεία ασκούσε ο ύπαρχος Τ., ενώ ο πλοίαρχος Π. παρέμενε στην γέφυρα και μέσω των υαλοπινάκων ασκούσε οπτική επιτήρηση του έμπροσθεν της πρώρας του πλοίου θαλάσσιου χώρου. Η ταχύτητα των 15 ναυτικών μιλίων περίπου με την οποία εκινείτο το Σ... ήταν η ενδεδειγμένη προκειμένου να τηρηθούν, βάσει της διανυομένης αποστάσεως, οι καθορισμένοι για τα εγκεκριμένα τακτικά δρομολόγια χρόνοι απόπλου και κατάπλου στους διάφορους λιμένες, ενώ κατά την ώρα του συμβάντος δεν συνέτρεχε κάποιος από τους παράγοντες, οι οποίοι επιβάλλουν τον περιορισμό της ταχύτητας. Τα μικρά ξύλινα αλιευτικά σκάφη γίνονταν αντιληπτά με οπτική παρατήρηση και η ταχύτητα του πλοίου επέτρεπε την έγκαιρη αποφυγή τους. Η διεξαγωγή της διακλαδικής ασκήσεως "ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ" ελάμβανε χώραν επί πέντε (5) ημέρες σε όλη την επικράτεια. Ληφθέν σήμα αφορούσε την εκτέλεση πυρών στη θαλάσσια περιοχή νοτίως της Σάμου, εντεύθεν κρίνεται ότι δεν υπήρχε γνώση των αξιωματικών του Σ... για την ύπαρξη θαλάσσιου κινδύνου στην περιοχή όπου εκινείτο το πλοίο στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δεν υπήρξε αιφνιδιαστική αλλαγή πορείας του Σ..., και μάλιστα αιφνιδιαστική στροφή προς τα αριστερά προ της συγκρούσεως. Αυτό, όπως προελέχθη, έστρεφε σταδιακώς αριστερά, ώστε να κατευθυνθεί προς τον επόμενο λιμένα προσεγγίσεως, το Καρλόβασι, ενώ δεν ήταν νοητή η εκ μέρους του Σ... εκτέλεση ηχητικών και φωτεινών σημάτων, δια των οποίων να ειδοποιεί για την αλλαγή πορείας του, εφόσον δεν ήταν γνωστή η παρουσία του Κ.... Η ορθή και συνεχής χρήση του ραντάρ από τον προαναφερθέντα αξιωματικό φυλακής μπορούσε να καταστήσει γνωστή την ύπαρξη του πολεμικού πλοίου, πλην ενόψει των προαναφερθεισών συνθηκών, οι οποίες επέβαλλαν την οπτική παρατήρηση, κρίνεται ότι μια τέτοια (συνεχής) χρήση δεν ήταν αναγκαία. Πάντως η ανωτέρω παράλειψη δεν μπορεί να αποδοθεί σε βαριά αμέλεια των ανωτέρω εφεσίβλητων. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι λόγω της συγκρούσεως είχε προκληθεί βίαιη καταβύθιση και διατήρηση του μισού κύριου καταστρώματος του Κ... υπό την επιφάνεια της θάλασσας και ότι ο εφεσίβλητος πλοίαρχος παρέλειψε να εκτελέσει χειρισμό "ΑΝΑΠΟΔΑ", ο οποίος θα είχε ως αποτέλεσμα τον αποχωρισμό των πλοίων και την αποφυγή βυθίσεως του πολεμικού, άλλως την καθυστέρηση αυτής. Ενόψει των υφισταμένων συνθηκών κρίνεται ότι ο πλοίαρχος του Σ... ενήργησε συμφώνως προς καθιερωμένους κανόνες ναυτιλιακής τέχνης και πρακτικής. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται ότι οι πέμπτος και έκτος των εφεσίβλητων, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες του πλοιάρχου και του υπάρχου, ενήργησαν απερισκέπτως, ότι επέδειξαν δηλαδή μία επιπόλαια (παράτολμη) συμπεριφορά, η οποία απέκλινε σοβαρώς από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου, ο οποίος ανήκει στον ίδιο επαγγελματικό χώρο. Επί πλέον δεν αποδείχθηκε ότι ούτοι ενήργησαν επιδείξαντες περιφρόνηση προς τα αγαθά των άλλων ανθρώπων και ότι έπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν αποδεχόμενοι τη δυνατότητα ότι θα πραγματωνόταν με πιθανότητα ο κίνδυνος συγκρούσεως με το συγκεκριμένο πολεμικό πλοίο. Και είναι αληθές ότι για την επελθούσα σύγκρουση και τις εντεύθεν προκληθείσες ζημίες βαρύνονται πέρα από την υπαιτιότητα των αξιωματικών του πολεμικού πλοίου και οι ειρημένοι, ο μεν πλοίαρχος, ευρισκόμενος να εκτελεί ενεργό υπηρεσία, ο δε ύπαρχος, ως αξιωματικός φυλακής (κυρίως λόγω της παραλείψεως επισταμένης παρακολουθήσεως του ραντάρ ώστε να αντιληφθούν το ακινητοποιημένο και άνευ πλοϊκών φώτων πολεμικό), πλην η συμπεριφορά τους αυτή, ενόψει των κρατουσών συνθηκών κατά το συγκεκριμένο πλου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απερίσκεπτη, υπό την αναπτυχθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αλλά ως τείνουσα να φέρει τα στοιχεία της ελαφράς αμέλειας. Συνεπώς δεν αποδείχθηκαν οι υπό του νόμου τασσόμενες προϋποθέσεις για την άρση του ευεργετήματος του περιορισμού ευθύνης, του οποίου έκαναν χρήση και οι ειρημένοι εφεσίβλητοι με τη σύσταση χρηματικού κεφαλαίου, συμφώνως προς τα προλεχθέντα". Με τους πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απέρριψε με πλημμελείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες το δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο αυτό ισχυρίστηκε ότι οι πέμπτος και έκτος από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους (πλοίαρχος και ύπαρχος του πλοίου Σ...) έχουν εκπέσει από το ευεργέτημα του περιορισμού της ευθύνης τους από το ένδικο ναυτικό ατύχημα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του προαναφερόμενου άρθρου 4 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου, δεχόμενο (το Εφετείο) α) ότι η παράλειψη των εν λόγω εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να παρακολουθούν το ραντάρ του πλοίου τους δεν εντάσσεται στην έννοια της βαριάς αμέλειας, μολονότι και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μια τέτοια παράλειψη συνιστά βαριά αμέλεια αυτών (πέμπτος λόγος), β) ότι η συνεχής χρήση του ραντάρ δεν ήταν αναγκαία με την αντιφατική αιτιολογία ότι γινόταν οπτική παρατήρηση για την αποφυγή μικρών σκαφών, παραγαδιών και άλλων εργαλείων αλιείας, που αποτελεί σαφώς μικρότερης σπουδαιότητας κίνδυνο από την επίμαχη σύγκρουση (έκτος λόγος) και γ) ότι η παράλειψη επισταμένης παρακολούθησης εκ μέρους των πιο πάνω εναγομένων του ραντάρ του πλοίου τους τείνει να φέρει τα στοιχεία ελαφράς αμέλειας, αιτιολογία όμως που είναι ασαφής και κλονίζει το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (έβδομος λόγος). Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αλυσιτελείς. Ειδικότερα, η επικαλούμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα της επίδειξης ή μη εκ μέρους των δύο τελευταίων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων βαριάς αμέλειας, δεν ασκεί αυτοτελώς ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης αυτής, αφού, και με την προβαλλόμενη εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκδοχή ότι η αμέλεια των προαναφερόμενων προσώπων υπήρξε βαριά, δεν επέρχεται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, έκπτωση αυτών από το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης τους για τις ζημιές από το ένδικο ναυτικό ατύχημα, διότι, υπό την εκδοχή αυτή, γίνεται δεκτό ότι αυτοί επέδειξαν απερίσκεπτη συμπεριφορά, με την έννοια που προεκτέθηκε, όχι όμως και ότι γνώριζαν (προέβλεπαν) την πιθανότητα επέλευσης της συγκεκριμένης ζημίας, δηλαδή ότι η αμέλεια τους ήταν ενσυνείδητη, στοιχείο το οποίο, όπως προεκτέθηκε, πρέπει σωρευτικά να συντρέχει για να επέλθει έκπτωση από το δικαίωμα περιορισμού της προαναφερόμενης ευθύνης και το οποίο όμως δεν επικαλείται το αναιρεσείον στο αναιρετήριο με τους λόγους αυτούς αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση, από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου συνάγεται με σαφήνεια και πληρότητα η κρίση αυτού ότι δεν συνέτρεξε γνώση (πρόβλεψη) εκ μέρους των δύο τελευταίων εναγομένων της πιθανότητας επέλευσης της ένδικης ζημίας, δηλαδή ότι η αμέλεια αυτών δεν ήταν ενσυνείδητη. Επομένως πρέπει να απορριφθούν και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε με την έφεση του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι τους δύο τελευταίους από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους βαρύνει επιπλέον βαριά αμέλεια ως προς τη βύθιση του πολεμικού πλοίου του, διότι αμέσως μετά την επίμαχη σύγκρουση διέταξαν για το πλοίο τους απλώς χειρισμό "κράτει" και όχι "κράτει και ανάποδα", που ήταν ο ενδεδειγμένος χειρισμός και θα είχε ως συνέπεια την αποφυγή της βύθισης του πολεμικού πλοίου και των ζημιών από αυτή και β) επικουρικά, αν εκτιμηθεί ότι απορρίφθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός, διέλαβε, ως προς το ζήτημα αυτό, ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και κατά τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς αντίστοιχα 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλυσιτελής, ενόψει του ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού η επικαλούμενη πιο πάνω βαριά αμέλεια, χωρίς να συνοδεύεται και από την επίκληση της γνώσης (πρόβλεψης) εκ μέρους των εν λόγω εναγομένων της πιθανότητας επέλευσης της ένδικης ζημίας (βύθισης του πλοίου) εξαιτίας της παράλειψης αυτής, δεν είναι σε θέση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να οδηγήσει σε απώλεια του δικαιώματος των προαναφερόμενων εναγομένων για περιορισμό της ευθύνης τους. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του. Κατά το πρώτο (κύριο) μέρος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οποία γίνεται σαφής αναφορά ότι "δεν αποδείχθηκε, ότι λόγω της συγκρούσεως, είχε προκληθεί βίαιη καταβύθιση και διατήρηση του μισού κυρίου καταστρώματος του Κ... υπό την επιφάνεια της θάλασσας και ότι ο εφεσίβλητος πλοίαρχος παρέλειψε να εκτελέσει χειρισμό "ανάποδα", ο οποίος θα είχε ως αποτέλεσμα τον αποχωρισμό των πλοίων και την αποφυγή βυθίσεως του πολεμικού, άλλως την καθυστέρηση αυτής", το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό. Κατά το δεύτερο (επικουρικό) μέρος, διότι η πιο πάνω αναφορά αποτελεί επαρκή αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού αυτού, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (183, 179 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13.2.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της απόφασης 543/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ