Αριθμός 858/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 313/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) X2 2) X3 3) X4 και 4) X5. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.2.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/87, όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 10 του ν. 2161/93, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές όποιος πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, τέτοια έλλειψη δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο όμως περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παράβαση του Ν. 1729/1987 ή το συνήγορο του, της συνδρομής της περιπτώσεως του αρ. 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία, κατά τα ανωτέρω, καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη. Για να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του δεν αρκεί μόνο η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής" αλλά πρέπει για τη θεμελίωση του να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσης τούτων την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Χωρίς την προβολή του ως άνω σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου ν' απαντήσει επ' αυτού με ιδιαίτερη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 313/2005 απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογίες κατηγορουμένων) δέχθηκε, όπως συμπληρώνεται το σκεπτικό του επιτρεπτώς από το διατακτικό, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος X1, πώλησε στους διαληφθέντες συγκατηγορουμένους του στην ευρύτερη περιοχή Αθηνών - Πειραιώς και σε μη επακριβώς διακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 8.12.2001 μέχρι 8.2.2002 άγνωστες ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αντί αγνώστου αλλά καταβληθέντος τιμήματος. Επίσης, πώλησε την 31.1.2002 στην περιοχή .... των Αθηνών στον ..... τουλάχιστον ένα κιλό ακατέργαστης ινδικής κάνναβης αντί καταβληθέντος τιμήματος 140.000 δρχ. και την 8.2.2002 στην οδό ..... του Αιγαλεου στον ίδιο ...., που ενεργούσε για λογαριασμό των X2 και X3, τουλάχιστον δύο κιλά της ίδιας ναρκωτικής ουσίας αντί καταβληθέντος τιμήματος 280.000 δρχ. και για τις ως ανωτέρω πωλήσεις μεσολάβησε, κατά τα διαληφθέντα ο X5". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη (άρθρο 5 παρ. 1 περ. β, όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 10 του ν. 2161/93). Ειδικότερα, η αιτίαση που προβάλλεται με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ειδικότερον για το λόγο ότι το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ταυτίζεται με το διατακτικό της είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρες, αφού πέραν των στοιχείων του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ακόμη, είναι αβάσιμος η αιτίαση ότι δεν γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά περί της τοξικομανίας ή μη του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, εφόσον δεν προβλήθηκε απ' αυτόν ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι ήτο τοξικομανής και χωρίς την προβολή σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου ν' απαντήσει επ' αυτού. Εξάλλου, δεν απαιτείται για να είναι πλήρης η αιτιολογία ο προσδιορισμός της ταυτότητας των προσώπων των αγοραστών και ποιές ήταν οι σχέσεις του κατηγορουμένου με εκείνους, ούτε ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητος των ναρκωτικών που πωλήθηκαν και το ύψος του τιμήματος ούτε ο τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι πωλήσεις και ο τρόπος παραλαβής του καταβληθέντος τιμήματος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζει τ' αντίθετα των ανωτέρω, είναι ως αβάσιμος απορριπτέος, κατά το μέρος του δε που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 313/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ