Αριθμός 337/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Παύλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.15531/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Τ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 592/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από την διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2) υπογραφή του εκδότη, στην θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της αυτής πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ .Δ ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από κάθε ένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 841/2010). Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα ως προς το προαναφερόμενο έγκλημα του άρθρου 79 του ν.5960/1933, το στοιχείο της γνώσεως περί της ανυπαρξίας αντικρύσματος δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση, διότι αυτή, ως προς τον εκδότη της επιταγής, προκύπτει αφ' εαυτής. Τέτοια στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από τον νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 15531/2011 απόφαση του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη (τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στα ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ως προς τον τόπο, χρόνο, τρόπο και λοιπές περιστάσεις, τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933). Πρέπει, συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ, αφού προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του με μερική καταβολή". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι " στη Θεσσαλονίκη, στις 8/11/2005 εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια Τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής. Συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή, αξίας τριακοσίων δέκα χιλιάδων (310.000) ευρώ σε διαταγή Τ. Ι., προς Τράπεζα ΑSPIS ΒΑΝΚ, η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 9/11/2005 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου, δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό που συμπληρωματικά αυτό παραπέμπει, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να την παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει, την έκδοση από τον αναιρεσείοντα της επίδικης επιταγής που υπογράφεται από τον ίδιο, τον χρόνο έκδοσης της, την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της πληρωμής της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9/4/2012 αίτηση του Ι. Γ. του Δ., για αναίρεση της 15531/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ