Αριθμός 603/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Ψ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καπετάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαρσάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 20-05-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 126/20-05-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 126/2020 οριστικής απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 11-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαρσάλων στις 14-12-2015, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική, περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 71/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. To ζήτημα της αδυναμίας πληρωμών ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών κρίνεται με έλεγχο της προσωρινότητας ή μη των αιτίων της μη πληρωμής. Έτσι η αδυναμία πληρωμών για να επιφέρει τη νομική συνέπεια της υπαγωγής στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Εννοιολογικό στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση κ.λ.π. (ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 721/2017, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολ. 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ.3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή (εκούσια) δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), πλην όμως ιδρύεται κατά τη διαδικασία αυτή (εκούσια) ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 126/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη - αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα) διάγει ήδη - κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης έφεσης - το πεντηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας της (γεννημένη στις…) και είναι επαγγελματίας οπλίτης και, ειδικότερα, Εθελόντρια Μακράς Θητείας και τον βαθμό του Αρχιλοχία. Υπηρετεί δε, από το έτος 2004 στην …η Μονάδα Επιστράτευσης, που εδρεύει πλησίον της πόλης των …. Είναι έγγαμη με τον Β. Ε., ο οποίος διάγει - ήδη κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης έφεσης - το 43° έτος της ηλικίας του (γεννημένος στις…), και έχουν αποκτήσει από το γάμο τους δύο τέκνα και, συγκεκριμένα την Β. Ε., ηλικίας περίπου 17 ετών (γεννημένη στις 2001) και την ..Μ. - Α. Ε., ηλικίας περίπου 15 ετών (γεννημένη στις ..2003, βλ. σχετικό πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της εφεσίβλητης), τα οποία είναι ανήλικα και διαμένουν μαζί τους στην (κοινή) οικογενειακή στέγη των γονέων τους, χωρίς να συμβάλλουν με κάποιο τρόπο οικονομικά στη δαπάνη διαβίωσης αυτών λόγω της ηλικίας τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές της εφεσίβλητης - αιτούσας, κατά το χρόνο λήψης του δανείου από την ίδια (ήτοι το έτος 2009), ανέρχονταν στο ποσό των 21.958,40 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 1.829,86 ευρώ μηνιαίως. Από το έτος όμως 2010 βαίνουν με μικρή μηνιαία μείωση κατά την πάροδο των ετών και συγκεκριμένα: 1) το έτος 2010, λάμβανε ως καθαρό ετήσιο εισόδημα το ποσό των 19.561,56, ήτοι μηνιαίως το ποσό των 1.630 ευρώ, 2) κατά το έτος 2011, λάμβανε ως καθαρό ετήσιο εισόδημα το ποσό των 18.679,10 ευρώ, ήτοι μηνιαίως το ποσό των 1.556,59 ευρώ (βλ. τις προσκομιζόμενες, από την εφεσίβλητη βεβαιώσεις αποδοχών 2009, 2010, 2011), 3) το έτος 2012, οι ετήσιες αποδοχές της εφεσίβλητης ανέρχονταν στο ποσό των 18.727,04, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.560,50 ευρώ, 4) το έτος 2013, οι ετήσιες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 16.621,55 ευρώ, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.385,12 ευρώ, 5) το έτος 2014, οι ετήσιες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 17.661,96 ευρώ, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.471,83 ευρώ, 6) το έτος 2015, οι ετήσιες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 18.196,16 ευρώ, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.516,34 ευρώ, 7) το έτος 2016, οι ετήσιες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 18.390,95, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.532,57 και 8) το έτος 2017, οι ετήσιες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 18.809,43, ήτοι μηνιαίως στο ποσό των 1.567,45 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων οικονομικών και φορολογικών ετών, αλλά και δηλώσεις φόρου εισοδήματος). Συνεπώς, από την παράθεση του μηνιαίου εισοδήματος της εφεσίβλητης -αιτούσας κατά τα έτη 2009 έως και 2017 προκύπτει ότι η μείωση που επήλθε στα εισοδήματα της εφεσίβλητης - αιτούσας, ήταν κατώτερη της τάξης του ποσού των 300,00 ευρώ μηνιαίως. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο σύζυγος της εφεσίβλητης - αιτούσας, ασχολείται αποκλειστικά με την συστηματική καλλιέργεια αγροτεμαχίων, συνολικής έκτασης περίπου 100 στρεμμάτων (κάποια εκ των οποίων ανήκουν στην αποκλειστική του κυριότητα και άλλα στην συγκυριότητά του, ως προκύπτει από την βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης έτους 2015), με βαμβάκι και σιτάρι. Από την καλλιέργεια των αγροτεμαχίων αυτών, αλλά και τη μεταπώληση των παραγόμενων από αυτά γεωργικών προϊόντων αποκομίζει ετήσιο καθαρό εισόδημα, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη ότι όλες οι εκτάσεις που διαθέτει εμφανίζονται στην βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, ως αρδευόμενες, δεν υπολείπεται του ποσού των 6.000,00 ευρώ, όσο δηλαδή και κατά μέσο όρο τα εισοδήματα που δηλώνει ο ίδιος στις φορολογικές του δηλώσεις, ως προερχόμενα από τις αγροτικές εργασίες. Επιπροσθέτως, ο σύζυγος της εφεσίβλητης πέραν των εισοδημάτων του από τις αγροτικές εργασίες, λαμβάνει ετησίως ποσό αγροτικών ενισχύσεων, που δεν υπολείπεται των 14.000 ευρώ (βλ. τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του συζύγου της αιτούσας, στις οποίες το έτος 2012, δήλωνε εισόδημα από γεωργικές εργασίες, ποσού 5.114,84 + 1.500 ευρώ αφορολόγητα εισοδήματα + 16.839,36 ευρώ από αγροτικές ενισχύσεις, το έτος 2013 δήλωνε το ποσό των 4.865,56 ευρώ ως προερχόμενο από αγροτικό εισόδημα + 1.500 ευρώ αφορολόγητα εισοδήματα + 13.858,15 ευρώ από αγροτικές ενισχύσεις, το έτος 2014, δήλωνε εισόδημα από αγροτικές εργασίες ποσού 2.469,84 ευρώ + 24.307,39 ευρώ, ως ακαθάριστα έσοδα από άσκηση ατομικής αγροτικής δραστηριότητας). Συνεπώς, το μέσο μηνιαίο καθαρό εισόδημα που ο σύζυγος της εφεσίβλητης αποκομίζει από την απασχόλησή του με την εκμετάλλευση των αγροτεμαχίων που διαθέτει (συμπεριλαμβανομένων στα εισοδήματα και των αγροτικών ενισχύσεων), ανέρχεται στο ποσό των 1.667 ευρώ (6.000,00 + 14.000: 12). Το συνολικό επομένως μηνιαίο (κοινό - οικογενειακό) εισόδημα των ανωτέρω συζύγων, ανέρχεται στο ποσό των 3.234,45 (1.667 + 1.567,45) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται από την ίδια την εφεσίβλητη - αιτούσα κάθε μήνα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της με δύο ανήλικα τέκνα, τα οποία και δεν έχουν δυνατότητα - κατά τον παρόντα τουλάχιστον χρόνο - να αυτοσυντηρηθούν λόγω της ανηλικότητάς τους και, ως εκ τούτου αποτελούν προστατευόμενα μέλη αυτής και του συζύγου της και συντηρούνται οικονομικά από τους τελευταίους, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη και των αντικειμενικών συνθηκών διαβίωσης μιας μέσης ημιαστικής τετραμελούς οικογένειας, εκτιμάται ότι ανέρχεται στο ποσό των 1.598,00 ευρώ μηνιαίως (ήτοι για διατροφή, ένδυση και υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακίνηση, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, είδη και οι υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οι οικονομικές υπηρεσίες, κ.λ.π.). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εφεσίβλητη - αιτούσα, προς εξυπηρέτηση των στεγαστικών αναγκών αυτής και της τετραμελούς οικογενείας της, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης περί ρύθμισης των χρεών της, αναγκάστηκε να προσφύγει σε δανεισμό από το εκκαλούν - καθ' ου η αίτηση ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ήδη αναιρεσίβλητη). Ειδικότερα, η εφεσίβλητη δυνάμει της από …2009 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου (ενυπόθηκο στεγαστικό), στην οποία αυτή συμβλήθηκε ως αυτοφειλέτης, έλαβε δάνειο συνολικού ποσού 139.000,00 ευρώ για αγορά πρώτης κατοικίας, με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 5,40%, η εξόφληση του οποίου συνομολογήθηκε να λάβει χώρα σε 60 ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις ύψους 4.704,18 ευρώ έκαστη καταβαλλόμενες την 30.06. και την 31.12. εκάστου έτους, αρχόμενης της περιόδου της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του δανείου από την 01.07.2009, οπότε και άρχιζε να ισχύει η παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές της αιτούσας, ποσού 784,03 ευρώ μηνιαίως και λήγουσας την 30.06.2039 (30 έτη). Για το ανωτέρω δάνειο, τηρήθηκε ο με αριθμό …λογαριασμός, η οφειλή του οποίου, σύμφωνα με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου .. 16.09.2015 έγγραφο του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση, είχε ανέλθει κατά τον ως άνω χρόνο στο ποσό των 127.821,49 ευρώ, στο ύψος του οποίου και διαμορφώνεται πλέον το σύνολο της οφειλής της εφεσίβλητης - αιτούσας έναντι του μοναδικού πιστωτή αυτής (εκκαλούντος). Για την εξασφάλιση δε του ανωτέρω δανείου, εγγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου.., υπέρ του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση, υποθήκη ποσού 139.000,00 ευρώ, στα αμέσως κατωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας της αιτούσας. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη - αιτούσα διαθέτει εμπράγματο δικαίωμα (πλήρους κυριότητας) επί των κατωτέρω ακινήτων: Α) Επί του υπό στοιχεία ..διαμερίσματος, αυτοτελούς και ανεξάρτητης διηρημένης ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στον πρώτο (.) πάνω από το ισόγειο όροφο πολυκατοικίας, το οποίο (διαμέρισμα) αποτελείται από τρία (3) υπνοδωμάτια, σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα, αποθήκη και λουτρό, έχει καθαρή επιφάνεια 100,45 τετραγωνικών μέτρων, μικτή επιφάνεια 120,54 τετραγωνικών μέτρων, καθαρό όγκο 291,33 κυβικών μέτρων, μικτό όγκο 349,57 κυβικών μέτρων, ψήφους στη γενική συνέλευση 157 σε σύνολο 1.000, αναλογία οικοπέδου 160/1000 εξ' αδιαιρέτου, συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων 234/1000 στις δαπάνες ανελκυστήρα 160/1000 αντίστοιχα, το οποίο συνορεύει Ανατολικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, Δυτικά με την οδό 28ης Οκτωβρίου, Βόρεια εν μέρει με το υπό στοιχεία .. διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, εν μέρει με τον κοινόχρηστο διάδρομο και το χώρο του ανελκυστήρα και εν μέρει με ιδιοκτησίες ..και …και, τέλος, νότια με ιδιοκτησίες Κ. Π. και Ζ. Λ.. Β) Επί της υπό στοιχεία …αποθήκης του υπογείου ορόφου της ίδιας ανωτέρω αναφερόμενης οικοδομής, καθαρής και μικτής επιφάνειας 6,26 τετραγωνικών μέτρων, καθαρό και μικτό-όγκο 13, κυβικών μέτρων, μισή (0,5) ψήφο στη γενική συνέλευση σε σύνολο χιλίων (1.000) και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 2/1000 εξ' αδιαιρέτου, που συνορεύει Ανατολικά με τον ΡΥΠ-1 χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, Δυτικά με τον κοινόχρηστο διάδρομο, Βόρεια με το λεβητοστάσιο και Νότια με την …αποθήκη του ιδίου ορόφου. Γ) Επί του υπό στοιχεία ..στεγασμένου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου του ακαλύπτου χώρου ίδιας ανωτέρω οικοδομής, καθαρής επιφάνειας 13,57 τετραγωνικών μέτρων, μικτής επιφάνειας 20,36 τετραγωνικών μέτρων, καθαρού όγκου 29,85 κυβικών μέτρων, μικτού όγκου 44,79 κυβικών μέτρων, ψήφους στη γενική συνέλευση δύο (2) σε σύνολο 1.000, ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο 5/1000 εξ' αδιαιρέτου, ο οποίος (χώρος στάθμευσης) συνορεύει Ανατολικά με τον υπό στοιχεία ... χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, Δυτικά με τον υπό στοιχεία ... χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, Βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και, τέλος, Νότια με ιδιοκτησία Κ. Π.. Όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα ακίνητα βρίσκονται σε οικοδομή που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης της πόλης των …του ομώνυμου Δήμου, στο ..και στην οδό …αριθμός.., με συνολική έκταση 404,40 τετραγωνικά μέτρα. Το ανωτέρω δε δικαίωμα (πλήρους κυριότητας) επί των προπεριγραφόμενων ακινήτων περιήλθε στην εφεσίβλητη -αιτούσα, δυνάμει του με αριθμού …/2008 συμβολαίου πώλησης οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου ….συζύγου …το γένος…, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..την 11.11.2008 στον τόμο ..και με αύξοντα αριθμό .. σε συνδυασμό με την με αριθμό …26.03.2009 εξόφληση συμβολαίου της ιδίας ανωτέρω αναφερόμενης Συμβολαιογράφου…. Η αντικειμενική δε αξία του ανωτέρω εμπραγμάτου δικαιώματος της εφεσίβλητης αιτούσας (πλήρης κυριότητα) επί όλων των ανωτέρω αναφερομένων ακινήτων (διαμέρισμα, αποθήκη, χώρος στάθμευσης), ανέρχεται στο συνολικό ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα ενός (79.851,00) Ευρώ (ήτοι 74.252,64 Ευρώ η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος + 1.690,20 ευρώ η αντικειμενική αξία της αποθήκης + 3.908,16 ευρώ η αντικειμενική αξία του στεγασμένου χώρου στάθμευσης), όπως άλλωστε προκύπτει από τη Δήλωση Ενιαίου φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων της αιτούσης (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του έτους 2014, που προσκομίζεται από την εφεσίβλητη). Η κατοικία δε αυτή αποτελεί και την κύρια (και μοναδική) κατοικία της εφεσίβλητης - αιτούσας και της οικογενείας της. Επιπροσθέτως, η εφεσίβλητη - αιτούσα, διαθέτει και ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής HYUNDAI MOTOR C, τύπου Getz, κυλινδρισμού 1.341 c.c. με έτος πρώτης κυκλοφορίας την 18.01.2005 (βλ. άδεια κυκλοφορίας αυτού που προσκομίζεται από την εφεσίβλητη), το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τις αναγκαίες μετακινήσεις της ιδίας της εφεσίβλητης και αυτές της λοιπής οικογενείας της. Επιπροσθέτως, η οικογένεια της εφεσίβλητης διαθέτει και έτερο όχημα (το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... έτους κυκλοφορίας του 1984), ως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος). Από τα ανωτέρω αναγραφόμενα αποδείχθηκε ότι τα τέσσερα τελευταία έτη - πριν την συζήτηση της από 11-12-2015 αίτησής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - τα μηνιαία εισοδήματα της εφεσίβλητης και του συζύγου αυτής (οικογενειακά) δεν υπολείπονταν (και συνεχίζουν να μην υπολείπονται και κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), του ποσού των 3.233,45 (1.567,45 ευρώ τα εισοδήματα της αιτούσας + 1.666 ευρώ τα μηνιαία εισοδήματα του συζύγου της αιτούσας) ευρώ. Με δεδομένο ότι οι μηνιαίες οικογενειακές δαπάνες ανέρχονται στο ποσό των 1.598,00 ευρώ, κατά τα ανωτέρω αναγραφόμενα, συνάγεται ότι η εφεσίβλητη - αιτούσα έχει τη δυνατότητα να διαθέτει από τα ως άνω μηνιαία εισοδήματά της προς το εκκαλούν προς εξόφληση της οφειλής της, το ποσό της μηνιαίας δόσης των 784,03 ευρώ, αφού τα εισοδήματα που της απομένουν μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσης στις οποίες συμμετέχει με ποσοστό 48,48% (ήτοι κατά το ποσό των 774,71 ευρώ), είναι μεγαλύτερα της μηνιαίας καταβαλλομένης προς το εκκαλούν δόσης. Συνεπώς, τα εισοδήματα της εφεσίβλητης είναι επαρκή για την εξυπηρέτηση της οφειλής της, λαμβανομένου υπόψη ότι η ρύθμιση εξόφλησης του δανείου, περιλαμβάνει την καταβολή δόσης ποσού 784,03 ευρώ μηνιαίως, ενώ τα οικογενειακά μηνιαία έσοδα υπερβαίνουν το ποσό που απαιτείται για τις δαπάνες διαβίωσης μιας μέσης ημιαστικής τετραμελούς οικογένειας, ως αυτή της εφεσίβλητης, κατά το ποσό των 1.635,45 ευρώ (3.233,45 - 1.598,00). Ως προαναφέρθηκε, για την αξιολόγηση - από το δικαστήριο - της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμης οφειλής και βιοτικών αναγκών της εφεσίβλητης -αιτούσας, έχει ληφθεί υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας της, σε σχέση με το συνολικό ύψος των οφειλών της, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη είναι επαγγελματίας οπλίτης και ειδικότερα, Εθελόντρια Μακράς Θητείας, με σταθερές αποδοχές. Ο νόμος (για την ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων) σίγουρα δεν είχε - και δεν θα μπορούσε να έχει - στο ρυθμιστικό του πεδίο περιπτώσεις, ως αυτές της εφεσίβλητης, ήτοι ατόμου που διατηρεί τη θέση εργασίας του, με αποδοχές περιοριζόμενες, σε σχέση με το χρόνο λήψης του δανείου, κατά το ποσό των - μόλις - 263,00 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 1.829,83 - 1.567,45), και που διαθέτει ιδιόκτητη οικία και συνεπώς δεν επιβαρύνεται με την καταβολή μισθώματος. Σε κάθε δε περίπτωση, εν προκειμένω η εφεσίβλητη -αιτούσα, με βάση τα οικογενειακά της εισοδήματα θα μπορούσε για να καλύψει την διαφορά από την μικρή μείωση που υπέστη το ατομικό της εισόδημα από το χρόνο λήψης του δανείου (έτος 2009) μέχρι και το τέλος του έτους 2015, οπότε και κατέθεσε την αίτηση για την ρύθμιση του χρέους της, να αιτηθεί την έκδοση απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος (Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων), κατ' άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, ώστε να καθορισθούν με επιμέρους συμφωνία οι όροι εξυπηρέτησης της δανειακής σύμβασης (όπως π.χ. η παράταση του χρόνου εξόφλησης), ενέργεια στην οποία και δεν προκύπτει ότι προέβη η εφεσίβλητη και ότι αντιστοίχως απορρίφθηκε από το εκκαλούν. Συνεπώς, δεν συνέτρεχε κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο πρόσωπο της εφεσίβλητης - και εξακολουθεί να μην συντρέχει και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου - η προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμών, κατ' αποδοχή και του σχετικού λόγου έφεσης (παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων λόγων έφεσης), αφού εν προκειμένω μπορεί να εξασφαλισθεί από τα εισοδήματα που λαμβάνει η εφεσίβλητη, τόσο η ικανοποίηση του πιστωτή, όσο και ταυτόχρονα η διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης της εφεσίβλητης και της οικογένειας της. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε ότι τα οικογενειακά εισοδήματα της εφεσίβλητης υπολείπονταν των δαπανών διαβίωσης και ότι η εφεσίβλητη άγγιζε τα όρια της φτώχειας (εκτιμώντας τα μηνιαία εισοδήματα του συζύγου της στο ποσό των 250,00 ευρώ και το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα στο συνολικό ποσό των 1.576,46 ευρώ, ήτοι κατώτερο και από το σύνολο των οικογενειακών δαπανών διαβίωσης), έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' αποδοχή του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου του παραπάνω λόγου έφεσης, η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η παραπάνω αίτηση της εφεσίβλητης ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 126/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-11-2017 έφεση του αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθμ. 31/2017 εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων [ με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 11-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 με τη ρύθμιση των οφειλών της προς το αναιρεσίβλητο και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού], και αφού εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη από 11-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον πραγματικό ισχυρισμό της, που προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, περί μείωσης του εισοδήματός της από το χρόνο λήψης του δανείου και ειδικότερα κατά την τριετία προ της κατάθεσης της αίτησής της, κατά το χρόνο της κατάθεσης της αίτησής της, ήτοι την 14-12-2015 και μέχρι την ημερομηνία συζήτησής της την 1-3-2017, το οποίο (εισόδημά της) ειδικότερα κατά την κατάθεση της αίτησής της ανερχόταν στο ποσό των 1.516,34 ευρώ μηνιαίως και κατά τη συζήτηση της αίτησής της ανερχόταν στο ποσό των 1.326,46 ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά χρόνο λήψης του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 1.850 ευρώ μηνιαίως, κρίνοντας ότι η μείωση αυτή δεν ήταν σημαντική σε τέτοιο βαθμό ώστε να αιτιολογείται η μόνιμη αδυναμία πληρωμών της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ανωτέρω πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας [που συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, καθόσον τείνει στη θεμελίωση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, επί της οποίας βασίζεται το αίτημα της ένδικης αίτησής της για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010], δεδομένου ότι αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναλυτικά τα ετήσια και μηνιαία εισοδήματα της αναιρεσείουσας καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2009, κατά το οποίο λήφθηκε το δάνειο, έως και το έτος 2017, κατά το οποίο συζητήθηκε η ένδικη αίτησή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, [ ήτοι αναφέρει τα εισοδήματά της κατά το χρόνο λήψης του δανείου (2009), κατά την τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησής της (2012, 2013 και 2014), κατά το έτος κατάθεσης της αίτησής της (2015) και κατά το έτος της συζήτησής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (2017), όπως και κατά τα ενδιάμεσα έτη 2010, 2011 και 2016 ] και συνεκτιμώντας την, από την ανωτέρω παράθεση των εισοδημάτων της, μείωση αυτών, ρητά απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της ότι από την αναφερόμενη αυτή μείωση των εισοδημάτων της, επήλθε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της προς το αναιρεσίβλητο, δεχόμενο το άνω Δικαστήριο, αντίθετα με τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που κατά τα προεκτιθέμενα λήφθηκε σαφώς υπόψη, ότι δεν συνέτρεχε κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας η προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμών [ η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης, αλλά η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο], καθόσον, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, παρά τον περιορισμό των εισοδημάτων της, κατά το ποσό των 263 ευρώ μηνιαίως, σε σχέση με το χρόνο λήψης του δανείου, μπορεί να εξασφαλισθεί από τα εισοδήματα που λαμβάνει η αναιρεσείουσα, τόσο η ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου - πιστωτή της, όσο και η διατήρηση - εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης αυτής και της οικογένειάς της. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα στην πραγματικότητα δεν αιτιάται τη μη λήψη υπόψη του ανωτέρω ισχυρισμού της, αλλά παραπονείται γιατί το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, παρά την επικαλούμενη μείωση του εισοδήματός της [που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λήφθηκε υπόψη από το άνω Δικαστήριο], κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, διαφορετικό από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, πλην όμως αυτό δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο και διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμός 5 περ. β' Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδαφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη ότι το καθαρό ετήσιο εισόδημα του συζύγου της, που είναι κατ' επάγγελμα αγρότης, κυμαίνεται από μηδενικό έως 3.000 ευρώ ετησίως, αναγόμενο στο ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως, αλλά συνυπολόγισε σ' αυτό και τις αγροτικές ενισχύσεις και τα ακαθάριστα έσοδα από την αγροτική δραστηριότητα και έτσι έσφαλε κατά τον υπολογισμό των εισοδημάτων του συζύγου της, αλλά και του οικογενειακού τους εισοδήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όλες οι ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην πραγματικότητα, όχι στη μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 5 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ, αλλά στην εσφαλμένη, κατά τη γνώμη της, αξιολόγηση των αποδείξεων, όσον αφορά το ύψος των εισοδημάτων του συζύγου της, οι οποίες όμως, ανωτέρω αιτιάσεις, ως αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Πρέπει δε, στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, ως προς τον προσδιορισμό του ύψους των εισοδημάτων του συζύγου της αναιρεσείουσας, δεν λήφθηκαν υπόψη από το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ακαθάριστα έσοδα από την αγροτική του δραστηριότητα, όπως ανακριβώς υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, τα οποία διηγηματικά μόνο για το έτος 2014 αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά λήφθηκε υπόψη μόνο το καθαρό εισόδημά του και οι αγροτικές ενισχύσεις, ήτοι τα ποσά των 6.000 ευρώ και 14.000 ευρώ ετησίως, αντίστοιχα (6.000+14.000:12= 1.667 ευρώ)]. Έτσι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον με τις ανωτέρω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον προκείμενο λόγο, πλήττεται απαραδέκτως το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 20-05-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..-05-2021) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 126/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. -Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ