Αριθμός 963/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρεύσεως και Αποχέτευσεως Πρωτευούσης (Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.)" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Περισσό Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Προκόπη Τάραντου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ)", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στο Ίλιον Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κυμιωνή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3455/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 75/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 9-1-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την ίδρυση λόγου αναίρεσης, από τους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 559 του KΠολΔ, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να είναι λυσιτελής, δηλαδή η επικαλούμενη στην αίτηση αναιρέσεως πλημμέλεια να δύναται να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων να αντλεί ωφέλεια από την αποδοχή του, άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 879/2017). Λυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης όταν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αφορά βλάβη προκύπτουσα από τις παραδοχές και κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στηρίζει το διατακτικό της(ΑΠ 404/2021). Επομένως, είναι αλυσιτελείς οι λόγοι αναίρεσης στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και με την αίτηση αναίρεσης ο εκκαλών-αναιρεσείων πλήττει την εφετειακή απόφαση με λόγους μη αναγόμενους επί του απαραδέκτου που αφορά το δεδικασμένο σε βάρος του, αλλά στο νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής, καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις διατάξεις αυτές, τις οποίες επομένως δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε και τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων στους εν λόγω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, επιτρεπτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 15-4-2011 αγωγή τους με αρ. εκθέσεως καταθέσεως 73109/2350/2011 εξέθεταν ότι "προσλήφθηκαν από αμφοτέρους τους εναγομένους-εργοδότες ΟΑΕΔ και ΕΥΔΑΠ ΑΕ, η πρώτη τούτων στις 27.04.2007 και η δεύτερη στις 17.11.2006, προκειμένου να απασχοληθούν η πρώτη στην υπηρεσία μισθολογίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ και η δεύτερη στην υπηρεσία μελετών έργων ύδρευσης της διεύθυνσης μελετών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) του ΟΑΕΔ και με αμοιβή που καθοριζόταν στις συμβάσεις αυτές και καταβαλόταν από τον τελευταίο (ΟΑΕΔ). Ότι η αρχική σύμβαση ήταν διαρκείας έως 09.11.2008 για την πρώτη ενάγουσα και έως 31.08.2007 για τη δεύτερη ενάγουσα. Ότι οι ενάγουσες κατάρτισαν με τους εναγομένους και νέες συμβάσεις, στις 17.06.2009 η πρώτη ενάγουσα με διάρκεια έως 31.01.2011 και στις 27.07.2009 η δεύτερη ενάγουσα με διάρκεια έως 16.02.2011 και ότι οι συμβάσεις αυτές έληξαν στις παραπάνω ημερομηνίες, με σιωπηρή καταγγελία από μέρους των εναγομένων. Ότι, στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά η απασχόλησή τους ήταν αντίστοιχη των άλλων υπαλλήλων της πιο πάνω εναγομένης, δηλαδή έφερε τα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Ζήτησαν δε, οι ενάγουσες α) να αναγνωρισθεί ότι η κάθε μία τους συνδέεται με τους εναγομένους με έγκυρη, ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που έχε καταρτιστεί για την πρώτη ενάγουσα στις 27.04.2007 και για τη δεύτερη ενάγουσα στις 17.11.2006 για τους παραπάνω λόγους, β) να αναγνωρισθεί περαιτέρω η ακυρότητα της από: 31.01.2011 και από 16.02.2011 αντίστοιχα σιωπηρής καταγγελίας της ένδικης έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κάθε ενάγουσας. αφού έγινε προφορικά και χωρίς καταβολή αποζημίωσης, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη ΕΥΔΑΠ ΑΕ να συνεχίσει να αποδέχεται τις .υπηρεσίες τους και αμφότεροι οι εναγόμενοι ΕΥΔΑΠ ΑΕ και ΟΑΕΔ, ως εργοδότες τους, να καταβάλλουν τις νόμιμες αποδοχές τους, σύμφωνα με το μισθολόγιο των υπαλλήλων της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, στους οποίους πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν ενταχθεί και δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν με κύρια αγωγική βάση την έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, και με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μερικοτέρου κονδυλίου, στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 62.532,48 ευρώ, εκ των οποίων Α. ποσό 28.401,51 ευρώ, {ήτοι συνολικό ποσό 16.752,54 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 10.05.2007 έως 31.01.2011 (κονδύλιο Αα), συνολικό ποσό 7.627,22 ευρώ, ως αποδοχές, επιδόματα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2008 έως και 2011 ( κονδύλιο Αβ), συνολικό ποσό 4.021,75 ευρώ ως επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) των ετών 2007 έως και 2011 ( κονδύλιο Αγ)}, άλλως και επικουρικώς αν κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας, τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και Β. ποσό των 34.130,97 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση για την απώλεια θέσης εργασίας, επειδή με την συνταγματική απαγόρευση μετατροπής των επίμαχων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παραβιάζεται η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, για το χρονικό διάστημα από 01.02.2011 έως 30.06.2013 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), (συνολικό κονδύλιο Β) όπως τα κονδύλια αυτά εξειδικεύονται περαιτέρω στην αγωγή σε μερικότερα ποσά, και στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 48.922,22 ευρώ, εκ των οποίων Α. ποσό των 20.959,46 ευρώ, {ήτοι συνολικό ποσό 11.807,72 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 01.12.2006 έως και 16.02.2011 (κονδύλιο Αα), συνολικό ποσό των 6.607,28 ευρώ ως αποδοχές, επιδόματα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2007 έως και 2011 (κονδύλιο Αβ), συνολικό ποσό 2.544,46 ευρώ ως επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) των ετών 2007 έως και 2011 (κονδύλιο Αγ)}, άλλως και επικουρικώς αν κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας, τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και Β. ποσό 27.962,76 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, άλλως ως αποζημίωση για την απώλεια θέσης εργασίας, επειδή με την συνταγματική απαγόρευση μετατροπής των επίμαχων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παραβιάζεται η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, για το χρονικό διάστημα από 17.02.2011 έως 30.06.2013 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), (συνολικό κονδύλιο Β). Άλλως και όλως επικουρικώς, επειδή οι συμβάσεις αυτές εκτελέστηκαν ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 31.147,68 ευρώ εκ των οποίων Α. ποσό των 28.401,51 ευρώ, όπως προσδιορίζεται παραπάνω στα κονδύλια Αα, Αβ και Αγ και Γ. ποσό 2.746,17 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 23.289,69 ευρώ, εκ των οποίων Α. ποσό των 20.959,46 ευρώ, όπως προσδιορίζεται παραπάνω στα κονδύλια Αα, Αβ και Αγ και Γ. ποσό 2.330,23 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης. Με προφορική στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι ενάγουσες περιόρισαν το αίτημα της άνω αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ως εξής: "τρέπω το άνω των 20.000 ευρώ σε έντοκο αναγνωριστικό", ενώ με τις από 07.03.2014 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (σελ.2 στην αρχή των προτάσεων αυτών) επισήμαναν ότι όπως και επ' ακροατηρίω διά της πληρεξούσιας δικηγόρου μας δηλώνουμε, με τις παρούσες προτάσεις μας μετατρέπουμε τα αιτήματα της υπό κρίση αγωγής μας κύριο και επικουρικό, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3455/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την επικουρική βάση της αγωγής για αξίωση αποζημιώσεως λόγω μη μεταφοράς της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ στην ελληνική έννομη τάξη και μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της αγωγής και την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγουσες, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχθηκε ορθώς ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε ενώπιόν του, είναι μη νόμιμη κατά τα με στοιχ. α, β, και γ αιτήματα, όπως είχε αποφανθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ το με στοιχ. δ αίτημα αυτής, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έκρινε αόριστο και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, που αφορούν την απόρριψη της αγωγής, κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο περαιτέρω αγωγικός ισχυρισμός ότι σε κάθε περίπτωση, οι συμβάσεις αυτές, έστω και αυτοδίκαια άκυρες, εκτελέστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, σε αμοιβή της εργασίας που παρασχέθηκε, έστω και με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο οποίος (ισχυρισμός) σημειωτέον συνδέεται μόνο με τα αγωγικά αιτήματα για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και αποζημίωσης απόλυσης, ενόψει της πιο πάνω απόρριψης ως αόριστου του δ αιτήματος για τις πιο πάνω αξιώσεις, καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε ενώπιόν του, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου και, συνεπώς, εδικαιούντο οι ενάγουσες να λαμβάνουν κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, απασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, χωρίς εντεύθεν να ασχοληθεί και ερευνήσει το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής. Με τους χωρίς αρίθμηση λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, και υπό τις παραγράφους 13, 14, 15, 16, 17 του δικογράφου αυτής, κατά της άνω εφετειακής απόφασης, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται αυτή, διότι (κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτούς), εσφαλμένα έκρινε την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 Ι του Συντ., 20 XV ν. 2639/1998, 32 XII ν. 3234/2004, όπως ισχύουν, των εκδοθεισών σε εκτέλεσή τους ΚΥΑ, 7 ΙΙ π.δ. 164/2004, 648 επομ. και 904 επόμ. ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό τους ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο, οι επικαλούμενες συμβάσεις, μπορεί να ήταν άκυρες, λειτούργησαν όμως ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που είχαν προτείνει με σχετικούς λόγους της εφέσεώς τους, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες των αριθμών (κατ' εκτίμηση) 1, 19, 8 του άρθρου 559 KΠολΔ. Ωστόσο, το Εφετείο, απορρίπτοντας, κατά τα άνω, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις επικαλούμενες αυτές διατάξεις, που αφορούν το νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής, στο οποίο ουδόλως εισήλθε, τις οποίες, επομένως, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε και τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων από την προσβαλλομένη, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ουδόλως δε, στην αίτηση, περιλαμβάνονται λόγοι αναίρεσης αναφορικά με την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν μπορεί να έχουν επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής που το στηρίζουν οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών τους οποίους ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών προβάλλει σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π.1625/2011, 1481/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον χωρίς αρίθμηση, τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την παράγραφο 17 του δικογράφου αυτής, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι, απορρίπτοντας ως αόριστο το με στοιχ. δ, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αγωγικό κονδύλιο για το πέραν των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ποσό, έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως τον οποίο δεν είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση, οι αναιρεσείουσες είχαν ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει την αγωγή ορισμένη, όπως κατά ένα μέρος περιορίστηκε και στη συνέχεια την απέρριψε ως μη νόμιμη, παραπονούμενες για την απόρριψή της, και έτσι, το κεφάλαιο αυτό, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, το οποίο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είχε δικαίωμα να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής. Ενόψει όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, 189 § 1, 191 § 2), και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις και η νομική του υπηρεσία δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-1-2019 αίτηση για αναίρεση της 75/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν, στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τη δικαστική τους δαπάνη. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ