Αριθμός 1143/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΧΑΝΙΩΝ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Αρετάκη που ανακάλεσε την από 29/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Α.. Μ. - ν. Μ. Ο..Ε..", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σπυρόπουλο Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 472/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/10/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 102/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Με την απόφαση 102/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κατά της 472/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της, που εδραζόταν στην σύμβαση έργου, και έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 210/2016). Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος, 1 § 2 στοιχ. ι' του ν. 1406/1983 και 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές εκ συμβάσεων υπάγονται στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια, αναλόγως αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διοικητικές συμβάσεις. Διοικητική σύμβαση είναι μόνο εκείνη, στην οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η οποία με το περιεχόμενό της εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται κατά την εκτέλεσή της από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 8/2000). Συμβάσεις, στις οποίες δεν συντρέχουν σωρευτικώς τα εκτεθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είναι ιδιωτικές και οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000). Στα τελευταία υπάγονται και οι εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διαφορές που έχουν ως υπόβαθρο μια άκυρη σύμβαση έργου ιδιωτικού δικαίου. Όσον αφορά την εγκυρότητα μιας συμβάσεως, ορίζεται σχετικώς στη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 ότι για το κύρος των συμβάσεων του Δημοσίου με αντικείμενο μεγαλύτερο των 2.500 ευρώ απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, επί δε συμβάσεως η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της σύμβασης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 του ιδίου ως άνω νόμου κάθε σύμβαση του Δημοσίου καταρτίζεται μόνο υπό του αρμόδιου διατάκτη ή υπό του ειδικώς εξουσιοδοτημένου από αυτό δημοσίου οργάνου, η δε εξουσιοδότηση πρέπει να είναι γραπτή και προγενέστερη του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 85 εδ. α` του ιδίου ως άνω νόμου, η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως και 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. 2/45564/0026/2001 (Β` 1066) ορίσθηκε ότι: "1. Αυξάνουμε και ορίζουμε σε ευρώ τα ποσά για τη σύναψη συμβάσεων ετησίας δαπάνης που αφορούν προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων, ως ακολούθως: α) Με απευθείας ανάθεση μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ...". Αναφορικά δε με τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας, απαιτείται και η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ. 394/1996 περί "Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ν. 2286/1995 και ρυθμίζει τα σχετικά με τη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών αγαθών που εκτελούνται από το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έγγραφης σύμβασης. Με την παράλειψη των ανωτέρω η σύμβαση είναι άκυρη, οπότε ανακύπτει ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ως προς το τελευταίο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 § 1 και 908 ΑΚ, κατά τα οποία "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό", σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι' αυτό εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 347/2017, 1378/2011 και ΑΠ 1225/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της από 22.10.2009 αγωγής (561 παρ.2 ΚΠολΔ) η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία ισχυρίζεται ότι συνήψε με το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "αθλητικό κέντρο Χανίων" καθώς και με τον δεύτερο τρίτο και τέταρτο των εναγομένων ,οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 15 Ιουνίου 2009 σύμβαση, με την οποία ανέλαβε να ανακατασκευάσει δύο γήπεδα αντισφαίρισης, ότι εκτέλεσε προσηκόντως το έργο και το παρέδωσε και ζήτησε από του εναγόμενους να της καταβληθεί η συμφωνηθείσα αμοιβή, οι οποίοι ωστόσο, μολονότι οχλήθηκαν, αρνήθηκαν να εκπληρώσουν τη συμβατική τους υποχρέωση απέναντί της. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν το ποσό των 47.809,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης αγωγής κυρίως σύμφωνα με τις διατάξεις για τη σύμβαση έργου και επικουρικά σύμφωνα με αυτές και του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή αυτή κατά το κύριο αίτημά της, για τον πρώτο εναγόμενο και απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων. Επί της αγωγής αυτής ασκήθηκε έφεση από το πρώτο εναγόμενο κατά δε τον πρώτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν εναγόμενο αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η προσβαλλόμενη απόφαση σε απάντηση ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, που είχε κριθεί βάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "το παρόν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την επίδικη διαφορά, επειδή η ενάγουσα αξιώνει την απόδοση ωφέλειες από το εναγόμενο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και το οποίο κατάρτισε άκυρη σύμβαση έργου (άρθρο 2 κώδικα πολιτικής δικονομίας)..." Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας επί της αγωγής αυτής έκρινε ότι η ως άνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την περί έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος), σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ` αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 82 παρ.1, 83 παρ. 1, του ν.2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", (όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 177 παρ. 1 ν. 4270/2014) για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι του ποσού 1.500.000 δραχμών ποσό που δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 85 εδ.α του ίδιου νόμου "η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 ως 84 του παρόντος νόμου επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του άνω νόμου εκδόθηκε η 2/45564/0026/2001ΑΥΟ (ΦΕΚ Β1066) με έναρξη ισχύος από 1-1-2002 με την οποία η ετήσια δαπάνη για απευθείας ανάθεση αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και εν συνεχεία με την 35130/739/9-8-2010 ΥΑ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ άνευ ΦΠΑ. Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνεται και στις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών των ΝΠΔΔ ως προς τις οποίες απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ 394/1996 "περί κανονισμού προμηθειών του δημοσίου" το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 ν. 2286/1995 (ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη εγγράφως). Κατ' εξουσιοδότηση δε των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 12 εδ.γ' και παρ. 13 του ν.2286/1995 εκδόθηκε η Π1/7446/31-1-2002 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 112) που καθόρισε την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών μεταξύ άλλων και των νπδδ, για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή με απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ με ΦΠΑ, ενώ με την Π1/3305/3-11-2010 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 1789) αναπροσάρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995, εξ άλλου, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Γενικότερα ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών [ήδη 2.500 ευρώ με την υπ` αριθμ. 2/42053/0094 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1033/7-8-2002)] ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 80 του ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό Ν.Π.Δ.Δ. ή αναλόγως του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ.1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 3/2020, AΠ 1382/2017). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κάθε σύμβαση για την εκτέλεση έργου που καταρτίζεται από ΝΠΔΔ, εκτός των διατυπώσεων που απαιτούνται για την κατάρτισή της, προκειμένου να είναι έγκυρη, πρέπει να υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο απαιτούμενο εκ του νόμου, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα στην περίπτωση αυτή είναι απόλυτη. Επομένως σε κάθε περίπτωση που δεν καταρτίσθηκε εργολαβική σύμβαση ή αυτή δεν είναι έγκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος ο εργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή από τη σύμβαση αλλά από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ακολούθως κατά τη διάταξη του άρθρου 904 § 1 του ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη και ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α` του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο χωρίς σύμβαση ή με άκυρη σύμβαση έργου, ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν εάν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση έργου, σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Έτσι σε περίπτωση που με σύμβαση με το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες για την κατάρτιση της σύμβασης διατυπώσεις ή δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος από τις ανωτέρω διατάξεις προβλεπόμενος έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη και το Νομικό Πρόσωπο, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε από την άκυρη σύμβαση, η οποία συνίσταται στα προαναφερόμενα. Τέλος, αν η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγή (άρθρο 904 επ. ΑΚ) σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ) και ειδικότερα υπό την αίρεση της απορρίψεως της από τη σύμβαση έργου πρώτης σωρευόμενης αγωγής, λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, για την πληρότητα της δεύτερης αυτής αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, αρκεί, πέρα από την παροχή του εκτελεσθέντος έργου και τον εξαιτίας της πλουτισμό του εναγομένου εργοδότη, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως έργου, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας αυτής, στον εναγόμενο δε απόκειται να αποκαλύψει, κατ` ένσταση, την ύπαρξη νόμιμης αιτίας που διακωλύει τη γένεση της εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αγωγικής αξιώσεως (Ολ ΑΠ 2/1987, ΑΠ 914/1998, ΑΠ 930/1997, ΑΠ 1322/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που υπόκεινται σε επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεούν οι εναγόμενοι στην καταβολή του του ποσού που ζητούσε με την κύρια βάση της αγωγής, όλως επικουρικώς και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία εις βάρος της περιουσίας της. Η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της, ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (που μόνον ενδιαφέρει εν προκειμένω), περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν αυτήν στις διατάξεις των άρθρων 904 επ., 908 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, ως προς το παραπάνω αίτημά της, κατά το μέρος που στηρίζεται αυτό στις περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, καθόσον δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της, από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν. Ούτε όμως παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού σαφώς εκτίθενται στην αγωγή τα στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωση της υποχρέωσης του ενγομένου από αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα, ο πλουτισμός που απεκόμισε χωρίς νόμιμη αιτία, ο οποίος συνίσταται στην παροχή του εκτελεσθέντος έργου που αποτιμάται στο ποσό των 47.809,44 ευρώ για τις εργασίες που εκτέλεσε η ενάγουσα, ενώ αρκούσε για τον προσδιορισμό της μη νόμιμης αιτίας από την οποία το εναγόμενο απεκόμισε το άνω περιουσιακό όφελος, η απλή διαδικαστική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο συμβλήθηκαν στη σύμβαση έργου τα διάδικα μέρη που κρίθηκε από το δικαστήριο άκυρη, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας αυτής, αφού η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγή σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την αίρεση της απορρίψεώς της από τη σύμβαση έργου πρώτης σωρευόμενης βάσης αγωγής, λόγω ακυρότητας της συμβάσεως. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015). Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017). Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση και έλλειψη αιτιολογίας ισχυριζόμενο ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι "... αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο εργοδότης μολονότι παρέλαβε και χρησιμοποιεί τα δύο γήπεδα δεν κατέβαλε στην εργολάβο ποσό 47.809,44 ευρώ το οποίο θα έπρεπε να είχε καταβάλει σε άλλο κατασκευαστή εάν είχε καταρτίσει έγκυρη σύμβαση μαζί του", περαιτέρω, όλως αντιφατικώς, αμέσως παρακάτω (σελ. 6 στοίχοι 17 επ.) δέχεται ότι το "το σωματείο που προαναφέρθηκε (ΟΑΧ) κάνει απλή χρήση των γηπέδων σε εκτέλεση ενοχικών συμβάσεων" και ακόμα πιο παρακάτω ότι εν τέλει ο ισχυρισμός ότι το σωματείο (ΟΑΧ) κάνει αποκλειστική χρήση του γηπέδου και ότι συνεπώς αυτό καρπώθηκε τα οφέλη της κατασκευής των γηπέδων δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Και ότι έτσι η ως άνω αντίφαση σχετικά με το ποιος έγινε πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, και ποιος έκανε χρήση ή ποιος υπέγραψε τη σύμβαση, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εναγόμενο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, φέρει την επωνυμία "εθνικό αθλητικό κέντρο Χανίων", έχει έδρα τα ... και διαχειρίζεται αθλητικό χώρο (γήπεδο και λοιπές εγκαταστάσεις) που βρίσκονται στην .... Η λειτουργία του διέπεται από το νόμο 423/1976 "περί γυμναστηρίων και ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων τον εξωσχολικόν αθλητισμόν", το προεδρικό διάταγμα 456/1988" οργάνωση και λειτουργία γυμναστηρίων" και την υπουργική απόφαση 17112/δυο χιλιάδες (φεκ /Β 11-7-2000) "κανονισμός λειτουργίας των εθνικών και δημοτικών γυμναστηρίων της χώρας. Η εναγομένη είναι ομόρρυθμη εταιρεία, φέρει την επωνυμία «Α.. Α. - Ν.. Μ. Ο..Ε..", έχει έδρα τα ... και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την κατασκευή και συντήρηση αθλητικών κέντρων και εγκαταστάσεων. Το εναγόμενο στις 15/06/2009 ανέθεσε στην ενάγουσα να ανακατασκευάσει 2 γήπεδα αντισφαίρισης που βρίσκονται μέσα στο στάδιο, επειδή είχαν υποστεί εκτεταμένες φθορές. Η εργολάβος ολοκλήρωσε την ανακατασκευή των γηπέδων στις 30/07/2009 και παρέδωσε το έργο στον εργοδότη. Η ενάγουσα μάλιστα κατασκεύασε το έργο με τον τρόπο ακριβώς που είχε συμφωνήσει με το εναγόμενο. Το "εθνικό αθλητικό κέντρο Χανίων" έκτοτε έκανε πλήρη και ακώλυτη χρήση των γηπέδων. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο εργοδότης, μολονότι παρέλαβε και χρησιμοποιεί τα δύο (2) γήπεδα, δεν κατέβαλε στην εργολάβο ποσόν 47.809,44 Ευρώ, το οποίο θα έπρεπε να είχε καταβάλει σε άλλον κατασκευαστή, αν είχε καταρτίσει έγκυρη σύμβαση έργου μαζί του. Το εναγόμενο, ωστόσο, επικαλείται, επικουρικά, ότι υπόχρεος να αποδώσει την ωφέλεια στην ενάγουσα δεν είναι ο ίδιος, αλλά το αθλητικό σωματείο "Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων" με έδρα τα .... Το σωματείο όμως αυτό δεν συμβλήθηκε με την ενάγουσα και δεν ανέλαβε με οποιοδήποτε τρόπο έναντι της την ευθύνη ότι ο εργοδότης θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς την ομόρρυθμη εταιρία "Α.. Μ.-Ν.. Μ. Ο..Ε..". To σωματείο που προαναφέρθηκε κάνει απλή χρήση των γηπέδων σε εκτέλεση ενοχικών συμβάσεων που καταρτίζει με το "Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Χανίων" και συνεπώς ως τρίτο πρόσωπο δεν ενέχεται ενοχικά έναντι της εργολάβου. Το αντίθετο δεν αποδεικνύεται από το υπ' αριθμό 24/18-7-2009 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε·η εργολάβος εταιρία, όπως αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη. Η ίδια διάδικος επικαλείται, τέλος, ότι ο "Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων", επειδή χρησιμοποιεί σχεδόν μόνος τα δύο (2) γήπεδα για την άθληση των μελών του, αναλαμβάνει συνήθως ο ίδιος να επισκευάζει και να συντηρεί τα γήπεδα. Για το λόγο αυτό καταβάλλει και τις αμοιβές στους εργολάβους από τα προσωπικά του έσοδα (συνδρομές των μελών του κ.λπ.). Ο ισχυρισμός όμως αυτός, ακόμη και αν υποτεθεί αληθινός, δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή στην προκειμένη περίπτωση η εργολάβος συμβλήθηκε με το "Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Χανίων" και όχι με το αθλητικό σωματείο "Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων", ο οποίος χρησιμοποιεί απλώς τα γήπεδα. Υπό τις ανωτέρω όμως παραδοχές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείον ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ούτε περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, το οποίο υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που το αναιρεσείον, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή της αναιρεσείουσας, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015). Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλείται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αρ. ... τιμολογίου παροχής υπηρεσιών ως προς το πρόσωπο του οφειλέτη, το οποίο σαφέστατα είναι ο Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων. Εν τούτοις το Εφετείο δέχθηκε ότι "Το σωματείο που προαναφέρθηκε [Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων]κάνει απλή χρήση των γηπέδων σε εκτέλεση ενοχικών συμβάσεων που καταρτίζει με το "Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Χανίων" και συνεπώς ως τρίτο πρόσωπο δεν ενέχεται ενοχικά έναντι του εργολάβου. Το αντίθετο δεν αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε η εργολάβος εταιρεία, όπως αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη. Η ίδια διάδικος επικαλείται τέλος ότι ο "Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων" επειδή χρησιμοποιεί σχεδόν μόνος τα δύο (2) γήπεδα για την άθληση των μελών αναλαμβάνει συνήθως ο ίδιος να επισκευάζει και να συντηρεί τα γήπεδα. Για τον λόγο αυτό καταβάλλει και τις αμοιβές τους εργολάβους από το προσωπικά του έσοδα (συνδρομές των μελών του κλπ.). Ο ισχυρισμός όμως αυτός ακόμα και αν υποτεθεί αληθινός, δεν ασκεί επιρροή επειδή στην προκειμένη περίπτωση η εργολάβος συμβλήθηκε με το "Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Χανίων" και όχι με το αθλητικό σωματείο "Όμιλος Αντισφαίρισης Χανίων" ο οποίος χρησιμοποιεί απλώς τα γήπεδα". Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, βασιζόμενος σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος και ως αόριστος, διότι δεν περιέχει καν τα προαναφερθέντα στοιχεία στη μείζονα πρόταση, αλλά και επειδή αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη του ως άνω εγγράφου και όχι στο παραμορφωθέν περιεχόμενό του. Κατ' ακολουθίαν, μην υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το αναιρεσείον να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όχι όμως μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957, διότι το αναιρεσείον απολαύει μεν των δικαστικών προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, η νομική υπεράσπισή του, όμως, στην ένδικη υπόθεση δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 366/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.10.2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Χανίων" για αναίρεση της 102/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ