Αριθμός 372/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), ν.π.ι.δ. υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Λ., κατοίκου ..., 2) Δ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 3) Β. Β. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννήλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2478/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4234/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2011 αίτησή του και τους από 3-4-2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 22-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 10 παρ. 1 του Ν.Δ. 674/1970, όπως τροποποιήθηκε με το Β.Δ. 532/1972 (ΦΕΚ 161/1972 τευχ. Α') το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΣΕ καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του ΟΣΕ, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων. Με την 3103/11-9-1979 απόφαση του Δ.Σ. του ΟΣΕ καθορίστηκαν οι αποδοχές του νομικού συμβούλου και του αναπληρωτή νομικού συμβούλου του ΟΣΕ σε ποσό ίσο με το βασικό μισθό και τα επιδόματα νομικού συμβούλου και παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αντίστοιχα. Με την 1252/31-1-1994 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ ορίστηκε ότι "ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ θα γίνεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΣΕ (ήδη μετά το Ν. 2414/1996 του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ) εξουσιοδοτημένου προς τούτο με την παρούσα απόφαση. Με το Ν. 2521/1997 (άρθρα 9 και 10) καθορίστηκε νέο μισθολόγιο για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ., το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 26 του νόμου αυτού ισχύει αναδρομικά από 1-1-1997. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 9 του ίδιου νόμου η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 περιορίζεται αποκλειστικά στο κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ. και δεν εφαρμόζεται και σε άλλους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημοσίου τομέα που τυχόν εξομοιώνονται βαθμολογικά ή μισθολογικά. Κάθε διάταξη τυπικού νόμου, που παραπέμπει ως προς τον καθορισμό αποδοχών και παροχών εν γένει σε βαθμούς ή αποδοχές του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ., θεωρείται ότι παραπέμπει στις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Κατά την έννοια της αμέσως παραπάνω διατάξεως η μη επέκταση του νέου μισθολογίου, αφορά μόνο τους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, οι οποίοι βάσει διατάξεων νόμων έχουν εξομοιωθεί βαθμολογικά ή μισθολογικά με το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και δεν αφορά σε μισθωτούς εν γένει των οποίων ο μισθός καθορίστηκε συμβατικά με παραπομπή στις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ (ΑΠ 1270/2009). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό από 19-6-1989 ο πρώτος, από 1-6-1977 ο δεύτερος και από 20-10-1978 ο τρίτος, προκειμένου να προσφέρουν σε αυτόν τις υπηρεσίες τους ως δικηγόροι με πάγια μηνιαία αντιμισθία σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 1252/31-1-1994 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου, με την οποία καθορίσθηκαν οι αποδοχές των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ σε αντιστοιχία με τις αποδοχές των Δικαστικών Αντιπροσώπων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 10 § 1 του Ν.Δ. 674/1970, όπως τροποποιήθηκε με το Β.Δ. 532/1972 (ΦΕΚ 161/1972 τεύχος Α'), το ΔΣ του ΟΣΕ καθορίζει το εκάστοτε ισχύον σύστημα και το ύψος των μισθών και των πάσης φύσεως αποδοχών του προσωπικού του ΟΣΕ, επιφυλασσομένων των περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων ισχυουσών εκάστοτε διατάξεων. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 3103/11-9-1979 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ καθορίστηκαν οι αποδοχές του νομικού συμβούλου και του αναπληρωτή νομικού συμβούλου του ΟΣΕ σε ποσό ίσο με το βασικό μισθό και τα επιδόματα νομικού συμβούλου και παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αντίστοιχα. Με την υπ' 1252/31-1-1994 απόφαση του ΔΣ του ΟΣΕ ορίστηκε ότι ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ θα γίνεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΣΕ, (ήδη, μετά το Ν. 2414/1996, του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ), εξουσιοδοτημένου προς τούτο με την απόφαση αυτή. Με το Ν. 2521/1997 (άρθρα 9 και 10) καθορίστηκε νέο μισθολόγιο για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 26 του νόμου αυτού ισχύει αναδρομικά από 1-1-1997. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 3345/2003 απόφαση ΔΣ του αναιρεσείοντος τροποποιήθηκε: α) η υπ' αριθμ. 3103/1979 απόφαση του ΔΣ αυτού και καθορίστηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του αναπληρωτή νομικού συμβούλου του ΟΣΕ σε αντιστοιχία με τον εκάστοτε βασικό μισθό του Παρέδρου του ΝΣΚ, προσαυξημένου κατά ποσοστό 7% και β) η υπ' αριθμ. 1252/31-1-1994 απόφαση του ΔΣ και καθορίστηκαν οι μηνιαίες αποδοχές των εμμίσθων δικηγόρων του ΟΣΕ σε αντιστοιχία με τους βασικούς μισθούς του προσωπικού του ΝΣΚ με προσαύξηση 6% στο μισθό του Αντιπροσώπου Α' για τους δικηγόρους που είχαν συμπληρώσει 20ετή άσκηση δικηγορικού λειτουργήματος. Με την ως άνω απόφαση τροποποιήθηκαν προς το ευνοϊκότερο οι διατάξεις για τους αναπληρωτές νομικούς συμβούλους και τους έμμισθους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις των υπ' αριθμ. 3103/1979 και 1252/1994 αποφάσεων του ΔΣ περί καθορισμού των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων με βάση τις εκάστοτε αποδοχές του προσωπικού του ΝΣΚ. Το ότι δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις αυτές με την υπ' αριθμ. 3345/2003 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος προκύπτει και από το γεγονός ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτού με την υπ' αριθμ. 137209/6-5-2005 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 3345/2003 απόφασης του ΔΣ, αναπροσάρμοσε τις μηνιαίες αποδοχές των εμμίσθων δικηγόρων συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές, πέραν των βασικών μισθών και την παροχή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων (ειδικό επίδομα) που χορηγείται στο προσωπικό του ΝΣΚ με βάση τη διάταξη του άρθρου 10 § 3 ν. 2521/1997. Ακολούθως εκδόθηκε ο ν. 3691/2008, με τον οποίο καθορίστηκε νέο μισθολόγιο για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ που ισχύει από 1-1-2008. Συνεπώς ο μισθός των αναιρεσιβλήτων που απασχολούνται στον αναιρεσείοντα (ΟΣΕ) με πάγια αντιμισθία, καθορίστηκε συμβατικά με παραπομπή στις εκάστοτε ισχύουσες νόμιμες αποδοχές για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ που, μετά την ισχύ του ν. 3691/2008, καθορίστηκε από 1-1- 2008 νέο μισθολόγιο για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1252/31-1-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, να καθορίσει τις αποδοχές των εμμίσθων δικηγόρων αυτού σύμφωνα με τις νέες αποδοχές για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ. Όμως με τις υπ' αριθμ. 1076655/30-1-2007 και 1076462/21-5-2008 αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου του αναιρεσείοντος αναπροσαρμόστηκαν οι αποδοχές του πρώτου αναιρεσιβλήτου από 1-1-2007 σε αντιστοιχία με το βασικό μισθό του Αντιπροέδρου του ΝΣΚ, προσαυξημένου κατά 7% και με την υπ' αριθμ. 1075823/4-4-2008 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτού αναπροσαρμόστηκαν οι αποδοχές του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων από 1-4-2008 σε αντιστοιχία με το βασικό μισθό του Παρέδρου του ΝΣΚ, προσαυξημένου κατά ποσοστό 6%, πλέον προσαυξήσεων και χρονοεπιδόματος. Οι αναπροσαρμογές αυτές έγιναν βάσει του ν. 3205/2003 και όχι βάσει του νέου μισθολογίου σύμφωνα με το ν. 3691/2008. Επομένως κατέληξε το Εφετείο οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα αναφερόμενα αναλυτικώς ποσά για διαφορές αποδοχών του ένδικου χρονικού διαστήματος (από 1-1-2008 έως 31-12-2009) με βάση τις διατάξεις του ν. 3691/2008 και συνολικά ο πρώτος δικαιούται το ποσό των 81.480 ευρώ, ο δε δεύτερος και τρίτος εξ αυτών το ποσό των 63.028 ευρώ ο καθένας. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχτεί επίσης την αγωγή και είχε επιδικάσει τα ίδια πιο πάνω ποσά στους αναιρεσιβλήτους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 περ. η' του ΝΔ 674/1970, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 1116/1972, 10 του 2414/1996 και 648 του Α.Κ, αφού ορθά έκρινε κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ότι στην περίπτωση των εμμίσθων δικηγόρων του αναιρεσείοντος οι αποδοχές τους έχουν καθοριστεί συμβατικά με την υπ' αριθμ. 1252/31-1-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΣΕ, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες μισθολογικές διατάξεις για το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ., κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και αντιστοιχίες, με απόφαση του γενικού Διευθυντή του ΟΣΕ και ήδη μετά το νόμο 2414/1996 του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτού, ενώ δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αφού στην κρινόμενη υπόθεση δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση εφαρμογής τους, εφόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το Εφετείο δεν διαπίστωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων, ώστε να υφίσταται νόμιμος λόγος προσφυγής στις ως άνω διατάξεις. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-10-2011 αίτηση του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), Ν.Π.Ι.Δ. με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρίας, για αναίρεση της 4234/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους από 3-4-2012 προσθέτους λόγους αυτής. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ