Αριθμός 1295/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. Κ. του Δ. και Μ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Δ. και Μ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Δ. και Μ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του Δ. Μ. Κ. και Μ. συζ. Δ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Β. και κατέθεσαν προτάσεις. Κοινοποιούμενη στον προσθέτως παρεμβάντα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραβέλο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2001 αγωγή των αποβιωσάντων Δ. Κ. και Μ. Κ. και την από 5-10-2001 πρόσθετη παρέμβαση του ... υπέρ του ..., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4991/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 536/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 536/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες Δ. Κ. του Μ. και Μ. συζ. Δ. Κ., με την από 19.4.2001 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένης κατά του ..., εξέθεταν, ότι είναι (συγ)κύριοι, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του περιγραφομένου σε αυτήν κατά θέση, έκταση και όρια, οικοπέδου που βρίσκεται στο Δήμο ..., την κυριότητα του οποίου απέκτησαν κυρίως με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου 3799/1973 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ν. Π., επικουρικά δε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική χρησικτησία), κατέχοντες τούτο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και σε συνδυασμό με τον παραπάνω νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη δεκαετία, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, κατέχοντες τούτο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία. Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο ιδία κυριότητα επί του επιδίκου, μετά από προηγηθείσα απόφαση του Υφυπουργού των Οικονομικών και σύμφωνη γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων (ΓΣΔΚ) προέβη δια των αρμοδίων οργάνων του στην πλασματική κατάληψη του ακινήτου και την καταγραφή του ως δημοσίου κτήματος με το 2037 πρωτόκολλο κατάληψης του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι το παραπάνω πρωτόκολλο κατάληψης είναι παράνομο και άκυρο για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους αιτήθηκαν, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτού . Στην δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με το από 5.10.2201 δικόγραφο παρενέβη προσθέτως υπέρ του ..., ο ... και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενος ότι το ακίνητο για το οποίο εκδόθηκε το ως άνω πρωτόκολλο κατάληψης, το χρησιμοποιεί μαζί με άλλα ακίνητα του Δημοσίου για τις ανάγκες των δημοτών και γενικά του κοινωνικού συνόλου. Επί της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η 4991/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του ... λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας άκυρο το 2037/1985 πρωτόκολλο κατάληψης του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την άσκηση της οποίας αποβίωσαν οι αρχικοί ενάγοντες - εφεσίβλητοι, οπότε επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, που επαναλήφθηκε αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών από τους νόμιμους κληρονόμους τους Μ. Κ., Μ. Κ. και Α. Κ. με την από 15.10.2015 κλήση τους. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 536/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την έκανε τυπικά δεκτή και την απέρριψε κατ'ουσίαν, ενώ απέρριψε και την ως άνω κλήση των καλούντων κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος ..., ως απαράδεκτη, καθόσον αυτός δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, ούτε η έφεση του ηττηθέντος ... στρέφονταν κατ'αυτού, (ομοδίκου του) οπότε ο ίδιος δεν ήταν διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη. Κατά της αποφάσεως αυτής του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στρέφεται η από 22.1.2020 αίτηση αναιρέσεως του ..., η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Στη συζήτηση της αναίρεσης προκειμένου να παραστεί σε αυτήν, κλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 3 ΚπολΔ, και ο προσθέτως παρεμβαίνων .... Η έκδοση από τις διοικητικές αρχές πρωτοκόλλων κατάληψης ακινήτων, επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, αποτελούσα διοικητική πράξη (ΑΕΔ 7/1987), που χωρίς να συνιστά μέσο οριστικής επίλυσης διαφοράς, οδηγεί σε ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, η οποία κατ'αρχήν απαιτείται προς το σκοπό αυτό, πρέπει λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, να προβλέπεται ειδικώς από το νόμο, μη αναγόμενη στα ευρύτερα διοικητικά καθήκοντα των οργάνων που την επιχειρούν. Ο α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων προβλέπει στο άρθρο 34 περίπτωση έκδοση πρωτοκόλλου κατάληψης, αυτή όμως αφορά ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους και όχι κατεχόμενα από τρίτους ακίνητα που υποβάλλονται στην κατ'άρθρο 25 του ίδιου νόμου διαδικασία εξακρίβωσης των δικαιωμάτων του Δημοσίου, για τα οποία δεν προβλέπεται η έκδοση πρωτοκόλλου. Επομένως, πρωτόκολλο κατάληψης που εκδίδεται κατά την ως άνω διαδικασία δεν είναι νόμιμο. Περαιτέρω, από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο (ή πράγμα) που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και συνεπάγεται ή έχει ως περιεχόμενό της ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Επίσης, το έννομο συμφέρον, το οποίο επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΑΠ 1337/2021, ΑΠ 856/2010), πρέπει να είναι άμεσο με την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση, η δε αναγνωριστική αγωγή είναι το πρόσφορο μέσο για την αποτροπή βλάβης του ενάγοντος από την αβεβαιότητα αυτή (ΑΠ 40/2018, ΑΠ 453/2017). Έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα, από την οποία απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. Αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο κατάληψης ακινήτου χωρίς τούτο να προβλέπεται από το νόμο και επομένως άκυρο, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, που έχουν δικαιοδοσία, αφού πρόκειται για διαφορά προκαλούμενη από πράξη της Διοίκησης, κινούμενη σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 12/1992, ΟλΣτΕ 3776/2012, ΣτΕ 4047/2015), αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας του πρωτοκόλλου κατάληψης, διότι η έκδοση αυτή δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματός του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. (ΑΠ 768/2022, ΑΠ 787/2021, ΑΠ 2142/2014). Το έννομο δε αυτό συμφέρον, ειδικώς προκαλούμενο από την έκδοση πρωτοκόλλου κατάληψης, δεν αναιρείται από το ότι το δικαίωμα κυριότητας που επικαλείται ο ενάγων είναι ήδη επίδικο στο πλαίσιο άλλης δίκης, άσχετης προς το πρωτόκολλο (ΑΠ 2142/2014, ΑΠ 721/2007). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης του διαδίκου (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ)συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 28/2008, ΑΠ 40/2018). Επί πλέον, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018). Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010). Και τούτο, διότι, μόνο κατ'αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό . (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019). . Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 68, 70 και 73 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε έπρεπε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την άσκησή της. Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον ότι οι αρχικοί ενάγοντες, δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενοι ότι έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δεν είχαν έννομο συμφέρον για την άσκηση της ως άνω αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας του εκδοθέντος σε βάρος τους 2037/1985 πρωτοκόλλου κατάληψης, σε εκτέλεση της με στοιχεία Δ. 3950/1246/19-9-1984 απόφασης του Υφυπουργού των Οικονομικών, που εκδόθηκε με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 10,11 και 25 του ΑΝ 1539/1938 και μετά από μερική παραδοχή της με αριθμό 36/7-6-1984 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων (ΓΣΔΚ) και με την οποία παραγγελλόταν ταυτόχρονα η πιο πάνω Οικονομική Εφορία να μεριμνήσει για την καταγραφή του ακινήτου αυτού, καθώς και άλλων ακινήτων, στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων και να αναλάβει την προστασία του, καθόσον το πρωτόκολλο αυτό δεν είναι συστατικό των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του Δημοσίου ούτε στερητικό των τυχόν εμπραγμάτων δικαιωμάτων των ιδιωτών, αλλά συνιστά απλά ένα έγγραφο της διοίκησης στο οποίο αποτυπώνονται υλικές πράξεις των οργάνων της στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, συνιστάμενες στην κατάληψη της νομής και της κατοχής των επιδίκων ακινήτων. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διαλαμβάνει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του σχετικά με τον προσβληθέντα ενώπιόν του από το ήδη αναιρεσείον ισχυρισμό περί ελλείψεως της διαδικαστικής προϋπόθεσης του εννόμου συμφέροντος των εναγόντων για την άσκηση της αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης τα εξής : "... Αν διοικητική αρχή εκδώσει πρωτόκολλο κατάληψης ακινήτου χωρίς τούτο να προβλέπεται από το νόμο και επομένως άκυρο, ο προβάλλων επί του ακινήτου δικαίωμα κυριότητας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ... αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας του πρωτοκόλλου κατάληψης, διότι η έκδοση αυτή δημιουργεί έμπρακτη αμφισβήτηση του δικαιώματός του, από την οποία απειλείται βλάβη για τα έννομα συμφέροντά του, προς αποτροπή δε αυτής η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. Το έννομο δε αυτό συμφέρον, ειδικώς προκαλούμενο από την έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης, δεν αναιρείται από το ότι το δικαίωμα κυριότητας που επικαλείται ο ενάγων είναι ήδη επίδικο, στο πλαίσιο άλλης δίκης, άσχετης προς το πρωτόκολλο..." . Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον προβληθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των εναγόντων να ασκήσουν την ως άνω αγωγή επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 68, 70 και 73 ΚΠολΔ, και συνεπώς είναι αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ορθά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον επικαλούμενο από το αναιρεσείον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης του διαδίκου συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ . Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, με ανεπαρκείς και αντιφατικές, συγχρόνως δε και εσφαλμένες αιτιολογίες οδηγήθηκε στην ακύρωση του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης, αρκούμενο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος των εναγόντων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στην απλή επίκληση από αυτούς της κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, χωρίς να εξετάσει ως όφειλε, εάν οι ίδιοι είναι πράγματι κύριοι αυτού και χωρίς να παραθέτει περιστατικά που να θεμελιώνουν το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητάς τους. Με τον δε τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 25 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων". Ειδικότερα, το αναιρεσείον με τον λόγο αυτό αναίρεσης αιτιάται ότι το Εφετείο που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η έκδοση του επίδικου πρωτοκόλλου κατάληψης δεν είναι σύννομη και το ακύρωσε με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται από την ως άνω διάταξη δικαίωμα του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων κτημάτων προς έκδοση τέτοιου είδους πρωτοκόλλων κατάληψης κατά των κατόχων ακινήτων, που φέρονται ως δημόσια, αλλά και διότι δεν τηρήθηκε η διαγραφόμενη από την εν λόγω διάταξη διαδικασία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε ορθά θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η σύνταξη του εν λόγω πρωτοκόλλου κατάληψης, η οποία δεν αποτελεί διοικητική πράξη με την τυπική της έννοια, αφού δεν παράγει από μόνη της δεσμευτικά αποτελέσματα, είναι νόμιμη, παρά το ότι δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, εφόσον βρίσκεται εντός των ευρύτερων καθηκόντων των οργάνων που το συνέταξαν και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας να μεριμνούν για κάθε θέμα που αναφέρεται ση διοίκηση και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο όσον αφορά στην παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, όσον αφορά δε στη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, γίνεται μνεία των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πλην όμως σε αμφότερους τους ως άνω αναιρετικούς λόγους δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την ακύρωση του επίδικου πρωτοκόλλου κατάληψης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 22.1.2020 ένδικη αίτηση του ... για αναίρεση της 536/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.1.2020 αίτηση του ... για αναίρεση της 536/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ