Αριθμός 1355/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. συζ. Χ. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμέλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 847/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3898/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Απριλίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, σε συμμόρφωση προς τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εξεδόθη ο ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β) Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, στ)..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στο άρθρο 3 "1. οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν στο αρχείο. 2. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δε εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών". Στο άρθρο 4 ότι: "1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... Η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου αυτής βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ...". Στο άρθρο 5 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)... β)... γ)... δ)... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών ...". Στο άρθρο 7Α§1ε "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους, άμισθους υποθηκοφύλακες και δικαστικούς επιμελητές ή οι εταιρείες των προσώπων αυτών και αφορά στην παροχή νομικών υπηρεσιών στους πελάτες τους, εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας και τα μέλη των εταιρειών δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου που προβλέπει νόμος, και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη". Στο άρθρο 11 ότι: "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. ... 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς ...". Στο άρθρο 12 ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως ...". Στο άρθρο 13 ότι: "1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν ...". Στο άρθρο 15 ότι: "1. Συνιστάται Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή), με αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται κάθε φορά...". Στο άρθρο 19 ότι: "1. Η αρχή έχει τις εξής ιδίως αρμοδιότητες: α)..., β)..., γ)..., δ)..., ε)..., στ)..., ζ)..., η)..., θ)..., ι) εκδίδει κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών, τεχνικών και λεπτομερειακών θεμάτων, στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος ...". Στο άρθρο 23 ότι: "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη ...". Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύονται με βάση α) το σκοπό του ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελεύθερου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής αναπτύξεως και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσωρεύσεως και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου, και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητες του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ, μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητας του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας "επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Σε περίπτωση δε παραβιάσεως τους εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει : α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ)αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ` ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων υπηρετούσε κατά το 2006 ως υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Οικονομικών Επιθεωρητών στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Στη ίδιο Υπουργείο υπηρετούσε τότε ως υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Οικονομικών Επιθεωρητών και η εναγόμενη. Σημειώνεται ότι ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών εξέδωσε την υπ' αριθμό 1008199/199/ΔΠΕ-Α/27.1.2006 πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων και κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας εντός δέκα ημερών από της τοιχοκολλήσεως της πρόσκλησης, για την επιλογή Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Για την θέση αυτή υπέβαλαν νομότυπα αίτηση δώδεκα (12) υπάλληλοι ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται ο ενάγων και η εναγόμενη. Πριν από την έναρξη της συνεδρίασης του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 9 του Ν. 3260/2004 της 5.7.2006 για την επιλογή προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η εναγόμενη υποψήφια για την παραπάνω θέση υπέβαλε στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού φάκελο, με την παράκληση να αναγνωστεί από τον πρόεδρο του. Ο φάκελος αυτός, που αφορούσε τον ενάγοντα, ανοίχτηκε ενώπιον των μελών του προαναφερθέντος συμβουλίου και αναγνώστηκε από τον εισηγητή του. Ο εν λόγω φάκελος περιείχε τα ακόλουθα: α) απόσπασμα της υπ' αριθ. 65.447/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το οποίο προέκυπτε ότι ο ενάγων είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών με αναστολή για την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης τελεσθείσας κατά το Σεπτέμβριο του 2002, β) εντολή διενέργειας προκαταρκτικής έρευνας (ημερ. 27-12-2004) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών Β. Σ., προκείμενου να διερευνηθεί περαιτέρω το πραγματικό μέρος της ανωτέρω απόφασης, γ) την από 3.11. 2005 αναφορά της Α. Φ., Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Αττικής, κατά του ενάγοντος για ανάρμοστη συμπεριφορά, δ) εντολή διενεργείας προκαταρκτικής έρευνας (ημερ. 6-2-2006) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Μ., προκείμενου να διαπιστωθεί, εάν είχε διαπραχθεί το πειθαρχικό παράπτωμα βάσει της προαναφερόμενης αναφοράς της Α. Φ., ε) φωτοτυπία της σελίδας 5 της εφημερίδας "Απογευματινής" (ημερ. 29-9-2004) με τίτλο "γράμματα στην εξουσία" και στ) εντολή διενέργειας προκαταρκτικής έρευνας (ημερ, 18-9-2004) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών Β. Σ., προκειμένου να διερευνηθεί, εάν κατά την εκπομπή "Κίτρινος Τύπος" στις 26.9.2004 ο ενάγων με παρουσίαση υπηρεσιακών εγγράφων διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα. Η υπ' αριθ. 65.447/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αποτελεί ευαίσθητο δεδομένο, ενώ οι εντολές διενέργειας προκαταρκτικών πειθαρχικών ερευνών σε σχέση με τον ενάγοντα και η αναφορά συναδέλφου του ενάγοντος για ανάρμοστη συμπεριφορά του τελευταίου αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 2 α και β του ν. 2472/1997. Από το υπ' αριθ. 113/2006 πρακτικό του ανωτέρω συμβουλίου προκύπτει ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν υπήρχαν στο φάκελο του ενάγοντος, που είχε στη διάθεση του το συμβούλιο. Όμως η εναγομένη, χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα για τη συλλογή των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία αποτέλεσαν ένα αρχείο με στοιχεία που αφορούσαν τον ενάγοντα, και χωρίς να έχει τη συγκατάθεση του τελευταίου, τα προσκόμισε ενώπιον του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, προκειμένου να αποδυναμώσει την υποψηφιότητα του ενάγοντος και να ενισχύσει την υποψηφιότητα της για τη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η εναγομένη με τη συλλογή των προαναφερθέντων υπό στοιχεία β, γ, δ και στ στοιχείων που αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με υποκείμενο δεδομένων τον ενάγοντα, όπως επίσης και με τη διατήρηση των δεδομένων αυτών στην κατοχή της, τη χρήση και τη διάδοση τους ενώπιον των μελών και του γραμματέα του ανωτέρω υπηρεσιακού συμβουλίου, προέβη σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του ν. 2472/1997, ο οποίος όμως θεσπίζει την τήρηση των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης διατυπώσεων για τη νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων, οι οποίες (διατυπώσεις) δεν τηρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, η ανωτέρω επεξεργασία (συλλογή-διατήρηση - χρήση - διάδοση) των προαναφερθέντων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ενάγοντος από την εναγομένη, η οποία δε γνωστοποίησε εγγράφως την έναρξη της επεξεργασίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, έγινε χωρίς την απαιτουμένη με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997 συγκατάθεση του ενάγοντος και είναι ανεπίτρεπτη, γιατί δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2.472/1997. Σημειώνεται δε ότι: α) η ως άνω επεξεργασία δεν ήταν αναγκαία για την επιλογή του Γενικού Διευθυντή, που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και β) η επεξεργασία δεν ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδίωκε η εναγόμενη που έκανε την επεξεργασία και το έννομο συμφέρον αυτής για την κατάληψη της θέσεως δεν υπερείχε προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του ενάγοντος, του οποίου θίχθηκαν οι θεμελιώδεις ελευθερίες. Επιπρόσθετα, για την επεξεργασία (συλλογή-διατήρηση-χρήση-διάδοση) του αποσπάσματος της υπ' αριθ. 65.447/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που ήδη είχε παραγραφεί υπό όρο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 και δεν αφορούσε ζήτημα που σχετιζόταν με την υπηρεσία του ενάγοντος), το οποίο αποτελεί ευαίσθητο δεδομένο, η εναγομένη δε ζήτησε άδεια από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, όπως ορίζει το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2472/1997 ούτε όμως θα μπορούσε να λάβει σχετική άδεια, γιατί δε συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου, και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 7Α του ν. 2472/1997 που ορίζει τις περιπτώσεις για τις οποίες, κατ' εξαίρεση, δεν απαιτείται η λήψη άδειας της ανωτέρω Αρχής. Επομένως, η επεξεργασία από την εναγομένη των ανωτέρω στοιχείων που αφορούν στον ενάγοντα υπήρξε παράνομη. Η ως άνω παράνομη και υπαίτια (με δόλο) συμπεριφορά της εναγόμενης, δηλαδή η συλλογή, διατήρηση, χρήση και διάδοση των ανωτέρω προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του και του απορρήτου της ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής του, ήτοι κατ' επέκταση την ιδιωτικότητα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα υπήρχαν στην υπηρεσία και συνεπώς ήταν γνωστά και κατά συνέπεια δεν υπήρξε οιαδήποτε επεξεργασία εκ μέρους της. Τούτο είναι αβάσιμο γιατί η καταχώρηση των στοιχείων αυτών στο αρχείο της υπηρεσίας δεν αίρει τον εμπιστευτικό, προσωπικό και ευαίσθητο χαρακτήρα τους και συνεπώς η γνώση αυτών γίνεται μόνο από τους προς τούτο αρμοδίους και εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και όχι από την εναγόμενη, που ήταν υποψήφια για την θέση του Γενικού Διευθυντή. Πέραν αυτού, τα έγγραφα αυτά που είχαν περιέλθει στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δεν είχαν καταστεί διοικητικά έγγραφα κοινής χρήσεως και κατά συνέπεια δεν ήρθη ο προσωπικός και ευαίσθητος χαρακτήρας ώστε να μπορεί ο κάθε υπάλληλος να τα επεξεργάζεται και να τα χρησιμοποιεί προκειμένου να επιτύχει την υπηρεσιακή του εξέλιξη. Η εναγόμενη ενήργησε υπαιτίως και κατά παράβαση του Ν. 2472/1997, προκειμένου να πλήξει υπηρεσιακά, να βλάψει τον ενάγοντα και να ανέλθει η ίδια στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης και συνεπώς θεμελιώνεται η αδικοπρακτική συμπεριφορά που αναφέρεται στο άρθρο 914 Α.Κ. Ασφαλώς, ήταν θεμιτή η φιλοδοξία της εναγόμενης για την κατάληψη της Παραπάνω θέσεως (όπως και των άλλων συνυποψηφίων), πλην όμως η επίτευξη του στόχου δεν είναι νοητό να γίνει με κάθε μέσο και δη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά που εκτέθηκε παραπάνω. Σημειώνεται τέλος ότι ήταν η μόνη από τους υποψηφίους που συνέλεξε, διατήρησε, χρησιμοποίησε και διέδωσε τα παραπάνω στοιχεία και μάλιστα υπέβαλε την "παράκληση" να διαβαστούν τα έγγραφα του φακέλου από τον Πρόεδρο του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, πιστεύοντας έτσι ότι η ανακοίνωση των στοιχείων θα απέβαινε επιτυχής γι' αυτήν, κάτι βεβαίως που δεν συνέβη γιατί το Συμβούλιο έκρινε ότι ο πλέον κατάλληλος για την θέση του Γενικού Διευθυντή ήταν ο ενάγων. ... Ενόψει αυτών, ο ενάγων από την παράνομη και υπαίτια προσβολή των ανωτέρω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του προαναφερθέντος ευαίσθητου δεδομένου του, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ.1, 9Α και 19 του Συντάγματος, των διατάξεων του ν. 3472/1997 και του άρθρου 914 ΑΚ υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση από την εναγομένη. Ενόψει του είδους και του μεγέθους της προσβολής που ο ενάγων υπέστη, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, λόγω της οποίας προσβλήθηκε σοβαρά προσωπικότητα του ενάγοντος, απαιτείται το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ έσφαλε ως την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς τον καθορισμό του ύψους του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης ...". Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2.497/1997, ως και των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ που εφήρμοσε. Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου: α) η αναιρεσείουσα δεν διέθετε άδεια της αρμόδιας Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών ως προς ευαίσθητα ως άνω προσωπικά δεδομένα του αναιρεσιβλήτου, ήταν παράνομη η με τη μορφή της λήψης, συλλογής, χρήσης συσχετισμού και διασυνδέσεως (με τηρούμενα σχετικά αρχεία) επεξεργασία από εκείνη (αναιρεσείουσα) ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία χωρίς δικαίωμα συνέλεξε, αποτελούσε δε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, που θεμελίωνε αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του και β) οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί του ότι δηλαδή δεν συνέτρεχαν στην συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, διότι τα ανωτέρω έγγραφα υπήρχαν στην υπηρεσία, είχαν δημοσιοποιηθεί και ήταν γνωστό το περιεχόμενο τους, η δε προσκόμιση αυτών στο Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση υπέρτερου εννόμου συμφέροντος, είναι μη νόμιμοι για το λόγο ότι η ως άνω επεξεργασία των προσωπικών αυτών δεδομένων, αφ' ενός μεν δεν ήταν αναγκαία για την, κατ' άσκηση δημοσίας εξουσίας, επιλογή του Γενικού Διευθυντή ή και την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την προαγωγή της, αφού το συμφέρον αυτό δεν υπερείχε προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του ενάγοντος, του οποίου προσεβλήθησαν οι θεμελιώδεις ελευθερίες, αφ' ετέρου δε για το λόγο ότι η καταχώρηση των στοιχείων αυτών στο αρχείο της υπηρεσίας δεν αίρει τον εμπιστευτικό, προσωπικό και ευαίσθητο χαρακτήρα τους και συνεπώς γνώση αυτών μπορούσαν να λάβουν μόνο οι προς τούτο αρμόδιοι υπάλληλοι και όχι η αναιρεσείουσα, το γεγονός δε ότι τα έγγραφα αυτά είχαν περιέλθει στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δεν τα κατέστησε διοικητικά έγγραφα κοινής χρήσεως, ώστε, αιρουμένου του προσωπικού και ευαίσθητου αυτών χαρακτήρα, να μπορεί οποιοσδήποτε υπάλληλος να τα επεξεργάζεται και να τα χρησιμοποιεί, προκειμένου να επιτύχει την υπηρεσιακή του εξέλιξη, δεν συντελέσθηκαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα με τις άνω παραδοχές της και το διατακτικό της, εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, οι δε εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. II). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται περαιτέρω αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην ανωτέρω κρίση του δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) την 1065/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και 2) τα 3225/2009 και 804/2010 βουλεύματα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών και Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως, που έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται η αποδοθείσα στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη της παραβάσεως των ως άνω διατάξεων του ν. 2472/1997. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης. Εξάλλου ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη της περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ενστάσεως της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη την ως άνω περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ένσταση, την οποία και απέρριψε, ως απαράδεκτη (Α.Π. 12/1991 ΟΛ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.4.2012 αίτηση αναίρεσης της Μ. Α., για αναίρεση της 3898/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ