Αριθμός 1811/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Καλαθοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ Καλαθοσφαρική Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρχανιωτάκη. Της αναιρεσίβλητης: Καλαθοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΡΑΚΛΗΣ 1908 Κ.Α.Ε." που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27008/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1400/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2011 αίτησή της και τους από 20-5-2012 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων της και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 27-6-2005 ανακοπή της η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε κυρίως να ακυρωθεί η από 17-6-2005 επιταγή προς εκτέλεση που της επιδόθηκε κάτω από αντίγραφο απογράφου εκτελεστού της 18103/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης λόγω ακυρότητας του από 22-6-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, σε εκτέλεση του οποίου εξέδωσε την τραπεζική επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και επικουρικά να ακυρωθεί η επιταγή προς εκτέλεση κατά το μέρος που την επιτάσσει να καταβάλει το ποσό των 850 ευρώ "για σύνταξη επιταγής και νομική συμβουλή". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή κατά τον κύριο λόγο της (δεχόμενο ότι ο λόγος αυτός ήταν νόμιμος και βάσιμος κατ' ουσίαν, πλην όμως ασκήθηκε καταχρηστικά) και την δέχθηκε κατά τον επικουρικό, ακύρωσε δε μερικώς την επιταγή ως προς το προαναφερθέν κονδύλιό της, κατά το ποσό των 800 ευρώ. Μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού έγιναν δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τον κύριο λόγο της ανακοπής, ο οποίος στη συνέχεια απορρίφθηκε ως μη νόμιμος. Κατά το άρθρο 516 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. έφεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1935/2009). Τέτοιο έννομο συμφέρον μπορεί να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από δυσμενείς γι' αυτόν αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως οσάκις από αυτές δημιουργείται δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο (Α.Π.139/2001). Τούτο δεν σημαίνει ότι ο διάδικος που νίκησε, προκειμένου να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του για την άσκηση εφέσεως, οφείλει να επικαλεσθεί αποκλειστικά και μόνο τη δημιουργία δυσμενούς δεδικασμένου σε βάρος του από τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης. Έτσι ο διάδικος που νίκησε διότι έγινε δεκτή ένστασή του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου του ως αβασίμου, εφόσον μάλιστα ο τελευταίος έχει δικαίωμα να ασκήσει αντίθετη έφεση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κρίθηκε ότι ο κύριος λόγος της ανακοπής της αναιρεσείουσας ήταν νόμιμος και βάσιμος κατ' ουσίαν, απορρίφθηκε όμως με την αιτιολογία ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματός της ήταν καταχρηστική. Επομένως ήταν πρόδηλο το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της από 8-11-2007 εφέσεώς της παρά την ιδιότητά της ως νικησάσης διαδίκου, ενόψει μάλιστα του ότι η αναιρεσείουσα είχε το δικαίωμα ασκήσεως αντίθετης εφέσεως, την οποία και πράγματι άσκησε με το από 17-10-2007 σχετικό δικόγραφο. Συνεπώς ορθώς το εφετείο δεν απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη και οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι νομικώς αβάσιμοι. Εξάλλου ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος - με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι γεννάται δεδικασμένο από την παρεμπίπτουσα κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι είναι άκυρο το από 22-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων - είναι αβάσιμος αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη κατά τα προεκτεθέντα προϋπόθεση ότι μόνος λόγος που δικαιολογεί την άσκηση εφέσεως από το νικήσαντα διάδικο είναι η επίκληση δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου από τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης αποφάσεως. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π. 44/1990, Α.Π.39/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως και τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετο λόγο αυτής η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι απέρριψε τον κύριο λόγο της ανακοπής της ως μη νόμιμο με τις παρατιθέμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα του διαδίκου ως μη νόμιμο, όπως στην ίδια την αίτηση αναιρέσεως εκτίθεται ότι συνέβη εν προκειμένω. Με τη 14485/22-6-2001 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 87 ν.2725/1999, εγκρίθηκε ο "Ειδικός Κανονισμός Καλαθοσφαίρισης του άρθρου 87 του ν.2725/1999". Με το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, που φέρει τον τίτλο "Τύπος και περιεχόμενο Συμβολαίου", ορίστηκαν τα εξής: "Καθιερώνεται ενιαίος τύπος έντυπης σύμβασης παροχής αθλητικών υπηρεσιών μεταξύ αμειβομένων ή/και επαγγελματιών καλαθοσφαιριστών και Τ.Α.Κ. ή/και Κ.Α.Ε. Το έντυπο αυτό... καταρτίζεται με επιμέλεια, ευθύνη και δαπάνη του Ε.Σ.Α.Κ.Ε., ο οποίος υποχρεούται να συμπεριλάβει σε αυτό το ελάχιστο βασικό περιεχόμενο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου" (παρ.1). "Στο συμβόλαιο, με ποινή αυτοδίκαιης ακυρότητάς του, πρέπει να αναφέρονται:... β) Τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε το σωματείο: αα) προς τον καλαθοσφαιριστή και ββ) προς το προηγούμενο σωματείο ή/και το Τ.Α.Κ. ή/και την Κ.Α.Ε. από το οποίο προέρχεται ο καλαθοσφαιριστής..." (παρ.2). Εξάλλου με το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού, που φέρει τον τίτλο "Διαδικασία Επικύρωσης Συμβολαίου από τον Ε.Σ.Α.Κ.Ε.", ορίστηκαν τα εξής: "Το συμβόλαιο σε έξι (6) πρωτότυπα υποβάλλεται από την Κ.Α.Ε. ή το Τ.Α.Κ. ή τον καλαθοσφαιριστή ή από πληρεξούσιό τους στον Ε.Σ.Α.Κ.Ε. για έλεγχο και επικύρωση, το αργότερο σε πέντε (5) ημέρες από την ημέρα της υπογραφής του" (παρ.2). "Ο Ε.Σ.Α.Κ.Ε. μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη λήψη του συμβολαίου, ελέγχει τη νομιμότητα των όρων του ως και τη νομιμοποίηση των συμβαλλομένων μερών, το επικυρώνει και το καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο ή ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί για το σκοπό αυτό..." (παρ.3). "Η ίδια διαδικασία θα πρέπει να τηρείται και για κάθε τροποποίηση ή/και ανανέωση ή/και λύση, με κοινή βούληση των συμβαλλομένων, των συμβάσεων, για να παράγονται έννομα αποτελέσματα" (παρ.4). "Σε κάθε περίπτωση εγγραφής, μετεγγραφής, ανανέωσης συμβολαίου και καταβολής χρηματικών ποσών προς τον καλαθοσφαιριστή, απαραίτητη προϋπόθεση ελέγχου και επικύρωσης από τον Ε.Σ.Α.Κ.Ε. είναι η συνυποβολή αντιγράφου τριπλοτύπου είσπραξης του φόρου που αναλογεί κατά τις κείμενες διατάξεις και ο οποίος παρακρατείται και αποδίδεται με φροντίδα της Κ.Α.Ε. ή του Τ.Α.Κ..." (παρ.5). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι διατυπώσεις που προβλέπονται από αυτές και ειδικότερα: α) η αναγραφή στο συμβόλαιο των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν από την καλαθοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία προς τον καλαθοσφαιριστή ή προς την καλαθοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία από την οποία αυτός προέρχεται και β) η υποβολή του συμβολαίου προς τον Ε.Σ.Α.Κ.Ε. για έλεγχο και επικύρωση, πρέπει με ποινή ακυρότητας να τηρούνται στις συμβάσεις παροχής αθλητικών υπηρεσιών μεταξύ επαγγελματία καλαθοσφαιριστή και καλαθοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας, καθώς και σε κάθε τροποποίηση, ανανέωση ή λύση των συμβάσεων αυτών, όχι όμως και στις συμβάσεις μεταξύ καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιρειών, από τις οποίες η μία αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί στη συναινετική λύση υφιστάμενης συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών με κάποιο καλαθοσφαιριστή της, προκειμένου αυτός να συνάψει στη συνέχεια αντίστοιχη σύμβαση με την άλλη, έστω και αν τη σύμβαση αυτή συνυπογράφει και ο καλαθοσφαιριστής. Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από την αναφορά της "μετεγγραφής" μεταξύ των συμβάσεων στις οποίες πρέπει να τηρούνται οι ανωτέρω διατυπώσεις, αφού είναι σαφές ότι συμβάσεις που ρυθμίζονται με τις ανωτέρω διατάξεις είναι εκείνες μεταξύ καλαθοσφαιριστών και καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιρειών και όχι εκείνες μεταξύ καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιρειών. Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις αλλά και από οποιαδήποτε άλλη δεν προκύπτει ότι, αν με σύμβαση μεταξύ δύο καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιρειών αναληφθεί από την πρώτη η υποχρέωση συναινετικής λύσεως της συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών με κάποιον καλαθοσφαιριστή της προκειμένου να συναφθεί νέα έγκυρη σύμβαση με τη δεύτερη και στη συνέχεια καταρτισθεί μεταξύ της δεύτερης και του καλαθοσφαιριστή σύμβαση που είναι άκυρη λόγω μη τηρήσεως κάποιας από τις προαναφερθείσες διατυπώσεις, συμπαρασύρεται και καθίσταται άκυρη και η πρώτη σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον κύριο λόγο της από 27-6-2005 ανακοπής της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε: Ότι η μη διάδικος ανώνυμη καλαθοσφαιρική εταιρεία με την επωνυμία "Ηρακλής Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία" που τελούσε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως και ο επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής Σ. Σ. συνδέονταν με ενεργό σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών. Ότι τα από τη σύμβαση αυτή δικαιώματα της "Ηρακλής Κ.Α.Ε." περιήλθαν στα αναφερόμενα εννέα φυσικά πρόσωπα που είχαν αναδειχθεί πλειοδότες του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την απόκτηση του ενεργητικού της. Ότι προκειμένου να επέλθει συναινετική λύση της προαναφερθείσης συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών, ώστε ο ανωτέρω καλαθοσφαιριστής να συνάψει στη συνέχεια αντίστοιχη σύμβαση με αυτήν (την αναιρεσείουσα), κατήρτισε με τους παραπάνω εννέα πλειοδότες, τη μη διάδικο "Ηρακλής Κ.Α.Ε." και τον πιο πάνω καλαθοσφαιριστή, την από 22-6-2004 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε να καταβάλει, ως δίκαιο και εύλογο αντάλλαγμα για την πρόωρη λύση της προαναφερθείσης συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών, στους αντισυμβαλλομένους-πλειοδότες ή, ύστερα από έγγραφη υπόδειξή τους, στην υπό σύσταση νέα "Ηρακλής 1908-ΚΑΕ" (καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέο σε εννέα άτοκες δόσεις κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανακοπή. Ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεως των εννέα αντισυμβαλλομένων πλειοδοτών εξέδωσε, εκπροσωπούμενη νομίμως από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της, υπέρ της καθ' ης, τις αναφερόμενες εννέα μεταχρονολογημένες δίγραμμες επιταγές που αντιστοιχούσαν σε καθεμία από τις δόσεις. Ότι οι επιταγές αυτές, κατά τη ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων, επιτελούσαν εγγυητική μόνο λειτουργία, η δε εμφάνιση και είσπραξή τους επιτρεπόταν μόνο εφόσον αυτή (η ανακόπτουσα) καθίστατο υπερήμερη ως προς την πληρωμή της αντίστοιχης δόσεως. Ότι με το από 24-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εννέα πλειοδοτών, της υπό ειδική εκκαθάριση "Ηρακλής Κ.Α.Ε." αφενός και του πιο πάνω καλαθοσφαιριστή αφετέρου, λύθηκε με κοινή συμφωνία των μερών η προαναφερθείσα μεταξύ τους σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών. Ότι στο συμφωνητικό αυτό δεν έχει αναγραφεί η συνάρτηση της λύσεως του συμβολαίου με την εκ μέρους αυτής (της ανακόπτουσας) ανάληψη υποχρεώσεως για καταβολή του ποσού των 250.000 ευρώ. Ότι στις 28-6-2004 συνήψε με τον πιο πάνω καλαθοσφαιριστή σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, υπογράφοντας το έντυπο συμβόλαιο του Ε.Σ.Α.Κ.Ε. με αριθμό ..., που εγκρίθηκε αρμοδίως την 1-7-2004. Ότι στην από 28-6-2004 σύμβαση δεν έχει καταχωρηθεί το ποσό των 250.000 ευρώ, το οποίο αυτή (η ανακόπτουσα) είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει στους αντισυμβαλλομένους της με το από 22-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ότι για το λόγο αυτό η από 28-6-2004 σύμβαση είναι απολύτως άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή συμπαρασύρει και την από 22-6-2004 σύμβαση από την οποία έλκει τα δικαιώματά της η καθ' ης, η οποία επί πλέον δεν καταρτίσθηκε σε έντυπο του Ε.Σ.Α.Κ.Ε. και δεν υποβλήθηκε σ' αυτόν. Ότι, ενόψει της ακυρότητας της από 22-6-2004 συμβάσεως, η αναφερόμενη δίγραμμη επιταγή (μία από τις προαναφερθείσες εννέα) με βάση την οποία εκδόθηκε η 18103/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο επισπεύδεται από την καθ' ης η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της) έχει εκδοθεί από αυτήν υπέρ της καθ' ης χωρίς νόμιμη αιτία. Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής ήταν μη νόμιμος αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, οι διατυπώσεις που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι δεν τηρήθηκαν, δεν πρέπει να τηρούνται στις συμβάσεις μεταξύ καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιρειών από τις οποίες η μία αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί στη συναινετική λύση υφιστάμενης συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών με κάποιο καλαθοσφαιριστή της, προκειμένου αυτός να συνάψει στη συνέχεια αντίστοιχη σύμβαση με την άλλη, έστω και αν τη σύμβαση αυτή συνυπογράφει και ο καλαθοσφαιριστής. Επί πλέον, όπως ήδη έχει εκτεθεί, στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση της δεύτερης καλαθοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με τον καλαθοσφαιριστή είναι άκυρη λόγω μη τηρήσεως κάποιας από τις προαναφερθείσες διατυπώσεις, δεν συμπαρασύρεται ούτε καθίσταται άκυρη και η προηγηθείσα χρονικώς σύμβαση μεταξύ των δύο καλαθοσφαιρικών ανώνυμων εταιρειών και του καλαθοσφαιριστή με την οποία ανελήφθη υποχρέωση συναινετικής λύσεως της συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών με την πρώτη προκειμένου να συναφθεί νέα έγκυρη σύμβαση με τη δεύτερη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρεσείουσα, με τις από 21-11-2005 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απαραδέκτως συμπλήρωσε (μετέβαλε) τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, ισχυριζόμενη ότι η από 22-6-2004 σύμβαση ήταν άκυρη και διότι δεν υποβλήθηκε στον Ε.Σ.Α.Κ.Ε. για έλεγχο και επικύρωση, αν και περιείχε ρητή λύση της συμβάσεως μεταξύ του προαναφερθέντος καλαθοσφαιριστή και της "Ηρακλής Κ.Α.Ε." (σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της ανακοπής ότι η λύση της συμβάσεως μεταξύ των ανωτέρω επήλθε αργότερα με το από 24-6-2004 συμφωνητικό). Ενόψει όλων αυτών το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2, 4 παρ.4 και 4 παρ.5 του "Ειδικού Κανονισμού του άρθρου 87 του ν.2725/1999" ούτε εκείνες των άρθρων 159, 180, 201 (ή και 208 παρ.2), 374, 380, 382, 383 και 415 Α.Κ., τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού με τον ανωτέρω λόγο ανακοπής δεν είχε ισχυρισθεί ότι η "Ηρακλής Κ.Α.Ε." δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την από 22-6-2004 σύμβαση ούτε ότι η σύμβαση αυτή τελούσε υπό αναβλητική αίρεση η οποία δεν πληρώθηκε ούτε ότι επρόκειτο για σύμβαση σε βάρος τρίτου. Τέλος το εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις μη δεχόμενο ως νόμιμο τον πιο πάνω λόγο ανακοπής μετά την κατά τ' ανωτέρω απαράδεκτη συμπλήρωσή του με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συνεπώς οι τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος (εσφαλμένα αναγραφόμενος ως πέμπτος) λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-11-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΗΣ Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της 1400/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους από 20-5-2012 πρόσθετους λόγους της. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ