Αριθμός 1406/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Β. του Π. και 2. Γ. συζ. Ε. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γκιγκιλίνη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 6-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, 23-4-2001 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης και την από 29-5-2001 πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2001 μη οριστική, 72/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 3-5-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με την από 23-3-2001 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα ακόλουθα: Την 5-5-2000 στο Υποκατάστημα της αναιρεσιβλήτου στη Μυτιλήνη ανοίχθηκε νομίμως κοινός Λογαριασμός Ταμιευτηρίου, με μοναδικούς δικαιούχους τους ιδίους και τον αποβιώσαντα, την 4-3-2001, υιό τους Π. Β., ο οποίος λειτούργησε κανονικά μέχρι την 13-6-2000. Τότε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ενεργώντας κατά τρόπο αντισυμβατικό, παράνομο και καταχρηστικό προέβη στην δέσμευση του κατατεθέντος, μέχρι την ημερομηνία αυτή, στον εν λόγω λογαριασμό ποσού των 100.961.213 δραχμών, με την αιτιολογία ότι ο λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε παρανόμως για ερανικό σκοπό και ως εκ τούτου υπήχθη αυτομάτως στις διατάξεις του ν. 5101/1931. Η άρνηση δε της εναγομένης να τους αποδώσει το κατατεθέν στον επίμαχο λογαριασμό χρηματικό ποσό, ανερχόμενο, σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση, σε 105.343.524 δραχμές, είχε ως συνέπεια να ματαιωθεί η μετάβαση του συνδικαιούχου του λογαριασμού τούτου, ως άνω, ανηλίκου υιού των στο Νοσοκομείο Μemorial της Νέας Υόρκης των Η.Π.Α. και η υποβολή του σε θεραπεία προς αντιμετώπιση της σοβαράς ασθενείας, από την οποία έπασχε με αποτέλεσμα να επέλθει συνεπεία ταύτης ο θάνατός του. Εζήτησαν δ' ακολούθως να αναγνωρισθούν ως μοναδικοί δικαιούχοι του προαναφερθέντος κοινού λογαριασμού και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους αποδώσει εντόκως το ποσό του λογαριασμού, με βάση την διέπουσα αυτόν σύμβαση παρακαταθήκης , άλλως δε και επικουρικώς να υποχρεωθεί να τους καταβάλει το ίδιο χρηματικό ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικώτερον σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της ανωτέρω αγωγής και της ασκηθείσης υπό του Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν προσεπικλήσεως της εναγομένης προσθέτου υπέρ αυτής παρεμβάσεως, εξεδόθη αρχικώς η υπ' αριθμ. 252/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η κυρία βάση της αγωγής, μη νόμιμες δε οι επικουρικές τοιαύτες και διετάχθησαν οι δέουσες αποδείξεις. Μετά την διεξαγωγήν αυτών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 72/2006 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποίαν απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση και έγινε μερικώς δεκτή ως βάσιμη η αγωγή και δη κατά το ποσό των 102.714,6 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, η οποία απερρίφθη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Επειδή, κατά το άρθρο 174 του Α.Κ."Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη". Το αν συνάγεται κάτι άλλο και όχι η ακυρότης της δικαιοπραξίας προκύπτει ερμηνευτικώς από την έννοια και το σκοπό της συγκεκριμένης απαγορευτικής διατάξεως, ενδεχομένως δε και από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας. Περαιτέρω, ο ν. 5101/1931 περί διενεργείας εράνων και λαχειοφόρων ή φιλανθρωπικών αγορών, ορίζει, μεταξύ άλλων και τα εξής: " Άρθρο 1. Από της ισχύος του παρόντος Νόμου απαγορεύονται οι πάσης φύσεως έρανοι και λαχειοφόροι ή φιλανθρωπικαί αγοραί, ως και η διά παντός άλλου τρόπου συλλογή χρημάτων η αντικειμένων. Άρθρο 2. Εις εξαιρετικάς μόνον περιπτώσεις και επί τω τέλει πληρώσεως γενικού φιλανθρωπικού σκοπού ή της εκτελέσεως έργου κοινής ωφελείας , δύναται να επιτραπή, κατόπιν αδείας εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 του παρόντος Νόμου, η συλλογή εράνων ή η ενέργεια φιλανθρωπικών αγορών: α) Εις νομίμως ανεγνωρισμένα σωματεία, ιδρύματα κλπ. β) Εις επιτροπάς συγκροτουμένας κατά τάς διατάξεις του Α. Κώδικος. 2. Εν ουδεμιά περιπτώσει επιτρέπεται η χορήγησις αδείας διενεργείας εράνου ή αγοράς, χάριν των μελών σωματείου τινός ή κατηγορίας τινός προσώπων. Άρθρο. 20. 1. 'Ατομα, επιτροπαί ή Σωματεία προβαίνοντα εις συλλογήν εράνων η διενεργούντα φιλανθρωπικάς ή λαχειοφόρους αγοράς, παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, τιμωρούνται, εάν η πράξις δεν περιέχη δεινοτέραν του δικαίου παράβασιν, με φυλάκισιν τριών μέχρις οκτώ μηνών, και εν υποτροπή μη φυλάκισιν εξ μηνών μέχρι 2 ετών. Τα χρήματα κατάσχονται και διατίθενται συμφώνως τω αρθρ. 25 του παρόντος Νόμου, τα δε είδη δημεύονται ως άνω, του προϊόντος αυτών διατιθεμένου κατά το αυτό άρθρ.25 του παρόντος Νόμου. 2. Τα αυτά πρόσωπα, παραβαίνοντα τας λοιπάς διατάξεις του παρόντος Νόμου, τιμωρούνται διά φυλακίσεως το πολύ τριών μηνών και χρηματικής ποινής 5.000-50.000 δραχμών". Αρθρ. 25. 1. Τα κατά τα αρθρ.12, 13, 14, 15, 17, 18, 20 και 24 προκύπτοντα χρηματικά ποσά κατατίθενται παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος εις διαρκή έντοκον κατάθεσιν υπό τον τίτλον "Υπουργείον Προνοίας και Αντιλήψεως Φιλανθρωπικά Ιδρύματα". 2. Οι πόροι της εν λόγω καταθέσεως ή και μέρος ταύτης διατίθενται αποκλειστικώς διά την ίδρυσιν και λειτουργίαν η επιχορήγησιν Φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων και Σωματείων διά Δ/τος προκαλουμένου υπό του Υπουργού της Προνοίας και Αντιλήψεως (μετά προηγουμένην σύμφωνον γνωμοδότησιν του κατά το άρθρ. 22 Συμβουλίου). 3. Διά Δ/τος κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον εκδιδομένου κανονισθήσονται: α) Ο τρόπος της απολήψεως και διαχειρίσεως του ως άνω αποσυρόμενου ποσού, β) Τα της ιδρύσεως εκάστου συσταθησομένου ιδρύματος και γ) Τα της διοικήσεως, λειτουργίας, προσλήψεως αναγκαιούντος προσωπικού αυτού, ως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ.1 του ν. 2889/12001: "Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που από το σύνολο των περιστάσεων κρίνονται δικαιολογημένες για την αποκατάσταση της υγείας οικονομικά αδυνάτων ατόμων, που πάσχουν από ανίατες ή δυσίατες ασθένειες ή έχουν υποστεί βαριές σωματικές κακώσεις μπορεί με αιτιολογημένες αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, να εγκρίνεται η συγκέντρωση χρημάτων με τραπεζικούς λογαριασμούς που έχουν ανοιχθεί στο όνομα των παραπάνω προσώπων ή αυτών που έχουν την επιμέλειά τους κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 5101/1931 και να αποδίδονται εν όλω ή εν μέρει τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν στα παραπάνω πρόσωπα". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 5101/1931 προκύπτει ότι απαγορευμένο έρανο αποτελεί κάθε συλλογή χρημάτων που γίνεται χωρίς άδεια και ύστερα από πρόσκληση προς το κοινό ανωνύμως με στόχο την επίτευξη ορισμένου σκοπού, όπως είναι και η θεραπεία ορισμένου πάσχοντος προσώπου, η συγκέντρωση δε των χρημάτων μπορεί, του νόμου μη διακρίνοντος, να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως και με το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, αρκεί να εισφέρονται σ' αυτόν χρήματα από οποιονδήποτε το επιθυμεί για τον ανωτέρω σκοπό. Τα χρήματα που εισφέρονται σε τέτοιο λογαριασμό δεν μπορούν να αποδοθούν στους δικαιούχους του λογαριασμού χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία απαιτείται σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και επί εράνου για τον οποίο δόθηκε άδεια διενεργείας του, δεσμεύονται δε αυτά και τελικός δικαιούχος των είναι το Δημόσιο. Από την εισηγητική έκθεση του νόμου προκύπτει ότι σκοπός αυτού δεν ήταν η αποδοκιμασία αυτής καθ' εαυτής της ερανικής εισφοράς, ούτε της επιδιώξεως ενός φιλανθρωπικού σκοπού, αλλά η αποτροπή φαινομένων εκμεταλλεύσεως του φιλανθρωπικού συναισθήματος των πολιτών, μέσω της προσκλήσεως ανωνύμως σε ευρύ αριθμό προσώπων, με απώτερο σκοπό την αποκόμιση κέρδους και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συνέπεια τούτου είναι η κατ' αρχήν εγκυρότητα των για τον ανωτέρω σκοπό τραπεζικών καταθέσεων και ως μόνη κύρωση απειλείται η επιβολής ποινής. Η εγκυρότητα, όμως, αυτή τελεί υπό τη νομική αίρεση της παροχής αδείας από τον αρμόδιο Υπουργό, χωρίς την οποία δεν γεννάται υποχρέωση της τραπέζης να αποδώσει το προϊόν του λογαριασμού στους δικαιούχους αυτού, ούτε αντίστοιχο δικαίωμα των τελευταίων για ανάληψη των καταθέσεων. Με τη διάταξη του νόμου 2889/2001 δόθηκε πλέον η δυνατότητα στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας να εγκρίνει την κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς από ερανικές εισφορές με σκοπό την αποκατάσταση οικονομικά ασθενών προσώπων, καθώς επίσης να εγκρίνει την απόδοση μέρους ή του συνόλου των χρημάτων στους αναφερόμενους ως δικαιούχους. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως ( 2-3-2001), πλην όμως η ανωτέρω διάταξη έχει μη γνήσια αναδρομική ισχύ, αφού από το περιεχόμενό της και από τον λόγο θεσπίσεως αυτής, προκύπτει, ότι εφαρμόζεται και επί νομικών σχέσεων που είχαν μεν δημιουργηθεί κατά τη δημοσίευση του, αλλ' ευρίσκοντο ακόμη σε εξέλιξη, όπως συμβαίνει επί διενεργηθέντος χωρίς άδεια εράνου το προϊόν του οποίου δεν έχει εισέτι διατεθεί. Η έγκριση του Υπουργού φέρει το χαρακτήρα της αιρέσεως δικαίου και συνεπώς του όρου ενεργού της δικαιοπραξίας και της εξουσίας διαθέσεως των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό. Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής , ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Οι ενάγοντες Ε. Β. και Γ. Β. απόκτησαν από το γάμο τους ένα τέκνο τον Π. Β., ο οποίος γεννήθηκε στις 21-1-1998. Στις 22-9-1999 διαγνώστηκε ... ότι το ως άνω παιδί των εναγόντων έπασχε από νευροβλάστωμα σταδίου IV. Για την θεραπεία του ακολουθήθηκε από τις 5-10-1999 σχετική χημειοθεραπευτική αγωγή, υποβλήθηκε επίσης σε χειρουργική επέμβαση στις 14-1-2000, ή οποία όμως δεν επέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα ... Λόγω της ασθένειας αυτής ήταν απαραίτητη η επί μακρό χρονικό διάστημα νοσηλεία του ... αλλά και η εξέταση της αναγκαιότητας της μεταφοράς του σε εξειδικευμένη νοσοκομειακή μονάδα του εξωτερικού. Οι δαπάνες όμως, στις οποίες έπρεπε να υποβληθούν οι ενάγοντες ... ήταν εξαιρετικά δυσβάσταχτες για την οικονομική τους κατάσταση. Με πρωτοβουλία του Δήμου Γέρας, δημότες του οποίου είναι οι ενάγοντες, το δημοτικό συμβούλιο... αποφάσισε την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας των ... . Περαιτέρω ... στις 4-5-2000 απέστειλε μήνυμα με fax, ένας δάσκαλος του χωριού των εναγόντων, στον ιδιοκτήτη του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού ... με το οποίο ενημέρωνε το σταθμό για το πρόβλημα του ανηλίκου τέκνου των εναγόντων. Μέσω του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε να καταστεί ευρέως γνωστή η ανάγκη για οικονομική ενίσχυση της οικογένειας για την επίτευξη του σκοπού της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου τους. Έτσι διαδόθηκε σε ευρύ κοινό ανθρώπων από τις 4 έως τις 9 Μαΐου 2000 από τον ως άνω τοπικό τηλεοπτικό σταθμό της Μυτιλήνης, και στη συνέχεια την αναμετάδοση της από 8-5-2000 έως 13-5-2000, από τηλεοπτικούς σταθμούς των Αθηνών ... που έχουν πανελλήνια εμβέλεια. Στις 5-5-2000, κατόπιν πρωτοβουλίας του διευθυντή του ανωτέρω τοπικού τηλεοπτικού σταθμού, μετέβη η Γ. - Ε. Π., υπάλληλος του τελευταίου, στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Μυτιλήνη, όπου προέβη στο άνοιγμα κοινού τραπεζικού λογαριασμού, με την κατάρτιση της από 5-5-2000 σύμβασης καταθέσεων, την οποία υπέγραψαν αργότερα οι ενάγοντες, δυνάμει της οποίας άνοιξε ... κοινός λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου, στο όνομα των εναγόντων και του ανηλίκου τέκνου τους ..., ενώ παράλληλα κατέθεσε και το ποσό των 100. 000 δρχ. Κατά το χρονικό διάστημα από 4 έως 9 Μαΐου 2000, ο ανωτέρω τηλεοπτικός σταθμός και οι προαναφερθέντες πανελλήνιας εμβέλειας, ανακοίνωσαν δια των τηλεοπτικών εκπομπών τους, την ύπαρξη του ανωτέρω κοινού λογαριασμού και τον αριθμό αυτού, ενώ ταυτόχρονα έγινε έκκληση προς όποιον επιθυμούσε και μπορούσε να συμβάλει στην οικονομική ενίσχυση των εναγόντων για την περίθαλψη του τέκνου τους, να καταθέσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό. Υπήρξε ανταπόκριση των πολιτών έτσι ώστε πραγματοποιήθηκαν καταθέσεις από διάφορα μέρη της χώρας, που υπερέβαιναν των αριθμό των 4.000, με αποτέλεσμα έως τις 13-6-2000 να έχει συγκεντρωθεί το ποσό των 100.961.213 δρχ. Μεταξύ αυτών κατέθεσαν και οι ίδιοι οι ενάγοντες χρηματικά ποσά όπως στις 9-5-2000 το ποσό των 300.000 δρχ., στις 10-5-2000 το ποσό των 150.000 δρχ., ενώ προέβησαν και σε αναλήψεις διαφόρων ποσών την 18-5-2000, την 22-5-2000, την 23-5-2000 και την 2-6-2000. Από την ανωτέρω όμως ημερομηνία της 13ης-6-2000, η εναγόμενη Τράπεζα αρνήθηκε να πραγματοποιήσει αναλήψεις, αλλά και καταθέσεις, από και προς το λογαριασμό αυτό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τους ενάγοντες, με την αιτιολογία, ότι στο λογαριασμό αυτό γίνονταν καταθέσεις υπό τον τύπο των ερανικών εισφορών, κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 5101/1931 ... Η έννομη σχέση, που συνδέει τον εκάστοτε καταθέτη - ερανοδότη με τους ενάγοντες - δικαιούχους του λογαριασμού δεν θίγεται από τις απαγορευτικές διατάξεις του ν. 5101/1931, αντιθέτως διερευνητέα εν προκειμένω είναι η σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης υπό το μανδύα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, που καταρτιζόταν κάθε φορά μεταξύ του εκάστοτε καταθέτη - ερανοδότη και της εναγομένης Τράπεζας, καθόσον δι' αυτής πραγματοποιείτο η ερανική εισφορά. Καλείται επομένως εν πρώτοις προς εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, υπό την έννοια της επέλευσης της ακυρότητας της εν λόγω σύμβασης, λόγω της αντίθεσης της προς τις διατάξεις δημοσίου και ποινικού δικαίου των άρθρων 1, 20 του ν. 5101/1931. Αν και όπως καταδείχθηκε ανωτέρω η σύμβαση αυτή εντασσόταν στα πλαίσια διενέργειας εράνου, έτσι ώστε να αποτελεί ερανική εισφορά, δεν επέρχεται η ακυρότητα της εξ αυτού του λόγου, καθόσον όταν η απαγόρευση, που τάσσεται από κάποιο νόμο σημαίνει αποδοκιμασία όχι της δικαιοπραξίας αυτής καθ' εαυτής αλλά των συνθηκών συνάψεως, τότε δε συνεπάγεται η αντίθεση της προς αυτό το νόμο την ακυρότητα της, αλλά μοναδική συνέπεια είναι η απειλή ποινής.... Πέραν όμως τούτου για την εγκυρότητα τόσο της δικαιοπραξίας της ερανικής εισφοράς εν προκειμένω της ανώμαλης παρακαταθήκης όσο και για τη δυνατότητα ανάληψης του ποσού από τους δικαιούχους απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 και 11 του ν. 5101/1931 η άδεια του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Η άδεια για την εγκυρότητα της διενέργειας εράνου συνιστά ουσιαστικά δήλωση βουλήσεως του αρμόδιου οργάνου, ότι επιθυμεί τη διενέργεια της δικαιοπραξίας (της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου), και ως εκ τούτου συνιστά προϋπόθεση του κύρους αυτής, πρέπει δηλαδή να συντρέξει μετά την κατάρτισή της προκειμένου να καταστεί αυτή ενεργός. Έως την πλήρωση της νομικής αυτής αίρεσης η ισχύς της δικαιοπραξίας είναι μετέωρη, χωρίς όμως να παράγει έννομα αποτελέσματα. Η δεύτερη δε άδεια για την ανάληψη χρηματικού ποσού συνιστά προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας διαθέσεως αυτού χάριν της προστασίας συμφερόντων τρίτων, μέχρι την έκδοση της οποίας όμως παραμένει και η υποσχετική δικαιοπραξία υπό αίρεση έτσι ώστε δεν υφίσταται ενοχική δέσμευση μέχρι την άρση του νομικού κωλύματος. Κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλαδή στις 13-6-2000, η απαιτούμενη ως άνω άδεια του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας δεν υφίστατο, με αποτέλεσμα η σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης που αποτελούσε και γνήσια σύμβαση υπέρ των εναγόντων ήταν μετέωρη, έτσι ώστε η αξίωση των τελευταίων απέναντι στην εναγόμενη Τράπεζα, που άσκησαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 411 ΑΚ, να μην έχει γεννηθεί, λόγω του ανενεργού της σύμβασης. Συνεπώς η άρνηση της Τράπεζας να ικανοποιήσει την αξίωση για απόδοση στους ενάγοντες των κατατεθειμένων χρημάτων στον ως άνω κοινό λογαριασμό, δεν συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης, αφού η εναγόμενη Τράπεζα δεν είχε λόγω μη πληρώσεως της προαναφερθείσας αιρέσεως, αποκτήσει ακόμα την ιδιότητα της οφειλέτριας και δεν είχε γεννηθεί ακολούθως αντίστοιχη υποχρέωση της ... . Προκειμένου να εναρμονιστεί το νομοθετικό καθεστώς με τη συχνά εμφανιζόμενη πλέον πρακτική συγκέντρωσης χρημάτων διά καταθέσεων σε τραπεζικό λογαριασμό, ο νομοθέτης προχώρησε στη θέσπιση του άρθρου 19 του ν. 2889/2001, κατά την παράγραφο 1 του οποίου: "Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που από το σύνολο των περιστάσεων κρίνονται δικαιολογημένες για την αποκατάσταση της υγείας οικονομικά αδυνάτων ατόμων που πάσχουν από ανίατες ή δυσίατες ασθένειες ή έχουν υποστεί βαριές σωματικές κακώσεις, μπορεί με αιτιολογημένες αποφάσεις του υπουργού Υγείας και Πρόνοιας να εγκρίνεται η συγκέντρωση χρημάτων με τραπεζικούς λογαριασμούς που έχουν ανοιχθεί στο όνομα των παραπάνω προσώπων ή αυτών που έχουν την επιμέλειά τους κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 5101/1931 και να αποδίδονται εν όλω ή εν μέρει τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν στα παραπάνω πρόσωπα". Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή τις 2-3-2001, πλην όμως η ανωτέρω διάταξη έχει μη γνήσια αναδρομική ισχύ, αφού από το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως και από το λόγο θέσπισης της προκύπτει, ότι εφαρμόζεται και επί νομικών σχέσεων που είχαν μεν δημιουργηθεί κατά τη δημοσίευση του, αλλά ακόμα βρισκόταν σε εξέλιξη, όπως η επίδικη έννομη σχέση. Τούτο μάλιστα συμπορεύεται και με τη διαχρονικού δικαίου ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 209 ΑΚ, από την οποία αντλείται συστηματικό επιχείρημα και για τις νομικές αιρέσεις, κατά την οποία τα στοιχεία που αφορούν στο αντικείμενο της δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση κρίνονται, με βάση το χρόνο πληρώσεως της αίρεσης. Με τη διάταξη του νόμου αυτού δινόταν πλέον η δυνατότητα στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας να εγκρίνει την κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς από ερανικές εισφορές με σκοπό την αποκατάσταση οικονομικά αδύνατων προσώπων, καθώς επίσης να εγκρίνει την απόδοση μέρους ή του συνόλου των χρημάτων στους αναφερόμενους ως δικαιούχους. Ευνόητο είναι, ότι η έγκριση του Υπουργού που θεσπίσθηκε με το νεότερο αυτό νόμο, φέρει και αυτή το χαρακτήρα αιρέσεως και συνακολούθως όρου του ενεργού της δικαιοπραξίας και της εξουσίας διαθέσεως των χρημάτων ισχυόντων όλων των ανωτέρω εκτεθειμένων και σε αυτή. Την ίδια ημερομηνία δημοσίευσης του ως άνω μεταγενεστέρου νόμου, δηλαδή την 2-3-2001, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Η2Β/Οικ.644/2-3-2001 υπουργική απόφαση του Υπουργού Υγείας και Προνοίας, η οποία δεν έχει ανακληθεί ως ατομική διοικητική πράξη μέχρι το χρόνο της μετ' απόδειξη συζήτησης της ένδικης αγωγής. Με αυτή εγκρίθηκε η συγκέντρωση των χρημάτων στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό στο όνομα των εναγόντων και η απόδοση του ποσού των 35.000.000 δρχ. ή 102.114,60 Ευρώ στους ενάγοντες. Δύο ημέρες μετά τη δημοσίευση του νόμου και την έκδοση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων απεβίωσε, λόγω της ασθένειας από την οποία έπασχε. Λόγω του θανάτου του ανηλίκου τέκνου ανατράπηκε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συμβάσεως της δωρεάς επί σκοπώ μεταξύ του κάθε καταθέτη - ερανοδότη και των εναγόντων - δωρεοδόχων και ειδικότερα ο σκοπός της, δηλαδή η αποθεραπεία του ανηλίκου τέκνου των τελευταίων. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τη νομική και ιστορική αιτία της αναλόγως εφαρμοστέας ένστασης του αρθρ. 872 Α Κ., πλην όμως δεν δύναται να προβληθεί η ένσταση αυτή από την εναγομένη έναντι των εναγόντων στην ανωτέρω σύμβαση υπέρ τρίτου καθόσον αντλείται από τη σχέση αξίας μεταξύ δέκτη της υπόσχεσης και τρίτου, δηλαδή μεταξύ καταθετών και εναγόντων. Σε κάθε μάλιστα περίπτωση, την αναζήτηση των καταθέσεων -ερανικών εισφορών μπορεί να αναζητήσει μόνον ο κάθε καταθέτης από τους ενάγοντες - δικαιούχους του λογαριασμού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Εξάλλου το δυσάρεστο αυτό γεγονός, δεν δύναται να εκληφθεί ως λόγος ματαίωσης της νομικής ως άνω αίρεσης, καθόσον περιεχόμενο της τελευταίας είναι μόνον ο όρος, που τάσσει ο ανωτέρω νόμος, δηλαδή η έκδοση άδειας από τον Υπουργό, με αποτέλεσμα να μην επέρχεται ματαίωσή της από το γεγονός, ότι κατέστη βέβαιη, λόγω θανάτου του, η αδυναμία αποθεραπείας του ανηλίκου τέκνου των εναγόντων. Επομένως με την έγκριση της συγκέντρωσης χρημάτων στον επίμαχο τραπεζικό λογαριασμό, δια της ως άνω Υπουργικής απόφασης καθίσταται, ενεργός η γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, έτσι ώστε πλέον αναδίδονται στο νομικό κόσμο δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτή για τα συμβαλλόμενα μέρη. Δικαιούχοι, του ανωτέρω λογαριασμού τυγχάνουν οι ενάγοντες, έως όμως το ποσό των 35.000.000 δρχ. ή 102.714,60 ευρώ, σύμφωνα και με τις προμνησθείσες σκέψεις, το οποίο δύνανται να αναλάβουν, αφού η ανάληψη του έχει εγκριθεί από τον αρμόδιο Υπουργό. Επομένως η Τράπεζα οφείλει, να καταβάλει το ανωτέρω ποσό στους ενάγοντες ως δικαιούχους του προαναφερθέντος κοινού λογαριασμού ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε : α) ότι το προϊόν του κοινού λογαριασμού που με πρωτοβουλία τρίτων ανοίχθηκε στο όνομα των εναγόντων και του αποβιώσαντος τέκνου τους στην εναγομένη Εθνική Τράπεζα αποτελούσε ερανική εισφορά, η οποία διενεργήθηκε χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, β) ότι πριν την έκδοση αποφάσεως του ιδίου Υπουργού, η οποία να επιτρέπει τη διάθεση των χρημάτων στους δικαιούχους του τραπεζικού λογαριασμού, δεν υφίστατο ούτε από τη σύμβαση ούτε από το νόμο υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει το προϊόν του λογαριασμού στους ενάγοντες και γ) ότι η άρνηση της εναγομένης να αποδώσει τα χρήματα του λογαριασμού στους ενάγοντες δεν αποτελούσε παράνομη πράξη, δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 5101/1931 και του ν. 2889/2001, την παραβίαση των οποίων, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε εκείνες των άρθρων 2, 200 και 830 του Α.Κ., 4, 5 και 25 του Συντάγματος, την παραβίαση των οποίων ρητώς οι ίδιοι επικαλούνται. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η εγκυρότης της, άνευ αδείας του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, συγκεντρώσεως χρημάτων, που, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, έγινε εν προκειμένω με ερανική εισφορά, δια μέσου τραπεζικού λογαριασμού, και η απόδοση τους στους δικαιούχους του λογαριασμού τελούσε υπό την συνιστώσα αίρεση δικαίου άδεια του Υπουργού, πριν από την έκδοση της οποίας ήταν απαγορευμένη η διάθεση των χρημάτων και συνεπώς δεν υφίστατο υποχρέωση της τραπέζης να αποδώσει το περιεχόμενο του λογαριασμού στους ενάγοντες και συνακολούθως αντίστοιχο δικαίωμα των τελευταίων προς ανάληψη του ιδίου ποσού. Επίσης το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του για τα ως άνω ουσιώδη και καθοριστικά για την έκβαση της δίκης ζητήματα, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. καθώς και οι τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου, που αναφέρονται στις ίδιες αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση όμως, μόνο στην με αριθμό 19 τοιαύτη, τυγχάνουν στο σύνολό τους αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη για την ίδρυση του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος όμως απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα (Α.Π. 109/2012, 373/2012, 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο (με στοιχ. 3.2.3.β') , τέταρτο (με στοιχ. 3.4.5.β') και πέμπτο (με στοιχ. 3.5.2 α') λόγους αναιρέσεως, όπως αυτοί εκτιμώνται από το Δικαστήριο, προβάλλεται αναιρετική αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των ότι τα χρήματα του επίμαχου λογαριασμού δεν αποτελούν προϊόν εράνου, και ειδικότερα: α) την γνωμοδότηση του καθηγητή του Ποινικού Δικαίου Ι. Μ., β) την υπ' αριθ. 9/2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, γ) την υπ' αριθμ. 19/2005 εισηγητική έκθεση, δ) την περιλαμβανομένη στην εισηγητική έκθεση κατάθεση της μάρτυρος Γ. Π., ε) τις από 13-4-2005 ένορκες ενώπιον του Πταισματοδίκου Μυτιλήνης καταθέσεις του Νομάρχου Μυτιλήνης και του Δημάρχου του Δήμου Γέρας, στ) το υπ' αριθμ. 4/20009 πρακτικό και την υπ' αριθμ. 50/2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Γέρας , ζ) το υπ' αριθμ. 22/Δ/9-5-2000 έγγραφο Δήμου Γέρας, η) το από 9-5-2000 δελτίο τύπου Δήμου Γέρας και θ) τα βιβλιάρια καταθέσεων των εναγόντων. Οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι η μεν γνωμοδότηση για νομικό ζήτημα δεν αποτελεί αποδεικτικό, κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, ενώ από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν νομίμως ενώπιόν του οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της ιδίας αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω παρά των αναιρεσειόντων νομίμως προσκομισθέντα. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008, Α.Π. 896/2011, 29/2011). Στην προκειμένη περίπτωση , με τους δεύτερο (υπό στοιχ. 3.2.3.δ'), τέταρτο (υπό στοιχ. 3.4.5, δ') και πέμπτο υπό (στοιχ. 3.5.2. β') λόγους αναιρέσεως, όπως αυτοί εκτιμώνται από το Δικαστήριο, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων, τα οποία κατά τον αμέσως ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, δεν έλαβε υπόψη του για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, καθόσον δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται στα συγκεκριμένα έγγραφα. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι πολλαπλώς απαράδεκτοι, διότι: α) αντιφάσκουν με τον αμέσως προηγούμενο αναιρετικό λόγο περί μη λήψεως υπόψη των ιδίων εγγράφων, β) δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν και γ) κατά το αληθές περιεχόμενό τους δεν αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση μομφή για παραμόρφωση, υπό την ρηθείσα του σχετικού όρου έννοια, αλλά απόδοση σ' αυτά νοήματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, δηλαδή για εκτιμητικό (και όχι διαγνωστικό) σφάλμα, το οποίο δεν ιδρύει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση δε ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο την κρίση του σε σχέση με τον προειρημένο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι τα χρήματα του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού δεν αποτελούν προϊόν εράνου, διεμόρφωσε όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον από τα έγγραφα αυτά , αλλά από την συνεκτίμηση τούτων μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και εγγράφων), που προσεκομίσθησαν νομίμως ενώπιόν του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-10-2010 αίτηση των Ε. Β. και Γ. συζ. Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 253/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 22α Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 27η Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ