Αριθμός 10/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν., αγνώστου πατρός και της Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βιργινία Μυταρρέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 01.02.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 200/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 15.05.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 30/2018 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε απορρίψει την από 08.01.2015 αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας διαθήκης αυτού (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά την παράγραφο 1 εδάφιο α' του άρθρου 131 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, "Η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα ανωτέρω, ανικάνου, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να δύναται να την προσβάλλει (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 531/2018). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βουλήσεως, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 του Α.Κ., η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ., ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι, όσοι κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κτλ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσεται, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνειδήσεως του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής, αποκλείεται κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων (Α.Π. 913/2019). Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνωστές ψυχώσεις, όπως η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Η απλή νοητική εξασθένιση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (Α.Π. 237/2017). Η ανικανότητα κρίνεται κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, τότε δεν είναι ανάγκη η απόδειξή της κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (Α.Π. 120/2022, Α.Π. 360/2021, Α.Π. 1198/2012, Α.Π. 1420/2010, Α.Π. 1110/2008). Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ. , δηλαδή, τόσο της ελλείψεως συνειδήσεως των πράξεων του διαθέτη, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αυτού που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του (Α.Π. 821/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1132/2021, Α.Π. 1292/2019, Α.Π. 567/2013). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 482/2013, Α.Π. 92/2013). Περαιτέρω, λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 314/2021, Α.Π. 162/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αδελφή των διαδίκων Μ. Ν. του Ν. και Β. γεννημένη το έτος 1946 και άγαμη, κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στις 10-8-2014 στην Αθήνα στο ΠΝΑ Σπηλιοπούλειο Νοσοκομείο "Η Αγία Ελένη", έχοντας κατά το χρόνο του θανάτου της μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς τον ενάγοντα αδελφό της και τον εναγόμενο ετεροθαλή αδερφό της. Η ανωτέρω αποβιώσασα με την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Δ. Γ. - Κ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 596/2014 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον εναγόμενο ετεροθαλή αδερφό της, ορίζοντας συγκεκριμένα ότι "...εγκαθιστώ και ονομάζω μοναδικό κληρονόμο μου στο πιο κάτω ακίνητό μου τον αδελφό μου Δ. Ν. του Ν. στον οποίο αφήνω κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή μετά τον θάνατό μου ένα οικόπεδο έκτασης πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων (500 Μ2) μαζί με την υφιστάμενη σ' αυτό παλαιά ισόγεια οικία, επιφάνειας είκοσι τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων (24,00 Μ2), κτισμένη πριν από τριάντα (30) χρόνια περίπου". Το ως άνω ακίνητο της αποβιώσασας βρίσκεται μέσα στον οικισμό της τοπικής κοινότητας ... Δημοτικής Ενότητας ... της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων και συνορεύει με επαρχιακή οδό ..., με δύο δημοτικές οδούς και με ιδιοκτησία Π.. Το οικόπεδο αυτό αποτελεί το μισό από ένα μεγαλύτερο οικόπεδο με αριθμό ..., συνολικής έκτασης ενός στρέμματος που είχε περιέλθει στον ενάγοντα και την αδερφή του Μ. Ν. του Ν. (αποβιώσασα) με το με αριθμό ... παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας Διεύθυνση Εποικισμού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης, η κληρονομούμενη έπασχε από μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. ... ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της Ογκολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων η διαθέτιδα στις 25-8-2010 διαγνώσθηκε με φλεγμονώδη Ca μαστού σταδίου T4b B2-3 Mx, για την αντιμετώπιση της οποίας (νόσου), στις 27-9-2010, ξεκίνησε να λαμβάνει στα Ε.Ι. της Ογκολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων ένα χημειοθεραπευτικό σχήμα με αδρυαμυκίνη - δοσεταξάλη, κυκλοφωσφαμίδη σε έξι κύκλους ως την 17-1-2011, παρουσιάζοντας ύφεση της νόσου. Στις 28-3-2011, όμως, κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή της διαθέτιδος στο νοσοκομείο, οπότε και υπεβλήθη σε τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή του δεξιού μαστού και λεμφαδενικό καθαρισμό μασχάλης. Από την 1-3-2011 της χορηγήθηκε συμπληρωματική ορμονοθεραπεία με λήψη δισκίων αναστραζόλης έως και την 26-9-2012, όταν, λόγω παρουσίας πνευμονικών μεταστάσεων έγινε έναρξη χορήγησης 2ης γραμμής ορμονοθεραπείας με ενέσιμο Fulvestrant, ενώ από την 14-2-2013, λόγω της επιδείνωσης των πνευμονικών μεταστάσεων της χορηγήθηκε νέο ισχυρό θεραπευτικό σχήμα με everolimus (δισκία) exemestane (δισκία). Την 1-3-2014, μετά την παρουσία ζάλης, αστάθειας αδυναμίας καταβολής και διαταραχές επιπέδου συνείδησης, επικοινωνίας, βραδυψυχισμού υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, κατά την οποία διαγνώσθηκαν εγκεφαλικές μεταστάσεις, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώθηκε πρόοδος της νόσου και σε πνευματικό παρέγχυμα. Την ίδια ημέρα υποβλήθηκε και σε συνεδρίες ακτινοθεραπείας εγκεφάλου, λόγω των πολλαπλών μεταστάσεων στο συγκεκριμένο όργανο, ώστε ιατρικώς ακολουθήθηκε διαδικασία επιθετικής αντιμετώπισης και επιβράδυνσης των συμπτωμάτων της νόσου και από 3-4-2014 άρχισε θεραπεία με δισκία καπεσιταβίνης. Για την καλύτερη δε φροντίδα της διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "Σπηλιοπούλειο" Αθηνών, όπου και απεβίωσε κατά τα ανωτέρω μετά από λίγους μήνες και συγκεκριμένα στις 10-8-2014. Από την ως άνω ιατρική βεβαίωση, η οποία αφορά την πορεία της νόσου της διαθέτιδος από την αρχή της διάγνωσης μέχρι την 3-4-2014, οπότε μεταφέρθηκε στην Αθήνα, διάστημα στο οποίο περιλαμβάνεται ο κατά τα ανωτέρω κρίσιμος χρόνος σύνταξης της επίδικης διαθήκης (24-3-2014), δεν προκύπτει ότι η διαθέτις, εξαιτίας της ασθένειας που έπασχε, δεν είχε πνευματική διαύγεια και καλή επαφή με το περιβάλλον. Εάν αυτή έπασχε από πνευματική νόσο ή στερούνταν της χρήσης του λογικού, θα είχε διαπιστωθεί στο νοσοκομείο που νοσηλεύτηκε και θα αναφέρονταν στην ως άνω ιατρική βεβαίωση. Εντούτοις, στην παραπάνω βεβαίωση δεν περιλαμβάνεται κάποιο στοιχείο σχετικά με τυχόν πνευματική διαταραχή της ασθενούς, η οποία θα είχε αρνητικές συνέπειες στη δυνατότητα χρήσης του λογικού, ούτε άλλωστε προσκομίστηκε κάποια άλλη ιατρική βεβαίωση ή πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει κάτι τέτοιο. Οι εγκεφαλικές δε μεταστάσεις της νόσου, οι οποίες αναφέρονται παραπάνω, δεν οδηγούν οπωσδήποτε σε νοητικό εκφυλισμό και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά τον ασθενή νοητικά ή ψυχικά διαταραγμένο, ούτε και οδηγεί πάντα σε έλλειψη συνείδησης των πραττομένων του. Για την ανωτέρω κατάσταση της υγείας της διαθέτιδος και ειδικότερα για το ότι είχε τη δυνατότητα να έχει συνείδηση των πράξεών της και ικανότητα χρήσης του λογικού, κατηγορηματικά και με σαφήνεια κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η μάρτυρας του εναγόμενου, σύζυγός του, η οποία είχε ιδία αντίληψη για όσα κατέθεσε και συγκεκριμένα για το κρίσιμο γεγονός της ψυχικής και διανοητικής της κατάστασης, καθόσον είχε στενή και συχνή επαφή με αυτήν και την είχε επισκεφτεί πολλές φορές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σύνταξης της επίδικης διαθήκης, καθώς ο σύζυγός της (εναγόμενος) και η ίδια είχαν αναλάβει κατά κύριο λόγο την φροντίδα της κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της. Με σαφήνεια δε η ανωτέρω κατέθεσε ότι η διαθέτις είχε πλήρη διαύγεια μέχρι το χρόνο του θανάτου της, ενώ μάλιστα, όπως κατέθεσε η ίδια μάρτυρας, η διαθέτις είχε κοινοποιήσει στον ενάγοντα αδελφό της ότι προτίθετο να αφήσει το οικόπεδο με το σπίτι στον εναγόμενο και αυτός δεν αντέδρασε και της απάντησε "δικό σου είναι κάντο ότι θέλεις". Η κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος, δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, θυγατέρας του και ανεψιάς της διαθέτιδος, η οποία δεν είναι ικανή να στηρίξει διαφορετική δικανική πεποίθηση, για σοβαρή δηλαδή διανοητική και ψυχική διαταραχή της διαθέτιδος σε βαθμό που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας της για τον μετά το θάνατο της χρόνο με λογικούς υπολογισμούς, δεδομένου ότι το περιστατικό που αυτή ανέφερε ότι τον Μάρτιο του έτους 2014 που επισκέφθηκε την θεία της (διαθέτιδα) στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων όπου νοσηλευόταν, ότι δηλαδή δεν την αναγνώρισε και δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, δεν επιβεβαιώνεται από κανένα ιατρικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα η κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, οι οποίες έχουσες άμεση και ιδία αντίληψη των όσων κατέθεσαν καθώς οι δύο από αυτές γνώριζαν την διαθέτιδα και είχαν πολύ στενή φιλική σχέση μαζί της, η δε δεύτερη Γ. Τ. - Π. ήταν μάρτυρας κατά τη σύνταξη της διαθήκης, με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσαν ότι η διαθέτις, τόσο πριν, όσο και κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, είχε πλήρη διαύγεια και συνείδηση των πράξεών της και των συνεπαγόμενων με αυτές συνεπειών και ότι δεν είχε επηρεασθεί το λογικό και η κρίση της από την ασθένεια που την ταλαιπωρούσε. Εξάλλου, η πρόθεση της διαθέτιδος να μεταβιβασθεί, μετά τον θάνατό της, το προαναφερόμενο περιουσιακό της στοιχείο στον εναγόμενο, ήταν αποτέλεσμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης που αισθανόταν γι' αυτόν, ο οποίος ανέλαβε την φροντίδα της κατά τη διάρκεια εξέλιξης της νόσου και της υποβολής της στην ενδεδειγμένη ιατρική θεραπεία. Επομένως, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης η κατάσταση της υγείας της διαθέτιδος ήταν μεν βεβαρημένη, όμως δεν περιόριζε τη λειτουργία της βούλησής της, ούτε της στερούσε τη χρήση του λογικού, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτή είχε συνείδηση των πραττομένων, δηλαδή την ικανότητα προς διάγνωση της ουσίας, του περιεχομένου και των συνεπειών της επιχειρούμενης πράξης, αλλά και τη δυνατότητα χρήσης του λογικού, αφού δεν είχε υποστεί κάποια νοσηρή διατάραξη αναιρετική της δυνατότητας ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και το γεγονός ότι με τη διαθήκη της κατέστησε μοναδικό κληρονόμο της στο ως άνω περιουσιακό στοιχείο (οικόπεδο μετά της οικίας) τον εναγόμενο αδελφό της, ήταν συνειδητή επιλογή της και έλαβε χώρα υπό συνθήκες πλήρους πνευματικής διαύγειας, κατά τα ανωτέρω. ... .". Με αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, αφού έκανε αυτή δεκτή κατά τύπους, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15.05.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 30/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 08.01.2015 αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος) κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο πρώτος ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω αναφερομένης δημοσίας διαθήκης της αδερφής τους. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διότι, κατά τις αιτιάσεις του, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την έφεσή του με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως). Συγκεκριμένα, διατείνεται, κατά συνοπτική απόδοση των αιτιάσεών του, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαθέτις αδελφή του είχε την ικανότητα να συντάξει διαθήκη καίτοι είχε δεχθεί ότι αυτή (διαθέτις) έπασχε από μεταστατικό φλεγμονώδη καρκίνο του μαστού στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα τόσο λόγω της ασθένειάς της όσο και λόγω των θεραπευτικών πράξεων στις οποίες υποβαλλόταν, παρουσίαζε διαταραχές των επιπέδων συνειδήσεως και επικοινωνίας, όπως και βραδυψυχισμό. Περαιτέρω, διατείνεται ότι, ενόψει της ενδοιαστικής διατυπώσεως της παραδοχής του Δικαστηρίου σχετικά με τις συνέπειες των καρκινικών μεταστάσεων στον εγκέφαλο, καθίσταται ασαφές γιατί στην υπόψη περίπτωση δέχεται εν τέλει ότι η διαθέτις δεν βρισκόταν σε κάποια από τις καταστάσεις του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ. και, συνεπώς, ήταν ικανή να συντάξει διαθήκη. Οι ως άνω αιτιάσεις που συγκροτούν κατά ένα μέρος τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το επικουρικό σκέλος του δευτέρου λόγου είναι αβάσιμες και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, οι οποίες διατυπώνονται με πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, δέχεται μεν ότι η ασθένεια από την οποία έπασχε η διαθέτις και η αγωγή στην οποία υποβαλλόταν είχαν επηρεάσει την κατάστασή της και είχαν προκαλέσει διάφορες διαταραχές και βραδυψυχισμό (= βραδύ ψυχικό ρυθμό στη σκέψη, στην κίνηση, στην ομιλία), πλην όμως, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο πειστικό αποδεικτικό μέσο, δεν είχαν εγκατασταθεί πλήρως, ώστε να έχουν προκαλέσει αποδόμηση του πνευματικού και συναισθηματικού κόσμου της διαθέτιδος, παρά μόνο παροδικά και σύντομα επεισόδια καθώς επίσης με σαφήνεια δέχεται και ότι, κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αυτή (διαθέτις) βρισκόταν σε πλήρη πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση. Περαιτέρω, κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις που συγκροτούν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το επικουρικό σκέλος του δευτέρου λόγου καθιστούν αυτούς απαράδεκτους, διότι με αυτές πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η αιτίαση ότι, κατά την κατάστρωση του δικανικού συλλογισμού, δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τα οποία συνιστούσαν λόγους της από 15.05.2018 εφέσεώς του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, ως τέτοιος, απορριπτέος. Ειδικότερα, οι φερόμενοι ως πράγματα ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, αφορώντες πραγματικά περιστατικά εξαιτίας των οποίων η διαθέτις βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δεν συνιστούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ακόμη και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, αλλά (συνιστούν) είτε συμπεράσματα είτε επιχειρήματα αυτού (αναιρεσείοντος). Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 01.02.2021 αίτηση του Ν. Ν. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 200/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ