Αριθμός 1603/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Μ., 2) Λ. συζύγου Κ. Π., 3) Σ. Π. του Κ., 4) Φ. Π. του Κ., 5) Β. Ο., το γένος Κ. Π., 6) Μ. Π. του Κ. και 7) Α. Π., το γένος Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριάντη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Α.Ε.Γ.Α." και ήδη "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 868/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6989/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 15-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη σαφή διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται για παραβίαση κανόνων του δικονομικού δικαίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι καθ' ων [και ήδη αναιρεσείοντες] είχαν ασκήσει κατά της ανακόπτουσας [και ήδη αναιρεσίβλητης] την από 24-11-2003 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο συγγενών τους συνεπεία της οδήγησης του αναφερομένου στην αγωγή ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στην ανακόπτουσα. Επί της αγωγής αυτής, το αίτημα της οποίας περιορίστηκε παραδεκτά με τις προτάσεις των εναγόντων σε έντοκο αναγνωριστικό, εκδόθηκε η 182/2005 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου... η οποία αναγνώρισε ότι η ανακόπτουσα ασφαλιστική εταιρεία όφειλε να καταβάλει στους καθ' ων τα παρακάτω αναφερόμενα διάφορα επιμέρους ποσά, χωρίς όμως να κάνει λόγο ούτε στο σκεπτικό αλλ' ούτε και στο διατακτικό της ότι η οφειλή αυτή ήταν έντοκη από την επίδοση της κριθείσας από 24-11-2003 αγωγής. Κατά της εν λόγω απόφασης (182/2005) οι καθ' ων άσκησαν την... από 4-2-2005 έφεσή τους, παραπονούμενοι όμως μόνο για το ύψος της αναγνωρισθείσης αξιώσεώς τους και όχι και για το έντοκο αυτής. Επ' αυτής εξεδόθη η 6999/2005 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την εν λόγω έφεση, καθώς και την αντέφεση που είχε ασκήσει με τις προτάσεις της η ανακόπτουσα, με αποτέλεσμα η πρωτοβάθμια απόφαση να καταστεί τελεσίδικη και να παράγει δεδικασμένο επί του κριθέντος ζητήματος... δεδομένου ότι δεδικασμένο δημιουργείται και επί παραλείψεως, έστω και από παραδρομή, του δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήματος, που θεωρείται σιωπηρά απορριφθέν... και από άδικες και εσφαλμένες αποφάσεις... Εν συνεχεία και μετά από σχετική αίτηση των καθ' ων εκδόθηκε η 9476/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, με την οποία (διαταγή πληρωμής) η ανακόπτουσα διατάχθηκε να καταβάλει το ποσό των 70.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των καθ' ων και το ποσό των 15.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των καθ' ων, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της από 24-11-2003 αγωγής των καθ' ων (30-12-2003). Εφόσον όμως με την ως άνω απόφαση κρίθηκε (ορθά ή εσφαλμένα αλλά πάντως με ισχύ δεδικασμένου) ότι τα ποσά που δικαιούνται οι εκκαλούντες ως ψυχική οδύνη δεν οφείλονται νομιμοτόκως, εσφαλμένα υποχρεώθηκε η εφεσίβλητη να τα καταβάλει με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής νομιμοτόκως από της επιδόσεως της σχετικής αγωγής, δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση με το δεδικασμένο που κατά τα προαναφερθέντα δημιουργήθηκε από την απόφαση αυτή". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία (κατά το μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω) είχε ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής ως προς τη διάταξή της για τοκοδοσία. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 345 Α.Κ., δεν στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του περιεχομένου της 182/2005 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα δεν δέχθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι δεν τους οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αναγνωριστικής τους αγωγής (ενόψει και του ότι η σχετική κρίση δεν ήταν αντικείμενο της ενώπιον αυτού δίκης) αλλά ότι η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση (182/2005) με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν είχε αναγνωρίσει υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τους καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά νομιμοτόκως και ότι, ανεξαρτήτως της ορθότητάς της ή μη, είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επί πλέον οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 221 παρ.1, 295 παρ.1 εδ.α, 321 και 322 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται για παραβίαση κανόνων του δικονομικού δικαίου. Ομοίως ο τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου επί μη κριθέντος ζητήματος και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι με την 182/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη των κατ' αυτής εφέσεως και αντεφέσεως με την 6999/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι τα ποσά που η αναιρεσίβλητη όφειλε να τους καταβάλει για ψυχική οδύνη δεν τους οφείλονταν νομιμοτόκως, ενώ τούτο δεν προέκυπτε από τις αποφάσεις αυτές. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση των ανωτέρω αποφάσεων προκύπτει ότι το εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι με αυτές δεν είχε αναγνωρισθεί υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για τοκοδοσία. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-11-2011 αίτηση των Κ. Π., Λ. Π., Σ. Π., Φ. Π., Β. Ο., Μ. Π. και Α. Π. για αναίρεση της 6989/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ