Αριθμός 1785/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας νευροψυχιατρικής κλινικής με την επωνυμία " …" και το διακριτικό τίτλο " …", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. χήρας Ο. Χ., κατοίκου ... 3) Β. Τ. του Γ., κατοίκου ... 4) Ά. συζύγου Δ. Μ., κατοίκου ... 5) Φ. Σ. του Γ., κατοίκου ... 6) Σ. (Ρ.) χήρας Η. Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιος δικηγόρους τους Χαρούλα Απαλλαγάκη και Αθανάσιο Καϊση, ο δεύτερος εκ των οποίων παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Β., με την ιδιότητά του ως εκκαθαριστού της κληρονομίας Β. Η. Ζ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6180/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5541/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 2-7-2012 έκθεση του κωλυομένου να παραστεί Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5541/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς τις από 9.11.2009 και 18.12.2009 αντίστοιχες εφέσεις των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 6180/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τη συνεκδικασθείσα μ' αυτές πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε ο Υπουργός των Οικονομικών υπέρ του αναιρεσιβλήτου, ως εκκαθαριστή κληρονομίας που καταλήφθηκε κατά ένα μέρος για κοινωφελείς σκοπούς. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.9.2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων και υποχρεώθηκαν αυτοί εις ολόκληρο να του καταβάλουν υπό την ως άνω ιδιότητά του το ποσό των 349.356,63 ευρώ, νομιμοτόκως από 3.2.2006, ενώ πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου άσκησε και πρωτοδίκως ο Υπουργός των Οικονομικών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), μολονότι δεν επιδόθηκε αντίγραφό της στον Υπουργό των Οικονομικών, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρ. 126§3 του α.ν. 2039/1939, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 101 του ΕισΝΑΚ, τα εισαγωγικά δικόγραφα δικών, που ενδιαφέρουν οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσα περιουσία, πρέπει να επιδίδονται και στον Υπουργό των Οικονομικών, επί ποινή αλλιώς απαραδέκτου αυτών, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η ως άνω εφετειακή απόφαση μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορά αξιώσεις των λοιπών, πλην του Ελληνικού Δημοσίου, κληρονόμων του Β. Ζ. κατά των αναιρεσειόντων, δηλαδή πρόκειται για κληρονομιαία περιουσία του Β. Ζ. που δεν τάχθηκε με την από 25.4.1972 ιδιόγραφη διαθήκη του προς εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, όπως αντίθετα τάχθηκε η καταληφθείσα στο Ελληνικό Δημόσιο περιουσία του. Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της η κρινόμενη αίτηση (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), η οποία παραδεκτά επίσης απευθύνθηκε κατά του αναιρεσιβλήτου ως διορισμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών εκκαθαριστή της κληρονομίας του Β. Ζ., αφού σε περίπτωση που το Ελληνικό Δημόσιο, όπως εν προκειμένω, συντρέχει με άλλους σε κληρονομία που καταλήφθηκε σ' αυτό προς εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, αναλαμβάνει το ίδιο, κατά το άρθρ. 29§1 του α.ν. 20139/1939, την εκκαθάριση της όλης κληρονομίας και επομένως ο διορισμένος κατά το άρθρ. 8 του ίδιου αναγκαστικού νόμου εκκαθαριστής εκπροσωπεί δικαστικά το σύνολο των κληρονόμων (άρθρ. 27§1 α.ν. 2039/1939). 2. Κατά την έννοια του άρθρ. 260 ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και γενικότερα συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, δηλαδή απευθυνόμενη και περιερχόμενη σ' αυτόν πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, με την οποία ο οφειλέτης, έχοντας πλήρη γνώση της αξίωσης του δανειστή, εκφράζει σαφώς την πεποίθησή του ότι υφίσταται η αξίωση αυτή (ΑΠ 1358/1999? 68/2001? 382/2002). Έτσι δεν αρκεί για να επέλθει διακοπή της παραγραφής μόνη η δημόσια από τον οφειλέτη κατάθεση του οφειλόμενου, δηλαδή χωρίς παράλληλη γνωστοποίηση της κατάθεσης στο δανειστή, αφού η πράξη της κατάθεσης καθεαυτή δεν απευθύνεται προς το δανειστή και συνεπώς δεν περιέρχεται από μόνη της σε γνώση του, ώστε να συνιστά διακοπτικό της παραγραφής γεγονός. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 277 ΑΚ, που ορίζει ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, συνάγεται ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης συνιστά ένσταση του υποχρέου, έτσι και ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης (ΑΠ 1909/2009) και η οποία, για να είναι παραδεκτή, πρέπει, κατά το άρθρ. 262 ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΑΠ 624/2003? 1372/2010). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 13/1995), νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997? ΑΠ 1221/2011), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή ο αναιρεσίβλητος, ενεργώντας ως νόμιμα διορισμένος από τον Υπουργό των Οικονομικών εκκαθαριστής της κληρονομίας του Β. Ζ., αφού το ήμισυ της κληρονομίας του αποβιώσαντος καταλήφθηκε με την από 25.4.1972 ιδιόγραφη διαθήκη του στο Ελληνικό Δημόσιο προς εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, το δε υπόλοιπο στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ζήτησε να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι αναιρεσείοντες να του καταβάλουν νομιμοτόκως για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων απ' αυτόν κληρονόμων του Β. Ζ. το ποσό των 785.643,33 ευρώ, που είναι το ανεξόφλητο υπόλοιπο των απαιτήσεών τους κατά των αναιρεσειόντων. Κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή οι απαιτήσεις αυτές αφορούν την αξία του μεριδίου συμμετοχής του αποβιώσαντος στην πρώτη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία και τα αντίστοιχα προς το εταιρικό του μερίδιο (31,25%) κέρδη της εταιρείας αυτής από το θάνατο του, στις 8.11.1975, μέχρι την απόδοση (εξαγορά) του εταιρικού μεριδίου του, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 15 του ισχύοντος τότε καταστατικού της εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο η εταιρεία σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε των εταίρων, εφόσον αυτός, όπως ακριβώς ο Β. Ζ., δεν είχε κατά το χρόνο του θανάτου του για κληρονόμους του σύζυγο, τέκνα ή γονείς, συνεχίζεται χωρίς τους λοιπούς κληρονόμους του, δηλαδή με μόνους τους επιζώντες εταίρους, οι λοιποί όμως κληρονόμοι του αποβιώσαντος δικαιούνται να ζητήσουν από την εταιρεία την απόδοση της αξίας του εταιρικού μεριδίου του αποβιώσαντος εταίρου και το ήμισυ των εταιρικών κερδών που αντιστοιχούν στο εταιρικό του μερίδιο για όλο το χρονικό διάστημα από το θάνατο του κληρονομούμενου εταίρου μέχρι την εξαγορά του εταιρικού μεριδίου του. Οι αναιρεσείοντες αρνήθηκαν εξ αρχής με τις πρωτόδικες προτάσεις τους την ένδικη αγωγή και πρόβαλαν την ένσταση παραγραφής των επίδικων αξιώσεων όλων των κληρονόμων του Β. Ζ., με εξαίρεση αυτές του Ελληνικού Δημοσίου. Την ένσταση αυτή αρνήθηκε ο αναιρεσίβλητος και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης ισχυρίστηκε "καθ' υποφορά" με το δικόγραφο της αγωγής του ότι "η παραγραφή των αξιώσεων των φυσικών προσώπων (εκ των κληρονόμων) έχει διακοπεί, εφόσον οι εναγόμενοι (και ήδη αναιρεσείοντες) πραγματοποίησαν διαδοχικές καταθέσεις από τις 10.9.1982, όπως οι ίδιοι εκθέτουν σε προηγούμενο εξώδικό τους, που αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή". Ωστόσο οι καταθέσεις αυτές στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.1982 μέχρι 24.8.1989, συνολικού ποσού 14.264.147 δραχμών και ήδη 41.861,03 ευρώ, στις οποίες αναφέρεται η πρώτη αναιρεσείουσα με την ενσωματωμένη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής εξώδικη από 2.8.2005 δήλωσή της προς τον αναιρεσίβλητο, δεν καλύπτουν το σύνολο των επίδικων αξιώσεων των κληρονόμων του Β. Ζ. και ειδικότερα των έξι (6) φυσικών προσώπων εκ των κληρονόμων του και ούτε δέχεται ο αναιρεσίβλητος ότι έλαβε έγκαιρα γνώση των καταθέσεων αυτών, δηλαδή πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των ως άνω κληρονόμων. Βέβαια αναφέρεται στην παραπάνω από 2.8.2005 εξώδικη δήλωση της πρώτης αναιρεσείουσας, όπως και στην επίσης ενσωματωμένη στο αγωγικό δικόγραφο προηγούμενη από 25.7.2005 εξώδικη δήλωσή της προς τον αναιρεσίβλητο, ότι του έχουν δοθεί τα στοιχεία των χρηματικών καταβολών της έναντι των επίδικων αξιώσεων των κληρονόμων του Β. Ζ. και μάλιστα στη δεύτερη των εξώδικων αυτών δηλώσεών της, όπως στο κείμενο της δήλωσης αυτής αναφέρεται, επισυνάπτονται και τα αντίστοιχα για τις παραπάνω καταθέσεις οκτώ (8) γραμμάτια κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όμως ο αναιρεσίβλητος ήδη με την από 27.7.2005 εξώδικη απάντησή του προς την πρώτη αναιρεσείουσα και ακολούθως με την από 30.9.2005 νέα δήλωσή του προς την αυτή αναιρεσείουσα, που επίσης έχουν ενσωματωθεί στο αγωγικό δικόγραφό του, επικαλείται άγνοια των καταθέσεων αυτών, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, μόνη η κατάθεση χρηματικών ποσών από την πρώτη αναιρεσείουσα έναντι των επίδικων αξιώσεων των κληρονόμων του Β. Ζ., δηλαδή χωρίς έγκαιρη γνωστοποίηση των καταθέσεων αυτών στον αναιρεσίβλητο, δεν αρκεί για να διακόψει την παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, που αφορούν στα φυσικά ειδικότερα πρόσωπα από τους κληρονόμους του Β. Ζ.. Γενικότερα με την ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλείται ως γεγονός διακοπτικό της παραγραφής των αξιώσεων αυτών τις παραπάνω καταθέσεις χρηματικών ποσών από την πρώτη αναιρεσείουσα και ούτε αυτός κατέληξε με την αγωγή του στη διατύπωση συγκεκριμένου αιτήματος, δηλαδή στη λόγω διακοπής της παραγραφής απόρριψη της σχετικής ένστασης των αναιρεσειόντων. Τέτοιο αίτημα, που να θεμελιώνει, κατ' εκτίμηση έστω, την προβολή απ' αυτόν αντένστασης διακοπής της παραγραφής, την οποία (παραγραφή) κατ' ένσταση επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν περιέχεται ούτε στις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά ούτε και στις προτάσεις του επί της έφεσης των αναιρεσειόντων, μολονότι αυτοί με το δεύτερο ειδικότερα των λόγων της έφεσής τους μέμφονται την πρωτόδικη απόφαση για το ότι δέχθηκε, όπως και η εφετειακή απόφαση, την από μέρους του αναιρεσιβλήτου "καθ' υποφορά" προβολή με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αντένστασης διακοπής της παραγραφής για τις επίδικες αξιώσεις των φυσικών προσώπων εκ των κληρονόμων του Β. Ζ.. Συνεπώς παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αντένσταση που δεν προτάθηκε παραδεκτά, μ' αποτέλεσμα να δεχθεί στη συνέχεια, με βάση την αντένσταση αυτή, κατά ένα μόνο μέρος την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση παραγραφής των επίδικων ως άνω αξιώσεων, οπότε εσφαλμένα ακολούθως έκρινε ότι οι αξιώσεις αυτές δεν έχουν παραγραφεί κατά το ποσό των 347.542,30 ευρώ, που αφορά ειδικότερα αξιώσεις τεσσάρων εκ των κληρονόμων του Β. Ζ., δηλαδή της Γ. Π., του Φ. Ζ., της Κ. Κ. και του Ι. Μ. Έτσι το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε με τον ίδιο τρόπο ως προς τις αξιώσεις αυτές και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο για λογαριασμό μεν του Ελληνικού Δημοσίου το ποσό των 18.345,33 ευρώ, για λογαριασμό δε των ως άνω τεσσάρων από τους συνολικά έξι λοιπούς κληρονόμους του Β. Ζ. το ποσό των 331.011,30 ευρώ, που είναι το ανεξόφλητο υπόλοιπο από το παραπάνω ποσό των 347.542,30 ευρώ. Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας ως άνω, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει έτσι, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί κατά το σχετικό κεφάλαιό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 8α, 11β, 14 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που προσβάλουν το αυτό κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης. Στη συνέχεια πρέπει ως προς το κεφάλαιο αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν.4055/2012 και πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013 [Ολ. ΑΠ (σε συμβούλιο) 4/2012], αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του Εφετείου από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε πρέπει, τέλος, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 5541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο το σχετικό με τις αξιώσεις των Γ. Π., Φ. Ζ., Ι. Μ. και Κ. Κ., για λογαριασμό των οποίων, ως κληρονόμων του Β. Ζ., υποχρεώθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό ειδικότερα των 331.345,30 ευρώ. Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την ως άνω εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ