Αριθμός 1155/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1) Σ. Μ. του Ν. και 2) Θ. Τ. του Β., κατοίκων ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χαρίκλειας Μπλαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Τρικάλων-ΔΕΥΑΤ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Τρίκαλα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Κουτίνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 87/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 90/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 24.9.2021 και με αριθμό κατάθ. 5/7.10.2021 στο Πρωτοδικείο Τρικάλων, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων με αριθμ. 90/31.12.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η, από 27.8.2018 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 49/28.8.2018) έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Τρικάλων (Δ.Ε.Υ.Α.Τ.) και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 87/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 10.6.2015 (αριθμ. εκθ. κατάθεσης ΑΤΕΙ226/29.6.2015) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Κατά το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003. Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις" Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 [...]". Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο παρ. 4, 5 και 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%). Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" (παρ. 4). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005" (παρ. 5). "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" (παρ. 6). Τέλος, οι εργαζόμενοι, οι οποίοι απασχολούνται στις επιχειρήσεις αυτές με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των ν. 3833 και 3429/2010 και υποβάλλονται στις μισθολογικές περικοπές που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις (Ολ. ΑΠ 5/2022). Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27.10.2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής: Στο άρθρο 4 ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο δε άρθρο 6 παρ. 1 ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]". Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16.12.2011 (ΦΕΚ Α' 262/16.12.2011), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)... β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου". Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]". Στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ. 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268/31.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α' 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...]. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%". Ακόμη, στην παρ. 7 του άρθρο 31 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011". Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2. Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...]. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Εξάλλου, στο άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16.12.2015) ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013". Με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των .. και .. και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: (Άρθρ. 1) "παρ. 1. [...] Οι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφή Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκηση, οργάνωση και εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδοτήσεώς τους από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" [...] παρ. 3. Οι προβλεπόμενες από την προηγούμενη παράγραφο επιχειρήσεις είναι αρμόδιες για τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και όμβριων υδάτων, ως και μονάδων επεξεργασίας λυμάτων και αποβλήτων της περιοχής αρμοδιότητάς τους. παρ. 4. Η σύσταση εκάστης επιχειρήσεως ενεργείται δι' αποφάσεως των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, δι' ης θα ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι δικαιολογούντες τη σύσταση αυτής λόγοι, τα παραχωρούμενα σ` αυτήν περιουσιακά στοιχεία, ο τρόπος εκμεταλλεύσεως των έργων ή υπηρεσιών και τα εξ αυτών έσοδα ως και η περιοχή της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 3) "παρ. 1. Η υπό ενός μόνο Δήμου συνιστάμενη επιχείρηση διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις. Ένα από τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που ορίζονται ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προέρχεται από τη μειοψηφία. παρ. 2. Προκειμένου περί επιχειρήσεως συνισταμένης από πλείονες Δήμους ή Κοινότητες [...], αυτή διοικείται από συμβούλιο, ο αριθμός των μελών του οποίου ορίζεται δια των περί συστάσεως της επιχειρήσεως ή μετατροπής του συνδέσμου αποφάσεων των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων. Οι εκπρόσωποι εκάστου Δήμου ή Κοινότητας και οι αναπληρωτές αυτών ορίζονται δι' αποφάσεως του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου". [...] (Άρθρ. 5) "παρ. 1. Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επί παντός αφορώντος την επιχείρηση θέματος. παρ. 2. Το Διοικητικό Συμβούλιο ιδία [...] ζ) Εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως οι οποίες περιλαμβάνουν απολογισμό εσόδων - εξόδων, ισολογισμό και κατάσταση ρευστότητας και υποβάλλει αυτές το βραδύτερο εντός τεσσάρων μηνών από της λήξεως του οικονομικού έτους στο Νομάρχη (πλέον Περιφερειακό Διευθυντή)". [...] (Άρθρ. 7) "παρ. 1. Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τις ανάγκες της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδας εκπαιδεύσεως, οι αποδοχές και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιο προς τούτο όργανο". (Άρθρ. 8) "[...] παρ. 3. Οι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχειρήσεως". (Άρθρ. 9) "[...] παρ. 4. Από της συστάσεως της επιχειρήσεως οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση Δήμοι και Κοινότητες, ως και Σύνδεσμοι στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως". (Άρθρ. 10) "παρ. 1. Πόροι της επιχειρήσεως είναι: α. Το ειδικό τέλος για τη μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, β. Το ειδικό τέλος επί του εισοδήματος εξ οικοδομών, γ. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως, δ. [...] ε. Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως, στ. Το τέλος χρήσεως υπονόμου, ζ. Η αξία καταναλισκόμενου ύδατος, [...] ιβ. Επιχορήγηση εκ του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για την μελέτη και κατασκευή έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως [...]. παρ. 2. Οι πόροι της επιχειρήσεως της παραγράφου 1 εδάφιο (α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκτασιν υδρεύσεως και αποχετεύσεως ή την εξόφληση τοκοχρεολυσίων εκ δανείων [...]". (Άρθρ. 13) "παρ. 1. Οι μελέτες και οι κατασκευές των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) εντός των ορίων των εγκρινόμενων για το σκοπό αυτόν ετήσιων πιστώσεων". (Άρθρ. 18) "παρ. 1. Ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ορκωτών Λογιστών της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992, (παρ. 2) επιλέγονται από το διοικητικό συμβούλιο και (παρ. 3) διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους". [...] (Άρθρ. 20) "παρ. 1. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου: α) Για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης του τεχνικού προγράμματος έργων καθώς και για κάθε τροποποίησή τους, β) Για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων, γ) Για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα, δ) Για τη σύναψη δανείων, ε) Για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες. παρ. 2. Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση των πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές". (Άρθρ. 21) "παρ. 1. Με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχειρήσεως και ελέγχονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή της κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, ρυθμίζονται κάθε φορά τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές. [...] (παρ. 3) Μέχρι τη σύνταξη των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως εφαρμόζονται οι υπάρχοντες αντίστοιχοι κανονισμοί του Δήμου ή Συνδέσμου και σε περίπτωση μη υπάρξεως τοιούτων οι σχετικές περί Δήμων και Κοινοτήτων διατάξεις". (Άρθρ. 22) "[...] παρ. 3. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κωδικός περί εκσκαφών προς ανεύρεση ύδατος και εγκαταστάσεως δικτύου υδρεύσεως εφαρμόζονται και προκειμένου περί των επιχειρήσεων του παρόντος". (Άρθρ. 24) "παρ. 1. Τα υπό της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε τοιαύτα, ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαία ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και με δαπάνες αυτής, κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. Καθ' όμοιο τρόπο συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείες οιασδήποτε μορφής". (Άρθρ. 25) "παρ. 1. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης [...]". (Άρθρ. 26) "Δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρινομένης από το Νομάρχη δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους των μετεχόντων της επιχειρήσεως Δήμων ή Κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου ανεξαρτήτου του ενιαίου τοιούτου της επιχειρήσεως". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006): "παρ. 1. Οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων. Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ΔΕΥΑ, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν ωστόσο αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς: α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο. Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης κατά ποσοστό 35% από τις πιστώσεις της επιχείρησης που εγκρίνονται κατ' έτος για τον σκοπό αυτό. Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών, με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των ΔΕΥΑ ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της. Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των ΔΕΥΑ είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους. Οι Υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας δε συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μέριμνα για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των ΔΕΥΑ με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των ΔΕΥΑ στα δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμμάτων δικαιολογεί και η προαναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει" εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου. Επιχείρημα δε υπέρ της ευρύτητας του όρου "ανήκει" προκύπτει και από την εξειδίκευση του όρου σε επόμενα νομοθετήματα. Ειδικότερα στο νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015", με τον οποίον προβλέφθηκε πλαφόν για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους... εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...]" Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τον ίδιο λόγο όπως και οι επίμαχες, δηλαδή τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν. Επομένως, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5, 2 παρ. 2 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν. 3845/2010, όπως και σε αυτό των άρθρων 31 παρ. 1α, 3 και 4 ν. 4024/2011 (αλλά και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, που ακολούθησε) και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, δηλαδή ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμένω Δήμο ...), υπό την έννοια ότι δημιουργούνται από τους ΟΤΑ χάριν της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, τελούν υπό την εποπτεία τους, ενώ ο έλεγχος και ο διορισμός της πλειοψηφίας της διοίκησής τους γίνεται από τους ΟΤΑ ( ΟλΑΠ 5/2022). Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι δυνάμει ατομικών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, προσλήφθηκαν από το τελευταίο με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη ο 1ος και του εργάτη ο 2ος, από της προσλήψεώς τους, 14.10.1991 έως την αποχώρησή τους, λόγω συνταξιοδοτήσεως, 26.3.2012, ο 1ος και 31.10.2012, ο 2ος. Ότι το εναγόμενο, αν και οι ενάγοντες εξαιρούνται από την εφαρμογή των Ν.3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, που αφορά στις περικοπές που προβλέπουν οι νόμοι αυτοί, προέβη σε περικοπές των αποδοχών τους (μισθών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας) για τα έτη 2010, 2011 και 2012. Ζητούσαν δε για την ανωτέρω αιτία, επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΙΔ να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 87/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας το εναγόμενο ΝΠΙΔ να καταβάλει στον 1ο ενάγοντα το ποσόν των 11.791 ευρώ και στον 2ο ενάγοντα το ποσόν των 17.027 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και μετά από έφεση του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, δικάζον ως Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κρίνοντας ότι νόμιμα επιβλήθηκαν στους αναιρεσείοντες οι περικοπές βάσει του Ν. 4024/2011και επιδίκασε σε αυτούς μικρότερα ποσά. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, από την επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει ατομικών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου που καταρτίσθηκαν στα Τρίκαλα μεταξύ εκάστου των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων και του εναγομένου νομικού προσώπου ήδη αναιρεσιβλήτου, καθένας εκ των εναγόντων προσλήφθηκε από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο (και αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως) με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη ο 1ος και του εργάτη ο 2ος, προκειμένου να εργασθεί αντί συμφωνηθέντος μισθού καθοριζομένου εκάστοτε από τις οικείες γι' αυτούς συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ειδικότερα 1) ο Σ. Μ. του Ν., αρχιτεχνίτης, ο οποίος προσλήφθηκε στις 14.10.1991 και αποχώρησε στις 26.3.2012, και 2) ο Θ. Τ. του Β., εργάτης, ο οποίος προσλήφθηκε στις 14.10.1991 και αποχώρησε στις 31.10.2012. Η εναγομένη επιχείρηση .... αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα διεπόμενη από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας (στα πλαίσια εφαρμογής του ως άνω νόμου 1069/1980) έχουσα πλήρη δημοσιονομική αυτοτέλεια, ενώ η διαχείρισή της γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων-εξόδων. Απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και έχει δικούς της οικονομικούς πόρους. Το εναγόμενο όμως, αν και οι ενάγοντες εξαιρούνται από την εφαρμογή των Ν. 3833/2010 και 3845/2010, όσον αφορά στις περικοπές που προβλέπουν οι νόμοι αυτοί ..., προέβη σε περικοπές των τακτικών αποδοχών τους (μισθών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας) κατά τα έτη 2010 και 2011, όπως οι περικοπές αυτές εκτίθενται στην αγωγή, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο για κάθε έναν των εναγόντων. Ωστόσο οι μισθολογικές περικοπές των εναγόντων που έγιναν βάσει του Ν. 4024/2011 για το έτος 2012, για το οποίο (έτος 2012) υπάρχει και σχετικό παράπονο του εκκαλούντος, ύψους 3.797,52 ευρώ για τον πρώτο των εναγόντων και 8.972,90 ευρώ για τον δεύτερο των εναγόντων, νόμιμα επιβλήθηκαν στους ενάγοντες, οι οποίοι δεν υπόκεινται στις μειώσεις αποδοχών των ν. 3833/2010 και 3845/2010, αλλά μόνο σε αυτές του ν. 4024/2011. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες για τη διαφορά των αποδοχών τους των ετών 2010 και 2011, που επήλθαν λόγω των περικοπών αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας δυνάμει των Ν. 3833 και 3845/2010 α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσόν των 7.993,56 ευρώ και β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσόν των 8.054,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, δικάζον ως Εφετείο, ότι δηλαδή, η μείωση που επέβαλε το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ στις αποδοχές των αναιρεσειόντων, εφαρμόζοντας τις επίμαχες διατάξεις του Ν.4024/2011, είναι νόμιμη, και έκρινε ότι οι περικοπές που έγιναν στους αναιρεσείοντες κατ' εφαρμογή αυτού μέχρι τη συνταξιοδότησή τους ήτοι μέχρι 26.3.2012 για τον 1ο και 31.10.2012 για το 2ο, ύψους 3.797,52 ευρώ και 8.054,10 ευρώ, αντίστοιχα, είναι νόμιμες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν.4024/2011, η ισχύς των οποίων αρχίζει μεν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 27.11.2011, αλλά όμως με το άρθρο πρώτο παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 περ.12Ν.4093/2012, ορίστηκε ότι οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δευτέρου του ν. 4024/2011 που αφορούν το Βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, όπως το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ., από 1.1.2013, και ως εκ τούτου, σύμφωνα, με τις προρρηθείσες νομικές σκέψεις, οι περικοπές που επιβλήθηκαν στους αναιρεσείοντες πριν την 1.1.2013 δεν ήταν νόμιμες, αφού αυτοί είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί. Επομένως, οι από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτών, παρέλκει η έρευνα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ενώ οι πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι η εφαρμογή αυτών (διατάξεων) αποκλείεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων κατά τα προεκτεθέντα. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση της αγωγής τους, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και μη αμφισβητηθέντος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ύψους των περικοπών, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση", να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό και να απορριφθεί κατ' ουσία η από 27.8.2018 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 87/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της Προέδρου αυτού Μαριάνθης Παγουτέλη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί με την εξής αιτιολογία: Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 5 Κ.ΓΙολ.Δ., που αφορά υποθέσεις Ειρηνοδικείου, όπως εν προκειμένω, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν το δικαστήριο παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν.... Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα" δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 850/2021, ΑΠ 107/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες παραπονούνται για το ότι: α) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως και συγκεκριμένα, επί λέξει, ότι "...ενώ αποδέχτηκε ότι οι ενάγοντες εξαιρούνται από την εφαρμογή του Νόμου 4024/2011 στη συνέχεια εσφαλμένα δήθεν τους επιδίκασε τις περικοπές που έγιναν βάσει του Ν. 4024/2011 και αφορούν τη μισθοδοσία του έτους 2012. Ότι ο εν λόγω ισχυρισμός (πέρα από το γεγονός ότι η ένδικη αγωγή ...δεν έχει ως αντικείμενο τις μειώσεις αποδοχών με βάση τις διατάξεις του Ν. 4024/2011), δεν έχει προβληθεί νόμιμα και παραδεκτά με τον τρίτο λόγο έφεσης, καθόσον ως προκύπτει αβίαστα από τα Απομαγνητοφωνημένα Πρακτικά του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είχε προταθεί τέτοιος ισχυρισμός - ένσταση από την πλευρά της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης και το Δικαστήριο έπρεπε πρωτίστως να απορρίψει τον σχετικό λόγο έφεσης ως απαραδέκτως προβληθέντα, αφού τέτοιος ισχυρισμός - ένσταση, ότι, δήθεν, δεν πρέπει να ...καταβληθούν οι περικοπές του έτους 2012 όπως αυτές αναφέρονται συγκεκριμένα στον περιεχόμενο στην αγωγή πίνακα για τον κάθε ένα από τους ενάγοντες, ουδόλως προβλήθηκε με δήλωση που καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά ή έστω και με σχετική αναφορά στις προτάσεις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επομένως απαραδέκτως προβλήθηκε με λόγο έφεσης χωρίς να συντρέχουν οι, εκ του άρθρου 527 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις για τη βραδεία προβολή της ανωτέρω ένστασης-ισχυρισμού για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη...", και β) για απόλυτη ακυρότητα λόγω απαράδεκτης προβολής στην, κατ' έφεση δίκη, για πρώτη φορά με λόγο εφέσεως του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης και τότε εκκαλούσας, χωρίς καταχώρηση προφορική στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της ένστασής της ότι δεν πρέπει να επιστραφούν στους ενάγοντες οι περικοπές του έτους 2012, διότι αυτοί υπόκεινται στις μειώσεις του ν. 4024/2011. Ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα δύο ως άνω σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παραγράφου αυτής, η προβολή του νομικού αυτού ισχυρισμού για πρώτη φορά, με λόγο έφεσης δεν δημιουργεί ακυρότητα ούτε αφορά "πράγματα" που δεν προτάθηκαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες επικαλούνται ότι με την αγωγή τους δεν ισχυρίστηκαν ότι τους έγιναν μειώσεις με τον ν. 4024/2011, για το έτος 2012, αλλά μόνον με τους προηγούμενους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 και επομένως η προσβαλλόμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι μειώσεις του έτους 2012 έγιναν νομίμως με βάση τον ν. 4024/2011 και παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των ως άνω νόμων (άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως κακώς δεν τους απέδωσε τις μειώσεις του έτους 2012 που είχαν γίνει με βάση τους παραπάνω προγενέστερους νόμους, στους οποίους, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάγονται οι ενάγοντες. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και άνευ εννόμου επιρροής αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις της ΟλΑΠ 5/2022, το προσωπικό των ΔΕΥΑ υπόκειται στους μνημονιακούς νόμους και υποβάλλεται σε μείωση των αποδοχών του και ως εκ τούτου, η μείωση που επέβαλε η αναιρεσίβλητη στις αποδοχές των αναιρεσειόντων, για τα έτη 2010, 2011 και 2012, εφαρμόζοντας τις επίμαχες διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, είναι νόμιμη και επομένως ακόμη κι αν με διαφορετική αιτιολογία και με βάση τον ν. 4024/2011, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι νόμιμα έγιναν οι περικοπές για το έτος 2012 και μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και άνευ εννόμου επιρροής οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες παραπονούνται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέλαβε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προβλέπεται από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το οποίο, άλλωστε, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, στην αίτησή τους, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά απόφασης ειρηνοδικείου (ΑΠ 1013/2022).? Μετά απ' αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Δ.Ε.Υ.Α.Τ. (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 90/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Απορρίπτει την από 27.8.2018 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 49/28.8.2018) έφεση του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ