Αριθμός 115/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΑΜΑΞ ΑΕΕΒΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρος της Αθανάσιο Λιάπη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CARREFOUR M. AE" πρώην με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ ΕΛΛΑΣ", Ανώνυμος Εταιρεία Γενικού Εμπορικού και Εκμεταλλεύσεως Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Αγγελάκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6402/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7192/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η υπό κρίση από 26-11-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1232/8-12-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7192/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ., αφού ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι συνεπώς τυπικά παραδεκτή και νόμιμη και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 56/2011, Α.Π. 1183/2007). Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.Α.Π. 13/1995). Η ύπαρξη νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 378/2011, Α.Π. 656/2011). Εξάλλου με το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 3/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 178/2011, Α.Π. 189/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Οι διάδικοι προήλθαν στην κατάρτιση του 134686/22-3-1999 προσυμφώνου, δυνάμει του οποίου προσυμφώνησαν την πώληση του κάτωθι μείζονος ακινήτου από την ενάγουσα στην εναγομένη με τους ακόλουθους ρητώς διατυπωθέντες συμβατικούς όρους. Ειδικότερα η ενάγουσα (ΒΙΑΜΑΞ) δήλωσε προς την εναγομένη (ΚΑΡΦΟΥΡ) ότι είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, κειμένου στα Διαβατά Θεσσαλονίκης εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, εντός βιομηχανικής ζώνης, ... συνολικής εκτάσεως 37.575,39 τετραγωνικών μέτρων μετά των επ' αυτού κτιριακών εγκαταστάσεων ... . Δια του προσυμφώνου αυτού η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση όπως πωλήσει, ... και παραδώσει ... προς την εναγομένη το ακίνητο τούτο, αντί του συνολικού τιμήματος των πέντε δισεκατομμυρίων δραχμών. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη αγοράστρια θα καταβάλει στην ενάγουσα πωλήτρια ως αρραβώνα το ποσό των 3.000.000.000 δραχμών εκ των οποίων ποσό 500.000.000 δραχμών η εναγομένη κατέβαλε την ίδια ημέρα στην ενάγουσα και οι οποίες θα συμψηφισθούν στο συμφωνηθέν τίμημα κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Έτι περαιτέρω συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα: Ότι το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ 2.000.000.000 δραχμών θα καταβληθεί (από την αγοράστρια στην πωλήτρια) σε δύο άτοκες δόσεις ως εξής α) δραχμές ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) θα καταβληθεί ευθύς ως εκδοθεί απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου εγκρίνουσα την αλλαγή χρήσεως του οικοπέδου, ώστε να επιτρέπεται η λειτουργία επ' αυτού Υπερκαταστήματος-Υπεραγοράς (από την εναγομένη) και β) δραχμές ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) θα καταβληθεί ατόκως ευθύς ως εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα και δημοσιευθεί τούτο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δια του οποίου θα αλλάξει η χρήση του ακινήτου και θα επιτρέπεται η λειτουργία Εμπορικού Κέντρου με Υπερκατάστημα-Υπεραγορά (από την εναγομένη). Ότι το οριστικό της πωλήσεως συμβόλαιο θα υπογραφεί ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου εντός προθεσμίας 14 μηνών από τη σύνταξη του προσυμφώνου και το βραδύτερο την 31/5/2000, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12η μεσημβρινή, τασσομένης ως ημέρας τακτής υπογραφής του οριστικού του παρόντος. Ότι η ανωτέρω προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου τάσσεται υπέρ της αγοράστριας εταιρίας (εναγομένης), δυναμένης να ζητήσει την υπογραφή του οριστικού του παρόντος οποτεδήποτε ενωρίτερον δι' εγγράφου προσκλήσεως υπό την προϋπόθεση ότι η πωλήτρια θα απαλλαγεί από την υποχρέωση να επιμεληθεί και επιτύχει την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος εγκρίνοντας την αλλαγή χρήσεως του ακινήτου της, η οποία θα επιτρέπει την λειτουργία Εμπορικού Κέντρου με Υπερκατάστημα-Υπεραγορά και ότι θα καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα. Ότι το οριστικό της πωλήσεως συμβόλαιο τελεί α) υπό την αίρεση της εκδόσεως του Προεδρικού Διατάγματος και δημοσιεύσεως τούτου στο ΦΕΚ περί αλλαγής της χρήσεως του ακινήτου με ευθύνη και επιμέλεια της πωλήτριας ... . Ότι δεσμεύεται δια του παρόντος η πωλήτρια να επιδείξει την δέουσα επιμέλεια για την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος αλλαγής χρήσεως. Ότι οι άνω όροι και προϋποθέσεις τίθενται υπέρ της αγοράστριας (εναγομένης), δυναμένης να προβεί στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου άνευ της υπάρξεως ενός ή όλων των προαναφερομένων όρων και προϋποθέσεων υπό την προϋπόθεση εξοφλήσεως του τιμήματος. Ότι οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται κατά την ανωτέρω ημερομηνία και ώρα να προσέλθουν ενώπιον του άνω συμβολαιογράφου για τη σύνταξη και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, εάν δε ένας οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους δεν προσέλθει, θα θεωρείται ως υπαναχωρών, επιφυλασσομένης της αμέσως κατωτέρω συμφωνίας, οπότε θα επέρχονται σε βάρος του οι παρακάτω αναφερόμενες συνέπειες. Ότι, εάν δεν προσέλθει για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου για οποιονδήποτε λόγο η αγοράστρια (ΚΑΡΦΟΥΡ) και εφόσον η πωλήτρια έχει τηρήσει τις εκ του παρόντος υποχρεώσεις της, τότε χάνει τον καταβληθέντα αρραβώνα η δε πωλήτρια θεωρείται πλήρως ικανοποιηθείσα εκ του προκαταβληθέντος αρραβώνος. Ότι περαιτέρω, ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα αλλαγής της χρήσης μέχρι την 31/5/2000, ο προκαταβληθείς αρραβώνας ποσού τριών δισεκατομμυρίων (3.000.000.000) ως και οποιοδήποτε έτερο ποσό επί του συμφωνηθέντος τιμήματος, που θα έχει στο μεταξύ καταβληθεί στην πωλήτρια (ΒΙΑΜΑΞ) επιστρέφονται στην αγοράστρια (ΚΑΡΦΟΥΡ) από την πωλήτρια ατόκως. Αυτοί είναι οι κρίσιμοι του προσυμφώνου όροι, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Περαιτέρω, ωσαύτως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα ολόκληρο το ποσό του συμφωνηθέντος αρραβώνος, ήτοι των τριών δισεκατομμυρίων (3.000.000.000) δραχμών προς εξασφάλιση δε αυτού η ενάγουσα-πωλήτρια παρέδωσε στην εναγομένη δύο εγγυητικές επιστολές, ... ποσού 500.000.000 δραχμών και 2.500.000.000 δραχμών. Περί τα μέσα του Μαΐου του έτους 2000 η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να την πληροφορήσει περί της εκδόσεως του Προεδρικού τούτου Διατάγματος, διότι για την σύνταξη του οριστικού συμβολαίου που θα γινόταν την 31/5/2000 απαιτείτο σχετική νομική προεργασία, όπως η καταβολή του φόρου μεταβιβάσεως, έκδοση γραμματίων παραστάσεως των δικηγόρων κλπ). Τότε η ενάγουσα με το από 25/5/2000 εξώδικό της απάντησε στην εναγομένη αναφέροντας ότι δεν απαιτείται, ούτε προβλέπεται η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος για το ακίνητο τούτο, προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού της επικαλέσθηκε σχετικά έγγραφα του Οργανισμού Θεσσαλονίκης και της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, από τα οποία, κατά την εκτίμηση της, προέκυπτε ότι οι άνω διοικητικές αρχές ήσαν οι μόνες αρμόδιες για την αλλαγή της χρήσης γης του ακινήτου αυτού και την κάλεσε να προσέλθει στις 31/5/2000 ενώπιον του άνω συμβολαιογράφου για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Στη συνέχεια η εναγομένη απάντησε στην ενάγουσα με το από 30/5/2000 εξώδικό της, με το οποίο της δήλωσε ότι δεν θα συνέπραττε στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, διότι αυτή (ενάγουσα) δεν είχε επιμεληθεί για την έκδοση του άνω Προεδρικού Διατάγματος και την καλούσε την επομένη καταληκτική ημέρα να παραστούν αμφότερες ενώπιον του άνω συμβολαιογράφου για να προβούν σε πράξη ακύρωσης της οριστικής σύμβασης και να της επιστρέψει τον αρραβώνα των τριών δισεκατομμυρίων δραχμών. Την επομένη ημέρα (31-5-2000) οι διάδικοι παρέστησαν ενώπιον του ... συμβολαιογράφου και συντάχθηκε η .../2000 πράξη του κατά το περιεχόμενο της οποίας η ενάγουσα αναφέρθηκε στα έγγραφα των άνω διοικητικών αρχών, περί της αλλαγής της χρήσεως γης, ότι δηλαδή δι' αυτών είχε νομίμως γίνει η αλλαγή χρήσης γης του οικοπέδου και η εναγομένη μπορούσε να προχωρήσει στη λειτουργία των Πολυκαταστημάτων της, δήλωσε δε ακόμη ότι δεν επιστρέφει τον δοθέντα ως άνω αρραβώνα. Στη συνέχεια την 6/6/2000 η εναγομένη απευθύνθηκε στην άνω Τράπεζα, δηλώνοντας ότι οι άνω δύο εγγυητικές επιστολές κατέπεσαν υπέρ της και έτσι ανέλαβε το ποσό τούτο του αρραβώνα. Έτσι έχουν τα πραγματικά περιστατικά που επακολούθησαν της καταρτίσεως του προσυμφώνου, και ερευνητέες τυγχάνουν οι κατά τα περιστατικά αυτά έννομες συνέπειες τούτου. Επί τούτων λεκτέα τα ακόλουθα: Ο άνω προσυμβατικός όρος της εκδόσεως του Προεδρικού Διατάγματος με μέριμνα της ενάγουσας περί αλλαγής της χρήσεως του προς πώληση ακινήτου συνομολογήθηκε και χαρακτηρίσθηκε αμφιμερώς ως αίρεση υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως. Και βεβαίως μεν η τήρηση του εν λόγω όρου από την ενάγουσα είχε ιδιάζουσα σημασία για την εναγομένη για τη διασφάλιση δηλαδή της μεγίστης δυνατής νομικής προστασίας της ως προς την βεβαιότητα ότι η χρήση γης θα της επέτρεπε την χωρίς αμφισβητήσεις από οιονδήποτε ανέγερση και λειτουργία των σκοπουμένων Πολυκαταστημάτων της επί του οικοπέδου τούτου, επενδύοντας προς τούτο τεράστια χρηματικά ποσά. Δηλαδή η εναγομένη απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην έκδοση και δημοσίευση του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος και όχι σε ανάλογες διοικητικές πράξεις άλλης διοικητικής αρχής, ενώ αντιθέτως κατά την ενάγουσα, η αλλαγή της χρήσεως γης και δια πράξεων των υποδεέστερων διοικητικών οργάνων που επακολούθησαν, ... παρείχαν την ίδια νομική προστασία της εναγομένης ως προς το θέμα τούτο. Το κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι η μονομερής θέση εκατέρας διαδίκου ως ανωτέρω, αλλά η αποσαφήνιση του προσυμβατικού αυτού όρου, δηλαδή της άνω αιρέσεως, ο χαρακτήρας αυτής κατά την θέληση αμφοτέρων και ουχί εκατέρας διαδίκου και εντεύθεν οι επερχόμενες συνέπειες εκ της πληρώσεως ή ματαιώσεως της αιρέσεως αυτής, σε περίπτωση δε διαγνώσεως κενού ή ασάφειας ως προς τον όρο τούτο η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Κατά τη γραμματική διατύπωση του προσυμφώνου, η αίρεση αυτή θα επληρούτο δια της εκδόσεως και δημοσιεύσεως του Προεδρικού τούτου Διατάγματος, οπότε τότε μόνο η εναγομένη θα υποχρεούτο στην εκπλήρωση της κατά το ρηθέν προσύμφωνο παροχής της, συνισταμένης στην προσέλευση και σύμπραξη προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης, καθόσον η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής ... Το γράμμα του άνω όρου, δηλαδή συσχετίζει την αναφερόμενη σε αυτόν αίρεση με το οριστικό της πωλήσεως συμβόλαιο, το οποίο έπρεπε να συναφθεί το αργότερο μέχρι την 31/5/2000. Η απώτατη αυτή ημερομηνία για τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως τίθεται με τον άνω όρο 6 του ιδίου προσυμφώνου και ως απώτατη ημερομηνία πληρώσεως της άνω αιρέσεως δια της εκδόσεως και δημοσιεύσεως του άνω Προεδρικού Διατάγματος. Ο όρος αυτός του άρθρου 6 του προσυμφώνου, ... καθιερώνει ρητώς υποχρέωση επιστροφής του άνω ποσού του αρραβώνα στην αγοράστρια αν δεν έχει εκδοθεί το αργότερο έως την 31/5/2000 το Προεδρικό Διάταγμα και μάλιστα για οποιονδήποτε λόγο, ακόμη και νομικό, ως διατείνεται η ενάγουσα. Δηλαδή ο όρος αυτός σαφώς υποδηλώνει την αντίληψη και θέληση των μερών (διαδίκων) ότι έως την 31/5/2000 θα πρέπει να έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις από τις οποίες τα μέρη εξάρτησαν τη σύναψη της οριστικής σύμβασης ως και ότι αν έως την απώτατη αυτή ημερομηνία δεν έχουν αυτές πληρωθεί δεν είναι πλέον αμφιμερώς ηθελημένη η πραγμάτωση του επιδιωκομένου με το προσύμφωνο σκοπού, ήτοι η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, αφού επιστρέφονται στην αγοράστρια από την πωλήτρια όποια ποσά της δόθηκαν με την προοπτική της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης. Κατά την σαφή αυτή αμφιμερή ρύθμιση, που εδράζεται στην ιδιωτική αυτονομία των μερών τούτων (διαδίκων) τα ποσά αυτά δεν μπορούν, αφού επιστρέφονται από την πωλήτρια στην αγοράστρια, να συμψηφισθούν με το τίμημα της οριστικής πώλησης, γεγονός δηλωτικό της ρητής βούλησης των διαδίκων ότι, μετά την πάροδο της απώτατης ημερομηνίας της 31/5/2000 έως την οποία θα έπρεπε να έχει εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα, δεν είναι πλέον αξιώσιμη η σύναψη της οριστικής συμβάσεως και δεν υπάρχει πλέον νόμιμη αιτία διατηρήσεως των ποσών που εισέπραξε η πωλήτρια, δυνάμει του προσυμφώνου τούτου. Από την άνω γραμματική διατύπωση των όρων του προσυμφώνου σαφώς προκύπτει ότι οι διάδικοι εξάρτησαν το σκοπούμενο με το προσύμφωνο αποτέλεσμα, ήτοι την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, από ένα και μόνο γεγονός μέλλον και αβέβαιο, την έκδοση του Προεδρικού τούτου Διατάγματος ... Πρόκειται συνεπώς εν προκειμένου περί αναβλητικής αιρέσεως του άρθρου 201 του Α.Κ., κατά το οποίο αναβλητική είναι η αίρεση, βάσει της οποίας η ενέργεια της δικαιοπραξίας αναβάλλεται ως το χρονικό σημείο που θα συμβεί και εφόσον συμβεί το μελλοντικό γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε ... Κατά τη διατύπωση του προσυμφώνου η αξίωση σύναψης της οριστικής πωλήσεως ουδέποτε γεννήθηκε, αφού τα μέρη εξάρτησαν ρητά με τους άνω σαφείς όρους τη γένεση της από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, την έκδοση του Διατάγματος αυτού, αφού αυτό δεν εκδόθηκε και δεν καταλείπεται έτσι σκέψη ότι πιθανόν πρόκειται περί διαλυτικής αιρέσεως αλλά αντιθέτως ότι σαφώς πρόκειται περί αναβλητικής αιρέσεως ... Ο συμβατικός αυτός όρος, που ανταποκρίνεται στην ιδιωτική αυτονομία των μερών είναι σαφής και ως μη υφισταμένου κενού ή ασάφειας αυτού δεν είναι αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ ... Το γεγονός ότι η εναγομένη απέβλεψε αποκλειστικά και μόνον στην έκδοση και δημοσίευση του Προεδρικού Διατάγματος περί αλλαγής της χρήσεως γης του οικοπέδου για το σκοπό που αυτή προέκρινε, ήτοι την μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συμφερόντων της, η κατ' άλλο τρόπο, ήτοι δι' άλλων διοικητικών πράξεων διασφάλιση της προστασίας της νομικώς είναι γεγονός αδιάφορο, αφού είναι αντίθετο προς την ιδιωτική αυτονομία αυτής τουλάχιστον, αφού αυτή αποκλειστικά και μόνο απέβλεψε στην έκδοση και δημοσίευση τέτοιου Διατάγματος. Πλέον τούτων, η εκ του προσυμφώνου τούτου προκύπτουσα σαφής θέληση των μερών, ότι συνομολόγησαν αναβλητική αίρεση και όχι διαλυτική, ενισχύεται γραμματικώς και από το συσχετισμό και άλλων όρων του προσυμφώνου. Κατά τον όρο 2 του προσυμφώνου η προθεσμία προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου "τάσσεται υπέρ της αγοράστριας (εναγομένης), δυναμένης να ζητήσει την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου οποτεδήποτε ενωρίτερον υπό την προϋπόθεση ότι η πωλήτρια θα απαλλαγεί από την υποχρέωση να επιμεληθεί και επιτύχει την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, εγκρίνοντας την αλλαγή χρήσεως του ακινήτου της, η οποία θα επιτρέπει την λειτουργία Εμπορικού Κέντρου. Ο όρος αυτός ο οποίος συναρτάται με το απολύτως εύλογο συμφέρον της αγοράστριας, προς διασφάλιση της μεγίστης δυνατής νομικής προστασίας της κατά τα ανωτέρω, αναγνωρίζει σε αυτήν (αγοράστρια) μόνο το δικαίωμα να παραιτηθεί αν το επιθυμεί από το δικαίωμα της να συναρτά τη σύναψη της οριστικής σύμβασης από την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, ενώ αντίστοιχο δικαίωμα δεν παρέχεται στην πωλήτρια, η οποία δεν έχει αξίωση να ζητήσει τη σύναψη της οριστικής σύμβασης αν δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση ... Εφόσον λοιπόν αποδείχθηκε ότι τέτοιο Προεδρικό Διάταγμα δεν εκδόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της 31/5/2000, η αναβλητική αυτή αίρεση ματαιώθηκε και έτσι ματαιώθηκε η ενέργεια της δικαιοπραξίας οριστικώς και δεν αναπτύσσονται τα αποτελέσματα της και επομένως σύμφωνα με τον άνω όρο 6 αλλά και εκ νόμου παν ό,τι είχε δοθεί έως την ματαίωση της αίρεσης αυτής από την εκ του προσυμφώνου αγοράστρια ... στην εκ του προσυμφώνου πωλήτρια με την προοπτική κατάρτισης της οριστικής σύμβασης, καθίσταται πλέον άνευ νομίμου αιτίας και επιστρεπτέο στην αγοράστρια εναγομένη. Συνεπεία δε της ματαιώσεως της αναβλητικής αυτής αιρέσεως ματαιώθηκε και η παραγωγή των εννόμων συνεπειών της δικαιοπραξίας, η οποία θεωρείται ως μηδέποτε καταρτισθείσα, αποσβενουμένου και του από της καταρτίσεως υφισταμένου δικαιώματος προσδοκίας και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος περί καταπτώσεως υπέρ της ενάγουσας του συμφωνηθέντος αρραβώνος και εντεύθεν δεν εγεννήθη απαίτηση της ενάγουσας προς καταβολή από την εναγομένη του αιτουμένου ποσού των 3.000.000.000 δραχμών. Περαιτέρω και υπό την εκδοχή ότι κατά τα νομικώς ισχύοντα στην περιοχή του οικοπέδου, δεν προβλέπεται κατά το νόμο η αλλαγή της χρήσεως γης δια Προεδρικού Διατάγματος, τότε η άνω αίρεση είναι αδύνατη, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται. Ως αδύνατη δε η αναβλητική αυτή αίρεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 208 παρ. 2 του ΑΚ, καθιστά το προσύμφωνο αυτό άκυρο, ήτοι ως μη γενόμενο (άρθρο 180 ΑΚ) και εντεύθεν πάν ό,τι εδόθη αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και δεν μπορεί ομοίως να γίνει λόγος περί καταπτώσεως του αρραβώνος τούτου ούτε περί γενέσεως τέτοιας απαιτήσεως της ενάγουσας κατά της εναγομένης". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, αντικαθιστώντας κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ. την αιτιολογία της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσειούσης περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου να της καταβάλλει το ποσό των τριών δισεκαταμμυρίων (3.000.000.000) δραχμών, λόγω καταπτώσεως ισοπόσου αρραβώνος, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσειούσης. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που αποδίδονται σ' αυτό με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει ότι η αναιρεσίβλητη με την από 16-5-2000 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ίδια αυθημερόν, εδήλωσε ότι δεν θα προχωρήσει στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ότι η δήλωσή αυτή, ερμηνευομένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών συνιστά δήλωση υπαναχωρήσεως, που συνεπάγεται την υπέρ αυτής κατάπτωση του αρραβώνος, αφού έγινε προώρως, ήτοι προ της, κατά την 31-5-2000, λήξεως της προθεσμίας για την συντέλεση της συμφωνημένης αλλαγής της χρήσεως του υπό μεταβίβαση ακινήτου και ότι τον ισχυρισμό της αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης το Εφετείο δεν τον έλαβε καθόλου υπόψη του, απορρίπτοντας σιγή (χωρίς ιδιαίτερη σκέψη) τον επ' αυτής ερειδόμενο σχετικό λόγο εφέσεώς της κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αλλά και σε εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' του ιδίου Κώδικος, διότι δεν προκύπτει σαφώς ότι έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό του εν λόγω ισχυρισμού έγγραφο, ήτοι την προμνησθείσα από 16-5-2000 εξώδικη δήλωση της αναιρεσιβλήτου περί προώρου υπαναχωρήσεως. Οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το παρατιθέμενο ως άνω κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο το φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, όσο και τον περί υπαναχωρήσεως ισχυρισμό της αναιρεσειούσης και τον απέρριψε στην ουσία, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που προεβλήθησαν από την τελευταία για την συγκρότησή του. Συγκεκριμένα το Εφετείο έκρινε σχετικώς ότι με την προδιαληφθείσα εξώδικη δήλωση η αναιρεσίβλητη δεν υπανεχώρησε, αλλά ζήτησε από την αναιρεσείουσα να την πληροφορήσει περί της εκδόσεως του προεδρικού διατάγματος, διότι για την σύνταξη του οριστικού συμβολαίου που θα γινόταν την 31-5-2000 απαιτείτο σχετική νομική προεργασία. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζομένη ότι το Εφετείο, μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασαφείας και κενού στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί της εννοίας του κρισίμου, για την διάγνωση της προκειμένης υποθέσεως υπ' αριθμ. 6 ως άνω όρου του προσυμφώνου και προέβη σε ερμηνεία αυτού, παρέλειψε παρά ταύτα να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων. Επί πλέον δε το Εφετείο, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσειούσης, ενώ δέχθηκε ότι δεν υπάρχει αμφιβολία περί του προειρημένου συμβατικού όρου και παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς για την αιτιολόγηση της σχετικής κρίσεώς του αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσειούσης είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττομένης αποφάσεως, το Εφετείο, έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ότι ο επίμαχος όρος του προσυμφώνου, ανταποκρινόμενος στην αυτονομία της βουλήσεως των μερών, ήταν σαφής και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες προς διαπίστωση της αληθούς του εννοίας, κατά τα προεκτεθέντα . Ενόψει δε τούτων, η αξιολόγηση εν συνεχεία από το Εφετείο του συγκεκριμένου όρου περί εκδόσεως του προεδρικού διατάγματος, ως ιδιαζούσης σημασίας για την αναιρεσίβλητη προς διασφάλιση της μεγίστης δυνατής νομικής προστασίας της, λόγω του ύψους της επενδύσεως, δεν συνιστά ερμηνεία του όρου τούτου και έμμεση παραδοχή από το Εφετείο της υπάρξεως κενού και αμφιβολίας που καθιστούσε υποχρεωτική την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα. Ούτε βεβαίως συνιστά έμμεση παραδοχή ασαφείας και κενού στον επίμαχο όρο, όπως αβασίμως επίσης ισχυρίζεται η τελευταία, η διαπίστωση από το Εφετείο ότι οι διάδικοι υποστήριξαν ενώπιόν του διαφορετικές εκδοχές περί της εννοίας του εν λόγω όρου και ειδικότερα ότι κατά μεν την αναιρεσίβλητη η αλλαγή της χρήσεως γης του υπό μεταβίβαση ακινήτου έπρεπε να γίνει αποκλειστικώς και μόνο με την έκδοση και δημοσίευση του σχετικού προεδρικού διατάγματος και όχι με ανάλογες διοικητικές πράξεις άλλης διοικητικής αρχής, ενώ κατά την αναιρεσείουσα, ο σκοπός αυτός μπορούσε να επιτευχθεί και με πράξεις υποδεεστέρων διοικητικών οργάνων, οι οποίες παρείχαν την ίδια νομική προστασία στην αναιρεσίβλητη. Τούτο δε διότι κρίσιμο εν προκειμένω, όπως ρητώς αναφέρεται και στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν είναι η μονομερής θέση εκατέρας διαδίκου, στο στάδιο της αντιδικίας, αλλά η βούληση αυτών κατά την σύναψη του προσυμφώνου και την συνομολόγηση του επίμαχου όρου, η οποία κατά την ήδη εκτεθείσα παραδοχή του Εφετείου, δηλώθηκε ρητώς και αποτυπώθηκε με σαφήνεια και πληρότητα στο συγκεκριμένο όρο και ως εκ τούτου δεν παρέχει έδαφος για οποιαδήποτε ερμηνεία και προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες. Η κρίση δε αυτή του Εφετείου είναι επαρκώς αιτιολογημένη, με βάση τις προδιαληφθείσες σκέψεις και παραδοχές του, και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα τυγχάνουν αβάσιμα. Ειδικότερα η τελευταία αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για πλημμελή αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν εξέφερε κρίση περί του αν ήταν νομικώς επιτρεπτή η έκδοση προεδρικού διατάγματος και γιατί το εν λόγω διάταγμα θα εξασφάλιζε την μεγίστη δυνατή προστασία σε σχέση με τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών που η ίδια επικαλέσθηκε, οι οποίες κρίθηκαν ως υποδεέστερες και ως παρέχουσες επισφαλή ή ελάσσονα νομική προστασία, ενόψει μάλιστα του ότι ή ίδια, μετά την ματαίωση της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας, απεδέχθη, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, τη λειτουργία του πολυκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, σε ακίνητο του οποίου η αλλαγή χρήσεως είχε επιτευχθεί με απόφαση του Οργανισμού Θεσσαλονίκης, χωρίς την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Οι ανωτέρω ελλείψεις δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αφορούν σε ουσιώδη ζητήματα που ασκούν επίδραση στην διαμόρφωση της κρίσεως του δικαστηρίου περί της εννοίας του επίμαχου συμβατικού όρου, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαχθέντος πορίσματος και στην αντιμετώπιση και ανάλυση των μη συνιστώντων αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρημάτων της αναιρεσειούσης. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον συναφή τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, περί παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και καθόσον αφορά την απορριφθείσα επικουρική βάση της αγωγής της, κατά την οποία και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η έννοια του προσυμφώνου ήταν η έκδοση προεδρικού διατάγματος, κατ' αποκλεισμό πάσης άλλης νομίμου διαδικασίας, και πάλι είχε αξίωση επιστροφής παρά της αναιρεσιβλήτου του ποσού του αρραβώνος, καθόσον η αίρεση ήταν αδύνατη, αφού δεν προβλέπεται υπό της κειμένης νομοθεσίας η έκδοση τοιούτου διατάγματος για την αλλαγή χρήσεως ακινήτου στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, και λόγω του χαρακτήρος της ως διαλυτικής δεν έχει καμία ενέργεια κατά την διάταξη του άρθρου 208 εδ. β' του Α.Κ., και συνεπώς το προσύμφωνο δεν ανετράπη. Το Εφετείο όμως έκρινε ότι η αίρεση ήταν αναβλητική, και συνεπώς και αν ακόμη ήταν αδύνατη, θα καθιστούσε το προσύμφωνο άκυρο, και εντεύθεν ουδεμία αξίωση θα εγεννάτο προς κατάπτωση του αρραβώνος. Την κρίση του αυτή όμως το Εφετείο συνήγαγε, κατά την αναιρεσείουσα, ερμηνευτικώς χωρίς ωστόσο να προσφύγει, όπως είχε υποχρέωση, στην εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., λόγω των υφισταμένων κενών και ασαφειών του σχετικού όρου. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, αφού από το κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τις κρίσιμες περί τούτου παραδοχές της, όπως ήδη παρατέθηκαν ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ή κενού ως προς τον σχετικό όρο του προσυμφώνου, αλλ' αντιθέτως έκρινε ότι ο όρος αυτός είναι σαφής και αποτυπώνει τη βούληση των συμβαλλομένων να εξαρτήσουν το σκοπούμενο δια του προσυμφώνου αποτέλεσμα, την υπογραφή τουτέστιν της περί μεταβιβάσεως του ακινήτου συμβάσεως από ένα γεγονός μέλλον και αβέβαιο, που ήταν η έκδοση του περί ου ο λόγος προεδρικού διατάγματος, σε περίπτωση δε μη εκδόσεως του διατάγματος τούτου έως την ορισθείσα απωτάτη ημερομηνία (31-5-2000) ματαιώνεται, κατά την ρητή και σαφώς διατυπωμένη βούληση των συμβληθέντων, η πλήρωση της αιρέσεως αυτής και δεν είναι πλέον αξιώσιμη η σύναψη της οριστικής συμβάσεως Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, χαρακτηρίζει την αίρεση αναβλητική, αφού από την πλήρωση αυτής εξαρτήθηκε η σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως του ακινήτου, αποκλείοντας τον χαρακτηρισμό της αιρέσεως ως διαλυτικής και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο ισχυρισμό της αναιρεσειούσης. Εξάλλου το γεγονός ότι το Εφετείο προς επίρρωση της ήδη, με βάση την σαφή γραμματική διατύπωση του ρηθέντος όρου του προσυμφώνου, εξενεχθείσης ως άνω κρίσεώς του αρύεται επιχειρήματα και εξ άλλων όρων του ιδίου προσυμφώνου, δεν υποδηλώνει, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ερμηνευτική προσέγγιση του επίμαχου όρου και έμμεση παραδοχή της υπάρξεως ασαφείας και κενών στο συγκεκριμένο όρο, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ούτε με την κρίση περί μη συνδρομής περιπτώσεως εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ούτε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 201 και 208 του Α.Κ., διότι η συνομολογηθείσα αίρεση με βάση την γραμματική διατύπωση του αντιστοίχου όρου του προσυμφώνου και τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου είναι πράγματι αναβλητική, αφού από την πλήρωσή της εξαρτήθηκε η σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως του ακινήτου και όχι διαλυτική με την έννοια ότι από την πλήρωσή της εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων του προσυμφώνου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-11-2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΑΜΑΞ ΑΕΕΒΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7192/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ