Αριθμός 937/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Γ. του Α., κατοίκου ... 2) Μ. Γ. του Θ., κατοίκου ... 3) Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 4) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αριθμ. καταθ. 35/7-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-9-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. (A) Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τις ουσιαστικά ταυτόσημες διατάξεις των άρθ. 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα όταν αυτό δεν τον εφαρμόζει, αν και υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2005). Τον αναιρετικό αυτόν λόγο ιδρύει ειδικότερα και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μη νομιμοποίησης των διαδίκων που αποτελεί, καθώς και το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθ. 68 ΚΠολΔ ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (πρβλ. ΟλΑΠ 25/2008). (Β) Περαιτέρω, κατά το άρθ. 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την §3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 1 § 2 εδ. θ' του ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά την διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημοσίου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 1635/2012, 302/2011). (Γ) Με το ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ. α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 5 ν. 3320/2005 "§1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. §2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004. §3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. §5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/ 1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44'). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης". Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη 88/2012 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας (άρθ. 17Α ΚΠολΔ που προστέθηκε με το άρθ. 3 § 3 ν. 3994/2011), όπως αυτή εκτιμάται από το συνολικό περιεχόμενό της, οι ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και απασχολούνται από τα έτη 1996, 1990, 1995 και 1995 αντίστοιχα ως καθαρίστριες σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Άρτας αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο χαρακτήριζε ως δήθεν μίσθωσης έργου, και στη συνέχεια από τον Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις εκεί διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ότι με τις 12 και 13/2005 πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στην συνέχεια από το ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο ΠΔ 164/2004, ότι κατ' ακολουθίαν αυτών κατατάχθηκαν και τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, ενταχθείσες αρχικά στο 18ο (εισαγωγικό) βαθμολογικό κλιμάκιο, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, μετ' αφαίρεση των καταβληθέντων ήδη απ' αυτό ποσών, τα αναφερόμενα εκεί αναλυτικά ποσά ως οφειλόμενες για τα ως άνω έτη διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, κυρίως κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως λόγω της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες και στο προσωπικό αυτό διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ. Η αγωγή αυτή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραδεκτά εστράφη κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που νομιμοποιείται παθητικά, ως εργοδότης των αναιρεσιβλήτων εναγουσών, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο (αν και με διαφορετική νομική θεμελίωση), αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν οι αξιώσεις των εναγουσών αναφέρονται σε χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτές είχαν ήδη καταταγεί με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου σε θέσεις του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο χωρίς χαρακτηρισμό (όπως και οι λοιποί λόγοι) πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ. Εξάλλου, η ένδικη αγωγή, με την οποία εισάγονταν αξιώσεις για την επιδίκαση διαφορών αποδοχών από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χαρακτηρισθείσες ως τέτοιες κατά την διαδικασία και τα όργανα που προβλέπονται στο άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, υπαγόταν στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 3 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ειδικότερα η ερειδομένη σε εσφαλμένη προϋπόθεση αιτίαση, ότι η δικαιοδοσία κρίσης των προϋποθέσεων χαρακτηρισμού και μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου ανήκει στα προβλεπόμενα στο άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 όργανα, κατά την εκεί διαγραφομένη διαδικασία, και όχι στα πολιτικά δικαστήρια, αφού η κρινόμενη αγωγή δεν έχει τέτοιο αίτημα, αλλ' αντίθετα ερείδεται ακριβώς στον προηγηθέντα αρμοδίως χαρακτηρισμό των συμβάσεων των εναγουσών ως αορίστου χρόνου και στην ως συνέπεια αυτού κατάταξή τους σε τέτοιες θέσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την, μόνη ερευνηθείσα και χαρακτηρισθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ως κύρια, βάση της την ερειδομένη και στις διατάξεις του ΠΔ 164/2004 και του ν. 3320/2005 και δη του άρθ. 1 αυτού που ορίζει (§4), ότι, μετά τον χαρακτηρισμό, αρμοδίως, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και την κατάταξη του προσωπικού του συνδεομένου με αυτές σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ο χρόνος των συμβάσεων έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες, άρα και για τον υπολογισμό των οφειλομένων αποδοχών, ότι έχει διανυθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του. Ο λόγος αυτός ειδικότερα κατά το σκέλος του από την ίδια διάταξη, με το οποίο προσάπττεται ότι η αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί από το Εφετείο ως μη νόμιμη κατά την βάση αυτής την ερειδομένη στις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνουν τα άρθ. 4 § 1 και 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος, και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, πρέπει ν' απορριφθεί ως σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηριζόμενος, διότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν ασχολήθηκε με την βάση αυτή της αγωγής (χαρακτηρισθείσα ως επικουρική), ούτε την ερεύνησε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις. ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν, 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση, 3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο και 4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (ΟλΑΠ 45/ 1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1192/2012, 220/2012, 1629/2009). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 § 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, οι λόγοι, όμως αυτοί αναίρεσης δεν ιδρύονται στις αναιρέσεις κατ' αποφάσεων (Ειρηνοδικείων ή) των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων (ΑΠ 1192/2012, 220/2012). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι κατά σειρά προβολής τους λόγοι αναίρεσης: (α) Τρίτος, με τον οποίο αποδίδεται ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί ως αόριστη, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του αναιρεσείοντος, καθόσον, αν και οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες επιδιώκουν με αυτήν ν' αναγνωρισθεί ότι κατά το προγενέστερο της κατάταξής τους χρονικό διάστημα (διαφορετικό για κάθε μία) εργάζονταν με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και γι' αυτό πρέπει να συνυπολογισθεί ο χρόνος αυτός προϋπηρεσίας στις αποδοχές των ετών 2007 -2009, παρά ταύτα δεν αναφέρεται στην αγωγή για ποιό χρονικό διάστημα και με ποιά σχέση ακριβώς εργάζονταν (αφού στην αρχή της αγωγής αναγράφεται ότι αυτές εργάζονταν από τις αναφερόμενες σε άλλα σημεία αυτής ημερομηνίες με συμβάσεις κ.λπ. εργασίας ορισμένου χρόνου και στην συνέχεια από τις σε άλλο σημείο αναφερόμενες ημερομηνίες με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), διότι με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις όχι για νομική αλλά για ποσοτική αοριστία της αγωγής που δεν ιδρύουν τον κατ' άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ούτε άλλον από τους εκεί περιοριστικά αναφερομένους (β) Πέμπτος (και τελευταίος), με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας αναιτιολόγητα, άλλως χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, δεν εξέτασε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, προβάλλονται δηλ. πλημμέλειες που ιδρύουν τους από τους αριθ. 8 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να προβληθούν κατά της αναιρεσιβαλλομένης, αφού δεν προβλέπονται από το άρθ. 560 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτά καθορίζονται σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-9-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 88/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ