Αριθμός 1474/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος J. A. του T., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Λουμάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 96, 97, 98/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή με αριθμό και ημερομηνία 40/15-2-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Εισάγω την από 31-12-2012 αίτηση του A. J. του T. περί επαναλήψεως της κατ' αυτού ποινικής διαδικασίας, η οποία περαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 1792/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, εκθέτω τα εξής: Με την υπ' αριθ. 96, 97, 98/2010 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αιτούντα κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του A. B. και επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος του Π. Γ., παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την ανθρωποκτονία από πρόθεση και συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών για τις λοιπές πράξεις. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο A. B. και ο κατηγορούμενος, Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, στη Δυτική Αττική (περιοχή Ελευσίνας), ο πρώτος το 1995, και ο δεύτερος λίγο χρόνο μεταγενέστερα. Αυτοί, οι οποίοι ασκούσαν στην Ελλάδα το επάγγελμα του ταπετσέρη και του σιδερά αντίστοιχα, χωρίς όμως να έχουν σταθερή και αδιάλειπτη επαγγελματική απασχόληση, σύχναζαν σε νυχτερινά κέντρα κυρίως της περιοχής της Ελευσίνας. Κατά τις νυχτερινές ώρες της 3.11.2005 ο Π. Γ. και ο εξάδελφός του Σ. Κ. διασκέδαζαν στο καφέ-μπαρ "..." στην Ελευσίνα, ιδιοκτησίας Γ. Π.. Στο ίδιο κέντρο βρίσκονταν ο κατηγορούμενος με το φίλο του A. B. και δύο γυναίκες. Περί ώρα 2.30 π.μ. περίπου άρχισε ένας διαπληκτισμός μεταξύ του κατηγορουμένου και του Σ. Κ., για τη διεκδίκηση της συντροφιάς μιας από τις δύο προαναφερόμενες γυναίκες. Στο διαπληκτισμό αυτό ενεπλάκησαν ο Π. Γ. και ο A. B.. Κατά το διαπληκτισμό αυτό ο κατηγορούμενος κτύπησε δυνατά με ένα στακτοδοχείο στο κεφάλι τον Π. Γ.. Ο τελευταίος, αφού έχασε την ισορροπία του, έπεσε κάτω και τότε δέχθηκε σφοδρά κτυπήματα από τον κατηγορούμενο και το φίλο του A. B. με τα χέρια και τα πόδια στο κεφάλι. Οι θαμώνες του καταστήματος, αφού απομάκρυναν τον Π. Γ. από τους δύο παραπάνω δράστες, οι οποίοι στη συνέχεια έφυγαν γρήγορα για να αποφύγουν τη σύλληψη, τον μετέφεραν στο ΤΖΑΝΕΙΟ Νοσοκομείο για την παροχή της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας. Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο παθών είχε υποστεί από τα χτυπήματα κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κάταγμα μετωπιαίου κόλπου αριστερά, αριστερού οφθαλμικού κόγχου και θλάσεις μετωπιαίου λοβού. Ο κατηγορούμενος κατά τον προαναφερόμενο διαπληκτισμό κτύπησε τον παθόντα Π. Γ. με την πρόθεση, όχι να του επιφέρει το θάνατο, αλλά για να του προκαλέσει σωματική βλάβη, την οποία και πράγματι του επέφερε με τρόπο όμως που μπορούσε να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, αφού τον χτύπησε με σταχτοδοχείο στο κεφάλι (κυρίως στο πρόσωπο), δηλαδή σε ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο. Η σωματική αυτή βλάβη χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο παθών Π. Γ. καταθέτει με κατηγορηματικότητα και πειστικότητα ότι αυτός που τον κτύπησε στο κεφάλι με το τασάκι ήταν ο κατηγορούμενος, γεγονός το οποίο του επιβεβαίωσε και ο εξάδελφος του Σ. Κ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ο A. B. δεν υπήρξαν απλοί θαμώνες νυχτερινών κέντρων, αλλά ασχολήθηκαν, άλλοτε αφανώς και άλλοτε εμφανώς, και με την εκμετάλλευση τέτοιων κέντρων. Οι στενές φιλικές σχέσεις αυτών από τις αρχές του έτους 2006 κλονίστηκαν και οδηγήθηκαν σε ρήξη, μεταξύ άλλων, μη επαρκώς διακριβωθέντων λόγων, και εξαιτίας της διεκδίκησης της ίδιας ερωτικής συντρόφου (ονόματι Ζ.), η οποία διατηρούσε αρχικά ερωτικό δεσμό με τον A. B. και στη συνέχεια συνδέθηκε ερωτικά με τον κατηγορούμενο. Οι ήδη τεταμένες σχέσεις του κατηγορουμένου και του A. B. οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο, εξαιτίας του γεγονότος ότι η P. D., προηγούμενη ερωτική σύντροφος του δευτέρου, με τον οποίο αυτή εξακολούθησε να έχει επικοινωνία και διατηρούσε πολύ καλές φιλικές σχέσεις, θέλησε να αναλάβει την εκμετάλλευση του νυχτερινού κέντρου "...", στον Ασπρόπυργο, το οποίο ανήκε, ως επιχείρηση στην Π.-Ρ. Ν. Σ., βρισκόταν όμως υπό την ουσιαστική διαχείριση και εκμετάλλευση του πρώτου. Η P. D. άρχισε διαπραγματεύσεις με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος Ε. Σ., εκδηλώνοντας την πρόθεσή της, εφόσον ευοδώνονταν οι διαπραγματεύσεις αυτές, να αναθέσει τη λειτουργία του εν λόγω νυχτερινού κέντρου στον A. B. και να απομακρύνει τον κατηγορούμενο. Οι σχέσεις πλέον του κατηγορουμένου και του A. B. έφτασαν σε ακραίο σημείο οξύτητας και ο πρώτος αποφάσισε να απαλλαγεί από το δεύτερο, φονεύοντάς τον. Έτσι στις 20.3.2006 και περί ώρα 5.30-6.00 π.μ. ο κατηγορούμενος έφυγε από το κέντρο ... μετά το κλείσιμο, χωρίς να μεταφέρει τις κοπέλες που εργάζονταν εκεί στο σπίτι τους, όπως συνήθιζε να κάνει μετά το τέλος της εργασίας τους, και μετέβη έξω από την ισόγεια οικία που διέμενε ο A. B., στη ... αριθ. 34, στη Μαγούλα Αττικής. Ο κατηγορούμενος, λόγω της προηγούμενης στενής φιλίας του με τον A. B., είχε φιλοξενηθεί επανειλημμένα στο σπίτι του τελευταίου και γνώριζε την εσωτερική του διαρρύθμιση και ειδικότερα τη θέση όπου ήταν τοποθετημένο το κρεβάτι που εκείνος κοιμόταν. Έτσι πλησίασε το κλειστό παράθυρο (με ξύλινο παραθυρόφυλλο) της κρεβατοκάμαρας του θύματος, το οποίο εκείνη την ώρα κοιμόταν, και με ένα πυροβόλο όπλο που έφερε πυροβόλησε τέσσερις φορές προς το εσωτερικό του δωματίου και προς το σημείο που βρισκόταν κοιμώμενο το θύμα στο κρεβάτι του. Οι βολίδες διαπέρασαν το παράθυρο και μία από αυτές έπληξε τον A. B. στην κοιλιακή χώρα, στη δεξιά πλευρά του σώματος του, πλησίον του ήπατος. Ο τελευταίος, παρά τον τραυματισμό του, κατόρθωσε να πλησιάσει στο παράθυρο για να δει το δράστη από τις γρίλιες. Στη θέση αυτή τον είδε ο εξάδελφος του T. A., ο οποίος εφιλοξενείτο στην οικία του και με τους πυροβολισμούς ξύπνησε και σηκώθηκε για να δει τι συμβαίνει. Τότε το θύμα απευθυνόμενο προς αυτόν του είπε "με φάγανε, είδα τον Γ.", δηλαδή τον κατηγορούμενο. Ο A. B. διακομίστηκε στο Θριάσιο Νοσοκομείο Ελευσίνας, όπου διατηρούσε τις αισθήσεις του. Εκεί υποβλήθηκε σε μια πρώτη χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του τραύματος και ακολούθως και σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση, λόγω επαναιμορραγίας. Περαιτέρω, επειδή δεν υπήρχε ελεύθερη εντατική μονάδα στο Θριάσιο Νοσοκομείο διακομίστηκε στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν, όπου υπέκυψε στα τραύματά του στις 24.3.2006. Μόνη ενεργός αιτία από την οποία επήλθε ο θάνατος του θύματος υπήρξε ο σοβαρός τραυματισμός του στη δεξιά πλευρά του σώματος του από τους πυροβολισμούς που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Την πιο πάνω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση αποφάσισε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Για το γεγονός του θανατηφόρου τραυματισμού του A. B. από τον κατηγορούμενο έκανε αναφορά, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο ο T. A.. Εξάλλου η μάρτυρας P. D., η οποία επισκέφθηκε τον A. B. στο Θριάσιο Νοσοκομείο το πρωί της 20.3.2006, όταν αυτός διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, πειστικά καταθέτει ότι ο τελευταίος της είπε ότι δράστης των εναντίον του πυροβολισμών ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο κατόρθωσε να δει από το παράθυρο. Η ίδια μάρτυρας πειστικά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος είχε όπλο, το οποίο έκρυβε στο κατάστημα (...) κάτω από το τζάκι. Περαιτέρω ο αδελφός του θύματος A. B., πολιτικώς ενάγων, καταθέτει ότι τις πρωινές ώρες της 20.3.2006, στο Θριάσιο Νοσοκομείο, το θύμα, το οποίο διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, σε σχετική ερώτηση του ίδιου, αν δράστης είναι ο κατηγορούμενος, του ένευσε καταφατικά. Την ίδια απάντηση με τον ίδιο τρόπο έδωσε το θύμα και στον άλλο του αδελφό A. B., όπως αυτός καταθέτει. Ο τελευταίος μάρτυρας καταθέτει επίσης πειστικά ότι ο μάρτυρας Μ. Ν., ο οποίος διατηρούσε πολύ φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, του είπε στο Τεπελένι Αλβανίας, ότι τον αδελφό του είχε σκοτώσει ο κατηγορούμενος, όπως εκείνος του ομολόγησε. Την κρίση του Δικαστηρίου ότι δράστης της ανθρωποκτονίας του A. B. υπήρξε ο κατηγορούμενος έρχεται να ενισχύσει, παρά να αποδυναμώσει, και η ίδια η συμπεριφορά του τελευταίου λίγο χρόνο μετά την πράξη του. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο κατηγορούμενος κατά τις 6.30-7.00 π.μ. της 20.3.2006 μετέβη στην οικία του πιο πάνω φίλου του μάρτυρα Ν. Μ., στην Ελευσίνα, για να πάρει μια τσάντα με ρούχα που είχε αφήσει εκεί, επειδή θα αναχωρούσε στην Αλβανία (προφανώς για να διαφύγει), γεγονός το οποίο και συνέβη μετά δύο ημέρες, οπότε έφυγε οδικώς για την Αλβανία μαζί με το Ν. Μ. με το αυτοκίνητο του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε τις πρωινές ώρες της 20.3.2006 στον αδελφό του θύματος A. B. και ζήτησε να πληροφορηθεί για την κατάσταση της υγείας εκείνου και κυρίως ρώτησε, αν μπορεί να μιλήσει. Μάλιστα πήγε και στο νοσοκομείο, δεν επισκέφθηκε όμως το θύμα (πληροφορούμενος για την κατάσταση της υγείας του από τους επισκέπτες) με τη μη πειστική και ανεπέρειστη δικαιολογία ότι φοβόταν να ανέβει στους ορόφους του νοσοκομείου για να μη συλληφθεί από τους εκεί ευρισκόμενους αστυνομικούς για κάποια άλλη αιτία για την οποία διέφευγε. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον πιο πάνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του παρανόμως όπλο, το οποίο είναι πρόσφορο, για επίθεση και άμυνα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2168/1993, και συγκεκριμένα πυροβόλο όπλο άγνωστου τύπου και εργοστασίου κατασκευής, χωρίς την άδεια της Αστυνομικής Αρχής του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του, το οποίο και χρησιμοποίησε εκτοξεύοντας τους πιο πάνω πυροβολισμούς εναντίον του A. B.. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, οπλοφορίας, οπλοχρησίας και τέλος επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Π. Γ.". Η άνω απόφαση εκδόθηκε μετά από έφεση του αιτούντος εδώ [τότε κατηγορουμένου] κατά της υπ' αριθμ. 368, 394-398/2007 απόφασης του ΜΟΔ Αθηνών που δέχθηκε τα αυτά. Αμφότερες οι άνω αποφάσεις εκδόθησαν - ελήφθησαν ομόφωνα. Η κατά της 96-98/2010 αποφάσεως του ΜΟ Εφετείου Αθηνών αναίρεση απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 1792/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από το κείμενο της άνω καταδικαστικής απόφασης, [όπως και της πρωτόδικης τοιαύτης], σαφέστατα προκύπτει και η αιτία - ο λόγος της ανθρωποκτονίας, και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Ήδη ο άνω καταδικασθείς υπέβαλε [νομότυπα] την από 31-12-2012 αίτηση δια πληρεξουσίου [δυνάμει της από 29-12-2012 εξουσιοδοτήσεώς του, στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από τον προϊστάμενο της Δ/νσης των φυλακών όπου κρατείται] και ζητεί την επανάληψη της άνω, κατ' αυτού ποινικής διαδικασίας διότι ανεκαλύφθη νέο στοιχείο το οποίο δεν υπήρχε στο χρόνο της καταδίκης, ούτε είχε τεθεί υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου, και από το οποίο [κατά τον αιτούντα] προκύπτει ότι, αυτός [δηλ. ο αιτών καταδικασθείς] είναι αθώος της πράξης της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως [οπλοφορίας -οπλοχρησίας]. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι περιήλθε στα χέρια επιστολή του δράστη της ανθρωποκτονίας που ονομάζεται G. R. γραμμένη Αλβανικά [προσκομίζεται φωτοτυπία αυτής], και η οποία έχει, κατά τη μετάφραση [δεν αναφέρεται από ποιόν έγινε αυτή (μετάφραση) -] ως εξής: "Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί θέλω να σου πω κάποια πράγματα που μου βαρύνουν την ψυχή εδώ και έξι χρόνια. Γνωρίζω πολύ καλά τι έγινε με την υπόθεση της δολοφονίας του A. B.. Τον Α. τον γνώριζα χρόνια, από τότε που ήμασταν στην Αλβανία. Από την αρχή δεν τα πηγαίναμε καλά γιατί ήταν ρουφιάνος και είχαμε πόλεμο. Μετά έφυγε για κάποια χρόνια στην Ευρώπη γιατί τον είχα προειδοποιήσει πως άμα τον δω μπροστά μου θα τον σκοτώσω γιατί ήταν κωλόπαιδο. Είχε κάνει πολλές ρουφιανιές, τόσο σε εμένα όσο και στους φίλους μου. Γι αυτό και τον είχα απειλήσει. Τότε ήρθα στην Ελλάδα και λίγο μετά μαθαίνω ότι ήρθε και αυτός εδώ στην Ελλάδα. Τον έψαχνα τόσο καιρό και έμαθα τελικά που βρίσκονταν. Βρήκα το σπίτι που έμενε στην Ελευσίνα σε μια περιοχή που λέγεται Μαγούλα. Ήταν ευκαιρία για μένα να τον φάω. Αυτό που ήθελα το έκανα πράξη γιατί του άξιζε. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ ότι γι' αυτήν μου την πράξη θα την πλήρωνε ο A. J.. Ξέρω μόνο ότι αυτοί οι δύο ήταν φίλοι. Ήξερα τον Α. αλλά δεν κάναμε παρέα. Είχαμε μόνο ένα γεια. Ήταν καλό παιδί και δεν είχε σχέση με τις δουλειές και τις μαλακίες που έκανε ο Α.. Γι' αυτό και δεν τον πείραξα ποτέ Δεν τον πείραξα όμως ποτέ και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί ήταν καλός φίλος με έναν δικό μου φίλο από την Αλβανία τον J.. Αυτός ήταν που μου είπε ότι ο Α. κατηγορήθηκε άδικα για το φόνο που έκανα εγώ. Αυτός ήταν και ο μόνος που ήξερε ότι εγώ τον είχα φάει τον Α. γιατί του το χα πει εγώ. Δεν μπορώ όμως να σηκώσω τέτοιο βάρος να ξέρω ότι ένας άνθρωπος είναι άδικα φυλακή εξαιτίας μου, για κάτι που έκανα εγώ. Πραγματικά δεν έχει καμία σχέση και το μόνο λάθος του ήταν ότι έκανε παρέα με αυτόν τον πούστη. Δεν λυπάμαι που τον σκότωσα. Για το μόνο που λυπάμαι είναι ότι άλλος πληρώνει για μένα. Αυτά είχα να σου πω για να φύγει το βάρος από πάνω μου γιατί δε θέλω να κάνει κανείς φυλακή για μένα (A. R." και ζητεί την επανάληψη της κατ' αυτού ποινικής διαδικασίας προς όφελός του. II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 Κ.Ποιν.Δ "Η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα ... αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθησαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ...". Από την άνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι το νέο στοιχείο θα πρέπει είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψει αποδεικτικά μέσα να καθιστούν φανερό [ή πρόδηλον κατά το κείμενο της καθαρεύουσας] ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ήτοι σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα [βλ. Α.Π. 57/2009, ΑΠ 446/2006, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 1703/2005 κ.ά, Στάικο Ερμ. ΚΠΔ υπό 525 σελ. 690] και συνεπώς δεν αρκεί απλή πιθανότητα. Η άνω κρίση στηρίζεται όχι μόνο στην σαφέστατη διατύπωση του νόμου [πρβλ και την κοινή λογική στα σχετικά λεξικά: ΠΧ Lidell Scott. σελ. 690. Λεξικό της Δημοτικής Κριαρά σελ. 1152, Σταματάκη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής σελ. 1882] αλλά προκύπτει και από το ότι εδώ έχει προηγηθεί ήδη μια έρευνα που έχει καταλήξει σε μια καταδικαστική και δη αμετάκλητη δικαστική κρίση, η οποία, μάλιστα, εκδόθηκε στο ακροατήριο και η οποία ανατρέπεται πλέον με το νέο στοιχείο ή τα νέα στοιχεία, ή και με αυτά- Έτσι για την ακύρωση αυτής της κρίσης πρέπει η αθωότητα να είναι πρόδηλη [βλ. και Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ υπό 525 σελ. 33]. Αθώος σημαίνει κυρίως ότι ο καταδικασθείς δεν τέλεσε την πράξη. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ναι μεν η περί ης πρόκειται επιστολή αποτελεί νέο γεγονός - πλην όμως αυτό όχι μόνο δεν καθιστά πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος αλλ' ούτε κατ' ελάχιστον δεν αναιρεί την καταδικαστική απόφαση. Στερείται οποιασδήποτε αξιοπιστίας αφενός και αφετέρου αντίκειται στην κοινή λογική. Ειδικώτερα: 1) Δεν γνωρίζει κανείς από ποιον προέρχεται δεδομένου ότι ούτε ο αιτών αναφέρει πώς περιήλθε στα χέρια του, ούτε προσκομίζει τον οικείο φάκελο αποστολής. Είναι άγνωστον από πού προέρχεται δεδομένου ότι δεν γνωρίζει κάποιος, εάν τα φερόμενα στοιχεία του συντάκτη αυτής είναι ή όχι υπαρκτά και αφετέρου δεν αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία του συντάκτη αυτής [επιστολής] και δη τα πλήρη στοιχεία αυτού [όνομα πατρός, μητρός, τόπος γεννήσεως - διαμονής κλπ] έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να τον αναζητήσει και ληφθεί επισήμως κατάθεση αυτού κλπ. 2) Το περιεχόμενο αυτού και δη σε σχέση με την αιτία - λόγο της ανθρωποκτονίας του άνω παθόντος είναι όχι μόνον παντελώς αόριστο αλλά και δεν δικαιολογείται η πράξη από μόνο αυτό. 3) Το περιεχόμενο αυτής αντίκειται στα δεκτά γενόμενα από την καταδικαστική απόφαση του Εφετείου [και του πρωτόδικου δικαστηρίου] τα οποία δεν αναιρεί ουδ' επ' ελάχιστον. 4) Δεν εξηγείται πως ένας πραγματικός ανθρωποκτόνος αναλαμβάνει την ευθύνη της τόσο βαριάς πράξης του από μόνο το ότι ένας "αθώος" - με τον οποίο μάλιστα δεν έχουν καν σχέση - βρίσκεται για την πράξη του στη φυλακή, πράγμα σπάνιο, και δεν εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές προς τούτο, και μάλιστα αναλαμβάνει την ευθύνη με τον άνω τρόπο, δηλ. παντελώς ακίνδυνα και, παρά ταύτα, να ζητείται από τη δικαιοσύνη αυτό να γίνει πιστευτό. Και μάλιστα όταν στην άνω επιστολή λέγονται γενικότητες και μόνο ούτε καν τα πλήρη στοιχεία του φίλου J. δεν αναφέρει. 5) Η ανάληψη ευθύνης και μόνο από κάποιον, έστω και με πλήρη στοιχεία ταυτότητας, δεν σημαίνει ότι αυτός είναι και ο δράστης της σχετικής αξιόποινης πράξης ο οποίος άλλωστε μπορεί να ανακαλέσει! Έτσι πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω, να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η από 31-12-2012 αίτηση του A. J. περί επαναλήψεως της κατ' αυτού ποινικής διαδικασίας και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Aθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515β παρ. 1 του ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο ...". Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο συνήγορος του αιτούντος υπέβαλε αίτημα αναβολής προκειμένου να συγκεντρώσει νέα στοιχεία για την υπόθεση. Όμως ο λόγος αυτός δεν συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, η οποία να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή και συνεπώς το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημα, είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν έστω και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα εκείνα με τα οποία επιδιώκεται από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στρέφεται κατ' αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 31-12-2012 αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 96, 97, 98/2010 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, η οποία (αίτηση) στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία, που κατά τον αιτούντα αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό, ότι είναι αθώος για την πράξη της ανθρωποκτονίας, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 96, 97, 98/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1792/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος του A. B. και επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος του Π. Γ., παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την ανθρωποκτονία από πρόθεση και συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών για τις λοιπές πράξεις. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση δέχθηκε, όπως προκύπτει τόσο από το σκεπτικό όσο και το διατακτικό της, τα εξής πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις (για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε αμετακλήτως). "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η κατάθεση στην προδικασία του απόντος μάρτυρα T. A., την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο A. B. και ο κατηγορούμενος, Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, στη Δυτική Αττική (περιοχή Ελευσίνας), ο πρώτος το 1995 και ο δεύτερος λίγο χρόνο μεταγενέστερα. Αυτοί, οι οποίοι ασκούσαν στην Ελλάδα το επάγγελμα του ταπετσέρη και του σιδερά αντίστοιχα, χωρίς όμως να έχουν σταθερή και αδιάλειπτη επαγγελματική απασχόληση, σύχναζαν σε νυχτερινά κέντρα κυρίως της περιοχής της Ελευσίνας. Κατά τις νυχτερινές ώρες της 3.11.2005 ο Π. Γ. και ο εξάδελφος του Σ. Κ. διασκέδαζαν στο καφέ-μπαρ "..." στην Ελευσίνα, ιδιοκτησίας Γ. Π.. Στο ίδιο κέντρο βρίσκονταν ο κατηγορούμενος με το φίλο του A. B. και δύο γυναίκες. Περί ώρα 2.30 π.μ. περίπου άρχισε ένας διαπληκτισμός μεταξύ του κατηγορουμένου και του Σ. Κ. για τη διεκδίκηση της συντροφιάς μιας από τις δύο προαναφερόμενες γυναίκες. Στο διαπληκτισμό αυτό ενεπλάκησαν ο Π. Γ. και ο A. B.. Κατά το διαπληκτισμό αυτό ο κατηγορούμενος κτύπησε δυνατά με ένα στακτοδοχείο στο κεφάλι τον Π. Γ.. Ο τελευταίος, αφού έχασε την ισορροπία του, έπεσε κάτω και τότε δέχθηκε σφοδρά κτυπήματα από τον κατηγορούμενο και το φίλο του A. B. με τα χέρια και τα πόδια στο κεφάλι. Οι θαμώνες του καταστήματος, αφού απομάκρυναν τον Π. Γ. από τους δύο παραπάνω δράστες, οι οποίοι στη συνέχεια έφυγαν γρήγορα για να αποφύγουν τη σύλληψη, τον μετέφεραν στο ΤΖΑΝΕΙΟ Νοσοκομείο για την παροχή της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας. Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο παθών είχε υποστεί από τα χτυπήματα κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κάταγμα μετωπιαίου κόλπου αριστερά, αριστερού οφθαλμικού κόγχου και θλάσεις μετωπιαίου λοβού. Ο κατηγορούμενος κατά τον προαναφερόμενο διαπληκτισμό κτύπησε τον παθόντα Π. Γ. με την πρόθεση, όχι να του επιφέρει το θάνατο, αλλά για να του προκαλέσει σωματική βλάβη, την οποία και πράγματι του επέφερε με τρόπο όμως που μπορούσε να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, αφού τον χτύπησε με σταχτοδοχείο στο κεφάλι (κυρίως στο πρόσωπο), δηλαδή σε ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο. Η σωματική αυτή βλάβη χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο παθών Π. Γ. καταθέτει με κατηγορηματικότητα και πειστικότητα ότι αυτός που τον κτύπησε στο κεφάλι με το τασάκι ήταν ο κατηγορούμενος, γεγονός το οποίο του επιβεβαίωσε και ο εξάδελφος του Σ. Κ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ο A. B. δεν υπήρξαν απλοί θαμώνες νυχτερινών κέντρων, αλλά ασχολήθηκαν, άλλοτε αφανώς και άλλοτε εμφανώς, και με την εκμετάλλευση τέτοιων κέντρων. Οι στενές φιλικές σχέσεις αυτών από τις αρχές του έτους 2006 κλονίστηκαν και οδηγήθηκαν σε ρήξη, μεταξύ άλλων, μη επαρκώς διακριβωθέντων λόγων, και εξαιτίας της διεκδίκησης της ίδιας ερωτικής συντρόφου (ονόματι Ζωής), η οποία διατηρούσε αρχικά ερωτικό δεσμό με τον A. B. και στη συνέχεια συνδέθηκε ερωτικά με τον κατηγορούμενο. Οι ήδη τεταμένες σχέσεις του κατηγορουμένου και του A. B. οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο, εξαιτίας του γεγονότος ότι η P. D., προηγούμενη ερωτική σύντροφος του δευτέρου, με τον οποίο αυτή εξακολούθησε να έχει επικοινωνία και διατηρούσε πολύ καλές φιλικές σχέσεις, θέλησε να αναλάβει την εκμετάλλευση του νυχτερινού κέντρου "...", στον Ασπρόπυργο, το οποίο ανήκε, ως επιχείρηση στην Π.-Ρ. Ν. Σ., βρισκόταν όμως υπό την ουσιαστική διαχείριση και εκμετάλλευση του πρώτου. Η P. D. άρχισε διαπραγματεύσεις με τον ιδιοκτήτη του καταστήματος Ε. Σ. εκδηλώνοντας την πρόθεση της, εφόσον ευοδώνονταν οι διαπραγματεύσεις αυτές, να αναθέσει τη λειτουργία του εν λόγω νυχτερινού κέντρου στον A. B. και να απομακρύνει τον κατηγορούμενο. Οι σχέσεις πλέον του κατηγορουμένου και του A. B. έφτασαν σε ακραίο σημείο οξύτητας και ο πρώτος αποφάσισε να απαλλαγεί από το δεύτερο, φονεύοντάς τον. Έτσι στις 20.3.2006 και περί ώρα 5.30-6.00 π.μ. ο κατηγορούμενος έφυγε από το κέντρο ... μετά το κλείσιμο, χωρίς να μεταφέρει τις κοπέλες που εργάζονταν εκεί στο σπίτι τους, όπως συνήθιζε να κάνει μετά το τέλος της εργασίας τους, και μετέβη έξω από την ισόγεια οικία που διέμενε ο A. B., στη ... αριθ. 34, στη Μαγούλα Αττικής. Ο κατηγορούμενος, λόγω της προηγούμενης στενής φιλίας του με τον A. B., είχε φιλοξενηθεί επανειλημμένα στο σπίτι του τελευταίου και γνώριζε την εσωτερική του διαρρύθμιση και ειδικότερα τη θέση όπου ήταν τοποθετημένο το κρεβάτι που εκείνος κοιμόταν. Έτσι πλησίασε το κλειστό παράθυρο (με ξύλινο παραθυρόφυλλο) της κρεβατοκάμαρας του θύματος, το οποίο εκείνη την ώρα κοιμόταν, και με ένα πυροβόλο όπλο που έφερε πυροβόλησε τέσσερις φορές προς το εσωτερικό του δωματίου και προς το σημείο που βρισκόταν κοιμώμενο το θύμα στο κρεβάτι του. Οι βολίδες διαπέρασαν το παράθυρο και μία από αυτές έπληξε τον A. B. στην κοιλιακή χώρα, στη δεξιά πλευρά του σώματός του, πλησίον του ήπατος. Ο τελευταίος, παρά τον τραυματισμό του, κατόρθωσε να πλησιάσει στο παράθυρο για να δει το δράστη από τις γρίλιες. Στη θέση αυτή τον είδε ο εξάδελφος του T. A. ο οποίος εφιλοξενείτο στην οικία του και με τους πυροβολισμούς ξύπνησε και σηκώθηκε για να δει τι συμβαίνει. Τότε το θύμα απευθυνόμενο προς αυτόν του είπε "με φάγανε, είδα τον Γ.", δηλαδή τον κατηγορούμενο. Ο A. B. διακομίστηκε στο Θριάσιο Νοσοκομείο Ελευσίνας, όπου διατηρούσε τις αισθήσεις του. Εκεί υποβλήθηκε σε μια πρώτη χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του τραύματος και ακολούθως και σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση, λόγω επαναιμορραγίας. Περαιτέρω, επειδή δεν υπήρχε ελεύθερη εντατική μονάδα στο Θριάσιο Νοσοκομείο διακομίστηκε στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν, όπου υπέκυψε στα τραύματα του στις 24.3.2006. Μόνη ενεργός αιτία από την οποία επήλθε ο θάνατος του θύματος υπήρξε ο σοβαρός τραυματισμός του στη δεξιά πλευρά του σώματος του από τους πυροβολισμούς που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Την πιο πάνω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση αποφάσισε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Για το γεγονός του θανατηφόρου τραυματισμού του A. B. από τον κατηγορούμενο έκανε αναφορά, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο ο T. A.. Εξάλλου η μάρτυρας P. D., η οποία επισκέφθηκε τον A. B. στο Θριάσιο Νοσοκομείο το πρωί της 20.3.2006, όταν αυτός διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, πειστικά καταθέτει ότι ο τελευταίος της είπε ότι δράστης των εναντίον του πυροβολισμών ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο κατόρθωσε να δει από το παράθυρο. Η ίδια μάρτυρας πειστικά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος είχε όπλο, το οποίο έκρυβε στο κατάστημα (...) κάτω από το τζάκι. Περαιτέρω ο αδελφός του θύματος A. B., πολιτικώς ενάγων, καταθέτει ότι τις πρωινές ώρες της 20.3.2006, στο Θριάσιο Νοσοκομείο, το θύμα, το οποίο διατηρούσε ακόμη τις αισθήσεις του, σε σχετική ερώτηση του ίδιου, αν δράστης είναι ο κατηγορούμενος, του ένευσε καταφατικά. Την ίδια απάντηση με τον ίδιο τρόπο έδωσε το θύμα και στον άλλο του αδελφό A. B., όπως αυτός καταθέτει. Ο τελευταίος μάρτυρας καταθέτει επίσης πειστικά ότι ο μάρτυρας Μ. Ν., ο οποίος διατηρούσε πολύ φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, του είπε στο Τεπελένι Αλβανίας, ότι τον αδελφό του είχε σκοτώσει ο κατηγορούμενος, όπως εκείνος του ομολόγησε. Την κρίση του Δικαστηρίου ότι δράστης της ανθρωποκτονίας του A. B. υπήρξε ο κατηγορούμενος έρχεται να ενισχύσει, παρά να αποδυναμώσει, και η ίδια η συμπεριφορά του τελευταίου λίγο χρόνο μετά την πράξη του. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατηγορούμενος κατά τις 6.30-7.00 π.μ. της 20.3.2006 μετέβη στην οικία του πιο πάνω φίλου του μάρτυρα Ν. Μ., στην Ελευσίνα, για να πάρει μια τσάντα με ρούχα που είχε αφήσει εκεί, επειδή θα αναχωρούσε στην Αλβανία (προφανώς για να διαφύγει), γεγονός το οποίο και συνέβη μετά δύο ημέρες, οπότε έφυγε οδικώς για την Αλβανία μαζί με το Ν. Μ. με το αυτοκίνητο του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε τις πρωινές ώρες της 20.3.2006 στον αδελφό του θύματος A. B. και ζήτησε να πληροφορηθεί για την κατάσταση της υγείας εκείνου και κυρίως ρώτησε, αν μπορεί να μιλήσει. Μάλιστα πήγε και στο νοσοκομείο, δεν επισκέφθηκε όμως το θύμα (πληροφορούμενος για την κατάσταση της υγείας του από τους επισκέπτες) με τη μη πειστική και ανεπέρειστη δικαιολογία ότι φοβόταν να ανέβει στους ορόφους του νοσοκομείου για να μη συλληφθεί από τους εκεί ευρισκόμενους αστυνομικούς για κάποια άλλη αιτία για την οποία διέφευγε. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον πιο πάνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του παρανόμως όπλο, το οποίο είναι πρόσφορο, για επίθεση και άμυνα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2168/1993, και συγκεκριμένα πυροβόλο όπλο άγνωστου τύπου και εργοστασίου κατασκευής, χωρίς την άδεια της Αστυνομικής Αρχής του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του, το οποίο και χρησιμοποίησε εκτοξεύοντας τους πιο πάνω πυροβολισμούς εναντίον του A. B.. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, οπλοφορίας, οπλοχρησίας και τέλος επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Π. Γ.". Ο αιτών ως νέο στοιχείο υπέρ της αθωότητάς του για την πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας επικαλείται και προσκομίζει επιστολή (σε φωτοτυπία) η οποία είναι γραμμένη σε ξένη γλώσσα (κατά τον αιτούντα στην αλβανική), από τρίτο πρόσωπο με το όνομα "C. R.", ο οποίος φέρεται ως ο δράστης της ανωτέρω ανθρωποκτονίας. Έχει δε, κατά τη μετάφραση, η οποία δεν προκύπτει από ποιόν έγινε, ως εξής: "Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί θέλω να σου πω κάποια πράγματα που μου βαρύνουν την ψυχή εδώ και έξι χρόνια. Γνωρίζω πολύ καλά τι έγινε με την υπόθεση της δολοφονίας του A. B.. Τον Α. τον γνώριζα χρόνια, από τότε που ήμασταν στην Αλβανία. Από την αρχή δεν τα πηγαίναμε καλά γιατί ήταν ρουφιάνος και είχαμε πόλεμο. Μετά έφυγε για κάποια χρόνια στην Ευρώπη γιατί τον είχα προειδοποιήσει πως άμα τον δω μπροστά μου θα τον σκοτώσω γιατί ήταν κωλόπαιδο. Είχε κάνει πολλές ρουφιανιές, τόσο σε εμένα όσο και στους φίλους μου. Γι αυτό και τον είχα απειλήσει. Το ήρθα στην Ελλάδα και λίγο μετά μαθαίνω ότι ήρθε και αυτός εδώ στην Ελλάδα. Τον έψαχνα τόσο καιρό και έμαθα τελικά που βρίσκονταν. Βρήκα το σπίτι που έμενε στην Ελευσίνα σε μια περιοχή που λέγεται Μαγούλα. Ήταν ευκαιρία για μένα να τον φάω. Αυτό που ήθελα το έκανα πράξη γιατί του άξιζε. Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ ότι γι' αυτήν μου την πράξη θα την πλήρωνε ο A. J.. Ξέρω ότι αυτοί οι δύο ήταν φίλοι. Ήξερα τον Α. αλλά δεν κάναμε παρέα. Είχαμε μόνο ένα γεια. Ήταν καλό παιδί και δεν είχε σχέση με τις δουλειές και τις μαλακίες που έκανε ο Α.. Γι' αυτό και δεν τον πείραξα ποτέ Δεν τον πείραξα όμως ποτέ και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί ήταν καλός φίλος με έναν δικό μου φίλο από την Αλβανία τον J.. Αυτός ήταν που μου είπε ότι ο Α. κατηγορήθηκε άδικα για το φόνο που έκανα εγώ. Αυτός ήταν και ο μόνος που ήξερε ότι εγώ τον είχα φάει τον Α. γιατί του το χα πει εγώ. Δεν μπορώ όμως να σηκώσω τέτοιο βάρος να ξέρω ότι ένας άνθρωπος είναι άδικα φυλακή εξαιτίας μου, για κάτι που έκανα εγώ. Πραγματικά δεν έχει καμία σχέση και το μόνο λάθος του ήταν ότι έκανε παρέα με αυτόν τον πούστη. Δεν λυπάμαι που τον σκότωσα. Για το μόνο που λυπάμαι είναι ότι άλλος πληρώνει για μένα. Αυτά είχα να σου πω για να φύγει το βάρος από πάνω μου γιατί δε θέλω να κάνει κανείς φυλακή για μένα". Η επιστολή αυτή είναι μεν νέο στοιχείο, άγνωστο στους καταδικάσαντες τον αιτούντα δικαστές αλλά από το περιεχόμενό της είτε μόνη, είτε σε συνδυασμό και με τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε, αφού η επιστολή αυτή δεν κρίνεται πειστική. Και τούτο για τους εξής λόγους: 1) Δεν προκύπτει πώς περιήλθε στα χέρια του αιτούντος η επιστολή, αφού δεν απευθύνεται σ' αυτόν αλλά σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν κατονομάζεται. 2) Δεν δικαιολογείται η σύνταξη της επιστολής αυτής από το φερόμενο ως δράστη της ανθρωποκτονίας εκ μόνου του λόγου, όπως αναφέρεται σ' αυτήν, "να φύγει το βάρος από πάνω του", για την πράξη αυτή, την τέλεση της οποίας, όπως ο ίδιος αναφέρει στην επιστολή του, έχει εκμυστηρευθεί και στο παρελθόν, για τον ίδιο, ως άνω λόγο, σε κοινό φίλο του ίδιου και του αιτούντος, με το όνομα "J.", χωρίς άλλα στοιχεία. 3) Δεν αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία του συντάκτη της επιστολής (όνομα μητρός - πατρός, τόπος γέννησης, διαμονής κλπ), έτσι ώστε να μπορεί να αναζητηθεί και να ληφθεί η κατάθεσή του. Και ναι μεν ο αιτών με το από 24-5-2013 υπόμνημά που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της αιτήσεώς του προσκομίζει το υπ' αριθμ. 11742/23-5-2013 πιστοποιητικό του Καταστήματος Κράτησης Λάρισας, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναφερόμενος σ' αυτό κρατούμενος φέρει, μεταξύ των άλλων δέκα ονομάτων, και όνομα C. R., τούτο όμως δεν σημαίνει ότι συντάκτης της επιστολής είναι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί, ότι κρατείται σε εκτέλεση μεγάλου αριθμού καταδικαστικών αποφάσεων για ανθρωποκτονίες, ληστείες, εγκληματικές οργανώσεις κλπ, για τις οποίες έχει καταδικασθεί σε ποινές ισοβίου καθείρξεως και πολυετείς ποινές καθείρξεως, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. 247/15-1-2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία του έχει επιβληθεί συνολική ποινή κάθειρξης 76 ετών. Ακόμη ο αιτών δεν δικαιολογεί πώς περιήλθε στα χέρια του, και μάλιστα στις 24-5-2013 (ημερομηνία συντάξεως του υπομνήματος) το παραπάνω πιστοποιητικό, το οποίο, όπως προκύπτει απ' αυτό, εκδόθηκε στις 23-5-2013 μετά από αίτηση του ιδίου του κρατούμενου. Εξάλλου, δεν εξηγείται πώς ο αναφερόμενος στο παραπάνω πιστοποιητικό, ο οποίος έχει διαπράξει σωρεία εγκληματικών πράξεων, μεταξύ δε αυτών και ανθρωποκτονίες, συντάσσει αυτήν την επιστολή με τη δικαιολογία "να φύγει το βάρος από πάνω του" διότι ένας αθώος, με τον οποίον μάλιστα ουδεμία σχέση έχει, βρίσκεται στη φυλακή και δεν εμφανίζεται στις αρμόδιες αρχές να το αναφέρει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. 4) Το περιεχόμενο της επιστολής, σε σχέση με την αιτία της ανθρωποκτονίας είναι παντελώς αόριστο και δεν δικαιολογείται εκ του ως άνω περιεχομένου της η τέλεση της ανθρωποκτονίας. 5) Τα διαλαμβανόμενα στην επιστολή αναφέρονται σε γενικότητες και όχι σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία σχετικά με τον τρόπο και τις εν γένει συνθήκες των επικαλουμένων ως τελεσθεισών απ' αυτόν πράξεων. Ενόψει των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αιτούντος (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-12-2012 αίτηση του A. J. του T., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές Κερκύρας για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 96, 97, 98/2010 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ