Αριθμός 314/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου …... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Ματσούκα, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Τ. Μ. του Π., κατοίκου …….Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1976/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6432/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-6-2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 80/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 19-4-2022 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 19 Απριλίου 2022 με αριθμ. καταθ. 88/27.4.2022 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος κατά του καθού η κλήση - αναιρεσίβλητου, φέρεται προς συζήτηση η από 24 Ιουνίου 2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 6432/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 80/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής. Με την κρινόμενη από 24 Ιουνίου 2020 με αριθμ. κατάθεσης 3815/446/30.6.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου, προσβάλλεται, η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6432/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 6.12.2018 με αριθ. καταθ. 115884/8197/2018 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1976/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 11.8.2017 με αριθ. κατάθ.567581/2030/11.8.2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της από 27.11.2011 με αριθμ. καταθ. 229525/6425/27.12.2011 προγενέστερης αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) ισχυρίσθηκε ότι από τις …..2003 παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργολάβο οικοδομών που ανελάμβανε υδραυλικές εργασίες, αρχικά ως ανειδίκευτος εργάτης και από …..2005 ως βοηθός υδραυλικού με τις αναγραφόμενες ανά χρονικά διαστήματα αποδοχές και ότι στις …….2011 ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη γιατί έγινε καταχρηστικά και γιατί ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι ο εναγόμενος οφείλει σ'αυτόν από τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, για διαφορές αποδοχών, για υπερεργασία και κατ'εξαίρεση υπερωριακή εργασία, για εργασία τα Σάββατα, για διαφορές επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης αδείας και για μισθούς υπερημερίας τα αναγραφόμενα σ'αυτή ποσά. Ζητούσε, δε, μετά από μερικό περιορισμό αγωγικών κονδυλίων, κατά τη συζήτηση της αγωγής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για διαφορές ημερομισθίων του χρονικού διαστήματος από …..2007 έως …..2010 το ποσό των 19.906,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει για διαφορές ημερομισθίων του χρονικού διαστήματος από …..2010 έως …...2011, για αμοιβές υπερεργασίας, κατ'εξαίρεση υπερωριακής εργασίας, εργασίας τα Σάββατα, διαφορές αποδοχών εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από …...2007 έως …..2011 και για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από …...2011 έως …….2012 το ποσό των 68.994,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 1976/2018 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως απαράδεκτο το αγωγικό αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 και κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσία αβάσιμη. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ'ουσία βάσιμη και α) υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.017,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο, και β) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 32.524,59 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1477/2022, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 1147/2022, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018). Ο όρος επιδίκασε νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή περισσότερο από ότι ζητήθηκε (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 651/2018, ΑΠ 2023/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της τα εξής : "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) ασκούσε ατομική επιχείρηση υδραυλικού και αναλάμβανε εργολαβικά και υπεργολαβικά υδραυλικές εργασίες (αλλαγές θερμαντικών σωμάτων, τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων, επισκευές υδραυλικών εγκαταστάσεων κλπ) σε νεοαναγειρόμενες οικοδομές. Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), γεννημένος την ……, ήταν ….. υπηκοότητας και το 2002 είχε έρθει στην Ελλάδα, όπου ζούσε από το 1997 ο γεννηθείς το έτος …., μεγαλύτερος αδελφός του Β. Μ. και έλαβε τη με αριθμό ... άδεια διαμονής με ισχύ μέχρι την…….. Κατά τα έτη 2003 έως 2007 φοίτησε στο Λύκειο "Χ. Τ." της …..και έλαβε αντίστοιχο τίτλο σπουδών με το απολυτήριο Λυκείου (βλ. την από …..μετάφραση του μεταφραστή Α. Λ. του Ενδεικτικού Ωριμότητας του ενάγοντος που εκδόθηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Επιστήμης της ……και τη με αριθμό πρωτ. …….βεβαίωση του Τμήματος Εκπαιδευτικών Θεμάτων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων). Μετά τη λήξη των σχολικών του υποχρεώσεων, ο ενάγων επέστρεψε στην Αθήνα, έχοντας ήδη λάβει από την ……..Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς της ΕΛ.ΑΣ και από …..έως ……φοίτησε στη "Σιβιτανίδειο Δημόσια Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων", οπότε έλαβε πτυχίο υδραυλικού με την ειδικότητα Θερμοηλεκτρικών Εγκαταστάσεων και Συντηρητών Κεντρικής Θέρμανσης. Ο ενάγων έως και τον Μάρτιο……όποτε ερχόταν στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην..... και μετά το πέρας αυτής όταν επέστρεψε στην Αθήνα, εργαζόταν περιστασιακά ως ανειδίκευτος εργάτης σε οικοδομές με διαφορετικούς εργοδότες και κατά τους μήνες Μάρτιο και Ιούλιο ….. απασχολήθηκε από τον εργολάβο οικοδομών Χ. Γ., όπως συνάγεται από την ένορκη κατάθεση του ιδίου του Χ. Γ. και από τον ίδιο εργολάβο τον Απρίλιο….., για τον οποίο μήνα ο ενάγων είχε ασφαλιστεί από τον παραπάνω εργοδότη στο ΙΚΑ. Κατά το διάστημα αυτό απασχολήθηκε και από τον εναγόμενο περιστασιακά με ημερομίσθιο και εξηγείται η κατοχή από τον ενάγοντα αντιγράφων των …………..τιμολογίων - δελτίων αποστολής υλικών της εταιρείας ‘Ύ. Ε." προς τον εναγόμενο, τα οποία υπέγραψε για την παραλαβή τους ο ενάγων, ο οποίος λόγω της περιστασιακής του απασχόλησης από τον εναγόμενο βρισκόταν στην επαγγελματική στέγη του τελευταίου στην οδό ……..στο…….. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον εναγόμενο από το έτος ….. και ότι εργαζόταν βάσει αυτής στην επιχείρηση του τελευταίου μέχρι τουλάχιστον τον Μάρτιο του…... Η περί του αντιθέτου ένορκη βεβαίωση του αδελφού του ενάγοντος Β. Μ. κρίνεται ανακριβής, διότι αποσιωπώνται οι σπουδές του ενάγοντος στην …..κατά τα έτη……, όπως επίσης αντικρούεται και από το ότι ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος εντός του ….. από άλλον εργοδότη. Επίσης, ο ενάγων προς απόδειξη της απασχόλησής του στον εναγόμενο από το έτος …. προσκομίζει την από …..βεβαίωση περί απασχόλησής του στον εναγόμενο από τον Ιούνιο …. έως και την ημέρα σύνταξης της βεβαίωσης την……., η οποία στη θέση του βεβαιώσαντος το περιεχόμενό της φέρει τη σφραγίδα του εναγομένου. Όμως καθώς δεν φέρει υπογραφή του εναγομένου, δεν αποδεικνύεται η σύνταξή της από τον εναγόμενο. Προσέτι, στο ΙΚΑ μετά από καταγγελία του ενάγοντος κρίθηκε ότι ο εναγόμενος ως εργοδότης του, όφειλε να τον ασφαλίσει από τον Μάιο του…., πλην όμως δεν διαλαμβάνεται καμία αιτιολογία περί του λόγου που εξελήφθη ο χρόνος αυτός ως χρόνος έναρξης της απασχόλησης του ενάγοντος από τον εναγόμενο και σε κάθε περίπτωση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από τον Μάιο …. έως και τον Μάρτιο ….. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, από τις ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Π. (S. P.) και του Α. Ζ. (A. Z. του S.), οι οποίοι παρείχαν για περιορισμένα χρονικά διαστήματα από τον Απρίλιο …. έως και το …… εξαρτημένη εργασία στον εναγόμενο, σε διάφορα έργα που εκτελούσε, αποδείχθηκε ότι από τον Απρίλιο του….., ο ενάγων εργαζόταν μονίμως στον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του στα έργα που εκτελούσε και τα οποία γνώριζαν οι ενόρκως βεβαιώσαντες. Η ένορκη κατάθεση των παραπάνω δεν αντικρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο και ότι βεβαίωσαν το βεβαίωσαν από ιδία αντίληψη. Ο ενάγων απασχολήθηκε στον εναγόμενο μέχρι την……, όταν ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, δηλώνοντάς του προφορικά ότι δεν πρόκειται να τον απασχολήσει στο εξής. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε ότι έγινε από λόγους εκδίκησης, λόγω της προγενέστερης καταγγελίας του εναγομένου στο ΙΚΑ, όπως εκθέτει στην αγωγή του ο ενάγων, διότι από τη με αριθμό Μ/ 59/……απόφαση του ΙΚΑ και την υπό την ιδία ημέρα πράξη επιβολής προστίμου αποδεικνύεται ότι η διαδικασία κινήθηκε βάσει της με ………καταγγελίας του ενάγοντος, η οποία είναι μεταγενέστερη της ………καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εναγομένου και άλλη καταγγελία δεν αποδεικνύεται. Όμως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε ακύρως χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και χωρίς να καταβληθεί στον ενάγοντα η νόμιμη αποζημίωση (1, 3, 12 ν. 2112/1920, 1,5 ν. 3198/1955, 1§1, 2 β.δ. 16/18.7.1920). Όσο διάστημα ο ενάγων προσέφερε εξαρτημένη εργασία στον εναγόμενο (Απρίλιος ….. έως ……2011) εργαζόταν τις καθημερινές και εργάσιμες ημέρες, από Δευτέρα έως Παρασκευή με ωράριο 8.30 π.μ. με 15.30. Δεν αποδείχθηκε ότι προσέφερε υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, ούτε τούτο καταθέτουν οι ενόρκως βεβαιώσαντες με πρωτοβουλία του ενάγοντος, Σ. Π. ( S. P.), Σ. Γ. (S. G.) και Α. Ζ. (A. Z. του S.), ενώ η ένορκη βεβαίωση του αδελφού του ενάγοντος Β. Μ. (V. B.), λόγω των πιο πάνω ανακριβειών της δεν κρίνεται αξιόπιστη. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν πέραν του ωραρίου 8.30 π.μ. με 15.00 -άλλωστε και ο ίδιος στην αγωγή του αναφέρει ως ωράριο εργασίας του για το διάστημα από τον Απρίλιο …… έως …..2010 ωράριο 8.30 με 15.30, ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας απόδειξης, θυγατέρας του εναγομένου που κατέθεσε στο ακροατήριο ότι γινόταν έλεγχοι ώστε να μην γίνονται εργασίες στις οικοδομές κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, όπως επίσης και από την ένορκη βεβαίωση του Χ. Π., εργολάβου οικοδομών, σύμφωνα με την οποία το ωράριο κατά το οποίο επιτρέπεται να εκτελούνται εργασίες είναι 7.00 π.μ. με 15.00 και απαγορεύεται κάθε εργασία πέραν αυτού. Ακολούθως, από τις ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Π. (S. P.) και του Α. Ζ. (A. Z. του S.) αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά το διάστημα που απασχολήθηκε στον εναγόμενο, εργαζόταν και την ημέρα του Σαββάτου. Το ωράριο ήταν ίδιο με εκείνο των καθημερινών και δεν εργαζόταν μετά τις 15.00 λόγω της απαγόρευσης συνέχισης των εργασιών πέραν της ώρας αυτής. Ο ενάγων απασχολήθηκε στον εναγόμενο από τον Απρίλιο ….. έως και τον Μάρτιο ….. ως ανειδίκευτος εργάτης, διότι δεν αποδεικνύεται διετής μέχρι τότε υπηρεσία ή προϋπηρεσία του στην ειδικότητα ή πραγματοποίηση 300 ημερομισθίων (ΣΣΕ 23.5.1990 και κωδικοποίηση συλλογικών ρυθμίσεων των οικοδόμων ελευθέρων επαγγελμάτων όλης της χώρας στους οποίους περιλαμβάνονται και οι υδραυλικοί). Από τον Απρίλιο, όμως, του ….., έχοντας συμπληρώσει την απαραίτητη προϋπηρεσία στην επιχείρηση του εναγομένου, εργαζόταν προσφέροντας εργασία βοηθού υδραυλικού (βοηθός τεχνίτη) και μέχρι την ……2011. Για την εργασία του αυτή ο ενάγων έπρεπε να λάβει με βάση τις ισχύουσες κατά τον χρόνο εργασίας του ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και των Συναφών Κλάδων όλης της χώρας 18.7.2008 (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 87/25.7.2008) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.7.2008 με την ΥΑ 69018/3228/6.10.2008 (ΦΕΚ Β 2137/15.10.2008) και 14.7.2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και των Συναφών Κλάδων όλης της χώρας (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 45/24.7.2009) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 24.7.2009 με την ΥΑ 27699/2250/17.9.2009 (ΦΕΚ Β 2078/28.9.2009) α) για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2009 έως και τον Ιούλιο 2009, βασικό ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη 50,10 € πλέον 7% επί του βασικού ημερομισθίου επιδόματος αποφοίτου Λυκείου δηλαδή 3,51 €, ήτοι ημερομίσθιο (50,10 + 3,51 =) 53,61 € και για τις 86 εργάσιμες ημέρες αυτού του χρονικού διαστήματος έπρεπε να λάβει (86 ημέρες χ 53,61 € =) 4.610,46 €, β) για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2009 (κατά τον οποίο εργάστηκε μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο τις εργάσιμες ημέρες) έως και τον Μάρτιο 2010, βασικό ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη 52,35 € πλέον 7% επί του βασικού ημερομισθίου επιδόματος αποφοίτου Λυκείου δηλαδή 3,66 €, ήτοι ημερομίσθιο (52,35 + 3,66 =) 56,01 € και για τις 158 εργάσιμες ημέρες αυτού του χρονικού διαστήματος έπρεπε να λάβει (158 ημέρες χ 56,01 € =) 8.849,58 €, γ) για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2010 έως και 18 Ιουνίου 2010, βασικό ημερομίσθιο βοηθού υδραυλικού (βοηθού τεχνίτη) 55,36 € πλέον 7% επί του βασικού ημερομισθίου επιδόματος αποφοίτου Λυκείου δηλαδή 3,87 €, ήτοι ημερομίσθιο (55,36 + 3,87 =) 59,23 € και για τις 55 εργάσιμες ημέρες αυτού του χρονικού διαστήματος έπρεπε να λάβει (55 ημέρες χ 59,23 € =) 3.257,65 € και δ) για το χρονικό διάστημα από 19 Ιουνίου 2010 έως 2.12.2011 (τον Αύγουστο 2010 και 2011 εργάστηκε το πρώτο δεκαπενθήμερο μόνο και κατά τις εργάσιμες ημέρες) βασικό μισθό βοηθού υδραυλικού (βοηθού τεχνίτη) 55,36 € πλέον 10% επί του βασικού ημερομισθίου επιδόματος αποφοίτου επαγγελματικής εκπαίδευσης (Σιβιτανίδειος) δηλαδή 5,53 €, ήτοι ημερομίσθιο (55,36 + 5,53 =) 60,89 € και για τις 360 εργάσιμες ημέρες αυτού του χρονικού διαστήματος έπρεπε να λάβει (360 ημέρες χ 60,89 € =) 21.920,40 € και συνολικά (4.610,46 € + 8.849,58 € + 3.257,65 € + 21.920,40 € =) 38.638,09 €, εκ του οποίου το ποσό των 16.717,69 € αφορά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2009 έως 18.6.2010 και το ποσό των 21.920,40 € το χρονικό διάστημα από 19.6.2010 έως 2.12.2011, ενώ έλαβε κατά το περιεχόμενο της αγωγής του το ποσό των (8.700 + 8.060 + 3.447,60 =) 20.207,60 € εκ του οποίου το ποσό των 8.700 € αφορά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2009 έως 18.6.2010 και το ποσό των (8.060 + 3.447,60 =) 11.507,60 € αφορά το χρονικό διάστημα από 19.6.2010 έως 2.12.2011 και του οφείλεται από διαφορές ημερομισθίων ποσό (38.638,09- 20.207,60 =) 18.430,49 € εκ του οποίου ποσό (16.717,69 € - 8.700 € =) 8.017,69 € αφορά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2009 έως 18.6.2010 και ποσό (21.920,40 € - 11.507,60 €=) 10.412,80 € αφορά το χρονικό διάστημα από 19.6.2010 έως 2.12.2011. Επίσης, ο ενάγων για την εργασία του το Σάββατο, έπρεπε να λάβει α) για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2009 έως και τον Ιούλιο 2009, που εργάστηκε 17 φορές ημέρα Σάββατο (όλες τις ημέρες του Σαββάτου), με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ) για κάθε Σάββατο βασικό ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη 50,10 € χωρίς επιπλέον τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική του κατάσταση (όπως το 7% επί του βασικού ημερομισθίου του επιδόματος αποφοίτου Λυκείου), ήτοι ( 50,10 X 17 =) 851,71 €, β) για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2009 (κατά τον οποίο εργάστηκε μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο τις εργάσιμες ημέρες και δεν εργάστηκε κανένα Σάββατο, καθώς στην αγωγή αναφέρει ότι δεν εργάστηκε την 8.8. και την 15.8) έως και τον Μάρτιο 2010, που εργάστηκε 28 φορές ημέρα Σάββατο, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ), για κάθε Σάββατο βασικό ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη 52,35 € χωρίς επιπλέον τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική του κατάσταση (όπως το 7% επί του βασικού ημερομισθίου του επιδόματος αποφοίτου Λυκείου), ήτοι (2,35 X 28=) 1.465,80 €, γ) για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2010 έως 10.5.2010, που εργάστηκε όλες της ημέρες του Σαββάτου εκτός από την Πρωτομαγιά, ήτοι 5 φορές ημέρα Σάββατο, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ), για κάθε Σάββατο, βασικό ημερομίσθιο βοηθού υδραυλικού (βοηθού τεχνίτη) 55,36 € χωρίς επιπλέον τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική του κατάσταση (όπως το 7% επί του βασικού ημερομισθίου του επιδόματος αποφοίτου Λυκείου), ήτοι (55,36 € X 5 =) 276,80 €, δ) για το χρονικό διάστημα από 11.5.2010 έως 18.6.2010, που εργάστηκε 5 φορές ημέρα Σάββατο, για κάθε Σάββατο το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% (8 ν. 3846/11.5.2010), ήτοι βασικό ημερομίσθιο βοηθού υδραυλικού (βοηθού τεχνίτη) 55,36 € πλέον 7% επί του βασικού ημερομισθίου επιδόματος αποφοίτου Λυκείου δηλαδή 3,87 €, ήτοι ημερομίσθιο (55,36 + 3,87 =) 59,23 € + 17,76 (30%) €= 76,99 € X 5 = 384,95 € και ε) για το χρονικό διάστημα από 19 Ιουνίου 2010 έως 2.12.2011 (τον Αύγουστο 2010 και 2011 εργάστηκε το πρώτο δεκαπενθήμερο μόνο και κατά τις εργάσιμες ημέρες και δεν εργάστηκε το Σάββατο 7.8.2010, 14.8.2010, 25.12.2010, 1.1.2011, 6.8.2011 και 13.8.2011), που εργάστηκε 65 φορές ημέρα Σάββατο, για κάθε Σάββατο το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% (8 ν. 3846/11.5.2010), ήτοι το βασικό ημερομίσθιο βοηθού υδραυλικού (βοηθού τεχνίτη) 55,36 € πλέον 10% επί του βασικού ημερομισθίου επιδόματος αποφοίτου επαγγελματικής εκπαίδευσης (Σιβιτανίδειος) δηλαδή 5,53 €, ήτοι ημερομίσθιο (55,36 + 5,53 =) 60,89 € + 18,26 (30%) = 79,15 € και συνολικά 79,15 € X 65 = 5.144,75 €. Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα συνολικά για την εργασία του την ημέρα του Σαββάτου το συνολικό ποσό των (851,71 + 1.465,80 + 276,80 + 384,95 + 5.144,75 =) 8.124,01 €. Ο ενάγων πληρωνόταν στο τέλος κάθε μήνα, όπως συνάγεται από το ότι ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του ότι ο εναγόμενος τον πλήρωνε κάθε μήνα. Επομένως πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.017,69 € και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (10.656,36 € + 8.124,01 €=) 18.780,37 € και για κάθε επιμέρους ποσό εκ των παραπάνω με τους νόμιμους τόκους από την 1η του επομένου μήνα αυτού κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία που αφορά. Επίσης, ο ενάγων έπρεπε να λάβει αναλογία επιδόματος Πάσχα 2009, με βάση την παραπάνω εργασία του από 1η έως 30.4.2009, το ποσό των 169,87 € προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,04166, ήτοι 176,94 € εκ του οποίου του οφείλονται (176,94 € - 50 € που του καταβλήθηκαν =) 126,94 €, επίδομα Πάσχα 2010 (15 ημερομίσθια χ 59,23 € =) 888,45 € προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,04166, ήτοι 925,46 € εκ του οποίου του οφείλονται (925,46 - 50 που του καταβλήθηκαν =) 875,46 € και επίδομα Πάσχα 2011, το ποσό των (15 ημερομίσθια χ 60,89 € =) 913,35 € προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,04166, ήτοι 951,40 €, εκ του οποίου του οφείλονται (951,40 - 50 =) 901,40 € και συνολικά από την ανωτέρω αιτία (126,94 + 875,46 + 901,40 =) του οφείλονται 1.903,80 € που πρέπει να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα από την 1 η Μαΐου του έτους που αφορά κάθε επιμέρους ποσό (655, 341, 345 ΑΚ, 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966 :ΑΠ 286/2013 νόμος). Προσέτι, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για επίδομα Χριστουγέννων, με βάση το καταβλητέο ημερομίσθιο την 10η Δεκεμβρίου για το 2009 το ποσό των (56,01€ χ 25 = 1.400€, προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,04166, ήτοι 58,34€ =) 1.458,59€ εκ του οποίου οφείλονται στον ενάγοντα (1.458,59 - 100 € που του καταβλήθηκαν =) 1.358,59€, για το 2010 το ποσό των (60,89€ χ 25 = 1.522,25€, προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,04166, ήτοι 63,43€ =) 1.522,25€ εκ του οποίου οφείλονται στον ενάγοντα (1.522,25 - 100 € που του καταβλήθηκαν =) 1.422,25€ και για το 2011 το ποσό των (60,89€ χ 25 = 1.522,25€, προσαυξημένο με τον συντελεστή αδείας ο οποίος ανέρχεται σε 0,04166, ήτοι 63,43€ =) 1.522,25€ εκ του οποίου οφείλονται στον ενάγοντα (1.522,25 - 100 € που του καταβλήθηκαν =) 1.422,25€ και συνολικά από την ανωτέρω αιτία (1.358,59 + 1.422,25 + 1.422,25 =) του οφείλονται 4.203,09 € που πρέπει να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα από την 1η του επόμενου έτους αυτού που αφορά (655, 341, 345 ΑΚ, 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966 :ΑΠ 286/2013 νόμος). Περαιτέρω, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για αποδοχές άδειας (1β και 4 - όπως τροπ/κε με το άρθρο 3&15 ν. 4504/1966- ΑΝ 539/1945) και επίδομα άδειας (3&16 ν.4504/1966) α) το έτος 2009, ο ενάγων έπρεπε να λάβει 15 ημέρες άδειας και την έλαβε τον Αύγουστο 2009 και αποδοχές (15 ημέρες αδείας χ 56,01 € =1.120,20 € - 50 € που του καταβλήθηκαν = ) 1.070,20 € και επίδομα αδείας (13 ημέρες χ 56,01€ = 728,13 € - 50 € που του καταβλήθηκαν) 678,13 €, β) το έτος 2010, ο ενάγων έπρεπε να λάβει 21 ημέρες άδειας, εκ των οποίων έλαβε 15 ημέρες τον Αύγουστο 2009 και αποδοχές (21 ημέρες αδείας Χ 60,89 € = 1.278,69 € - 50 € που του καταβλήθηκαν = ) 1.228,69 € και επίδομα αδείας (13 ημέρες χ 60,89 € = 791,57 €-50 € που του καταβλήθηκαν) 741,57 € και γ) το έτος 2011, ο ενάγων έπρεπε να λάβει 22 ημέρες άδειας, εκ των οποίων έλαβε 15 ημέρες τον Αύγουστο 2009 και αποδοχές (22 ημέρες αδείας χ 60,89 € = 1.339,58 € - 50 € που του καταβλήθηκαν= ) 1.289,58 € και επίδομα αδείας (13 ημέρες χ 60,89 € = 791,57 €-50 € που του καταβλήθηκαν) 741,57 € και συνολικά ο εναγόμενος για τα παραπάνω έτη έπρεπε να λάβει για αποδοχές άδειας (1070,20 + 1.228,69 + 1289,58 =) 3.588,47 € και επίδομα αδείας (678,13 + 741,57 + 741,57 =) 2.161,27 € και συνολικά ( 3.588,47 + 2.161,27 = ) 5.749,74 € που πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει ο εναγόμενος με τους νόμιμους τόκους για κάθε επιμέρους ποσό από την 1η του επομένου χρόνου που αφορά.· Τέλος, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε και ο ενάγων δικαιούται για ημερομίσθια υπερημερίας από ….2011 έως …..2012 το ποσό των (18 εργάσιμες ημέρες χ 60,89 €=) 1.096,02€ και από 1.1.2012 έως 22.1.2012 το ποσό των (13 ημέρες χ 60,89 =) 791,57 € και συνολικά (1.096,02 € + 791,57 € =) 1.887,59 € και πρέπει να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το παραπάνω ποσό ο εναγόμενος με τους νόμιμους τόκους για το ποσό των 1.096,02 € από 1.1.2012 και για το ποσό των 791,57 € από 1.2.2012. Συνολικά δηλαδή ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των (8.017,69 + 18.780,37 + 1.903,80 + 4.203,09 + 5.749,74 + 1.887,59 = ) 40.542,28€, εκ του οποίου έπρεπε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 8.017,69 € με τους νόμιμους τόκους για κάθε επιμέρους ποσό από την 1η του επομένου μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία που αφορά και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 32.524,59 € εκ του οποίου α) για το ποσό των (18.780,37 + 1.887,59 =) 20.667,96€ με τους νόμιμους τόκους για κάθε επιμέρους ποσό αυτού από την 1η του επομένου μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία που αφορά, β) 1.903,80€ (δώρα εορτών Πάσχα) με τους νόμιμους τόκους από την 1η Μαϊου του έτους που αφορά κάθε επιμέρους ποσό αυτού και γ) (4.203,09+5.749,74=) 9.952,83 € (δώρα εορτών Χριστουγέννων, αποδοχές και επιδόματα αδείας) με τους νόμιμους τόκους για κάθε επιμέρους ποσό αυτού από την 1η του επομένου χρόνου που αφορά. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και δεν την έκανε εν μέρει δεκτή κατά τα ανωτέρω, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει κατ' αποδοχή ως βάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης, να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τα ανωτέρω". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο περισσότερα από αυτά που ζήτησε με το δικόγραφο της αγωγής του και ειδικότερα ότι το Εφετείο για τον υπολογισμό των αποδοχών που επιδίκασε στον ενάγοντα α) για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2009 έως και …..2010, β) για το χρονικό διάστημα από ……2010 έως ……2011 και γ) για αποζημίωση αδείας και για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2009 και 2010, έλαβε ως βάση υπολογισμού ημερομίσθιο μεγαλύτερο από αυτό που ο ενάγων ζητούσε με το δικόγραφο της αγωγής του να ληφθεί υπόψη ως βάση υπολογισμού των ως άνω αγωγικών κονδυλίων και ότι επιπρόσθετα για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2009 έως και …..2010, ενώ ο ενάγων ισχυριζόταν στο δικόγραφο της αγωγής του ότι εργαζόταν επί επτά (7) ώρες την ημέρα, το Εφετείο έλαβε ως βάση υπολογισμού ημερομίσθιο κατά πλήρες ωράριο (8ωρο). Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από …..2017 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι το νόμιμο ημερομίσθιό του σύμφωνα με τους όρους εργασίας της ΣΣΕ των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων όλης της χώρας ανερχόταν το χρονικό διάστημα από ….2009 έως …….2010 που εργαζόταν επτά (7) ώρες την ημέρα στο ποσό των 50,89 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο 58,13 ευρώ Χ 7 ώρες : 8 ώρες = 50,89 ευρώ), το χρονικό διάστημα από ……..2010 (ημερομηνία από την οποία επανήλθε σε 8ωρη εργασία) μέχρι …...2011 στο ποσό των 58,13 ευρώ και από …..2011 έως …..2011 στο ποσό των 60,90 ευρώ και ότι με βάση τα ως άνω νόμιμα ημερομίσθια α) για το χρονικό διάστημα από …...2009 μέχρι …..2010 δικαιούται για 372 ημέρες εργασίας το ποσό των 18.931,08 ευρώ (50,89 Χ 372) ότι έλαβε το ποσό των 10.500 ευρώ (600 ευρώ Χ 17,5 μήνες) και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 8.431,08 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από …..2010 έως …...2011 για 259 ημέρες εργασίας δικαιούται το ποσό των 15.055,67 ευρώ (58,13 Χ 259) ότι έλαβε το ποσό των 8.060 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 6.995,67 ευρώ, γ) για επίδομα εορτής Πάσχα 2009 το ποσό των 918,15 ευρώ (50,89 ευρώ ημερομίσθιο και με την προσαύξηση από την εργασία τα Σάββατα και από το επίδομα αδείας = 61,21 ευρώ Χ 15 ημερομίσθια), ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 50 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 868,15 ευρώ, δ) για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 1.530,25 ευρώ (50,89 ευρώ ημερομίσθιο και με την προσαύξηση από την εργασία τα Σάββατα και από το επίδομα αδείας = 61,21 ευρώ Χ 25 ημερομίσθια), ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 100 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 1.430,25 ευρώ, ε) για επίδομα εορτής Πάσχα 2010 το ποσό των 918,15 ευρώ (50,89 ευρώ ημερομίσθιο και με την προσαύξηση από την εργασία τα Σάββατα και από το επίδομα αδείας = 61,21 ευρώ Χ 15 ημερομίσθια), ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 50 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 868,15 ευρώ, στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 1.778,5 ευρώ (58,13 ευρώ ημερομίσθιο και με την προσαύξηση από την εργασία τα Σάββατα και από το επίδομα αδείας =71,14 ευρώ Χ 25 ημερομίσθια) ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 100 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 1.678,50 ευρώ, ζ) για αποδοχές αδείας έτους 2009 το ποσό των 1.469 ευρώ (50,89 ευρώ + αναλογία εργασίας Σαββάτων 7,87 ευρώ = 58,76 ευρώ Χ 25 ημερομίσθια) ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 50 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 1.419 ευρώ, η) για αποδοχές αδείας έτους 2010 το ποσό των 1.676,25 ευρώ (58,13 ευρώ + αναλογία εργασίας Σαββάτων 8,92 ευρώ = 67,05 ευρώ Χ 25 ημερομίσθια) ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 50 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 1.626,25 ευρώ, θ) για επίδομα αδείας έτους 2009 το ποσό των 763,88 ευρώ (50,89 ευρώ + προσαύξηση εργασίας Σάββατα 7,87 ευρώ = 58,76 ευρώ Χ 13 ημερομίσθια) ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 50 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 713,88 ευρώ, ι) για επίδομα αδείας έτους 2010 το ποσό των 871,65 ευρώ (58,13 ευρώ + προσαύξηση εργασίας Σάββατα 8,92 ευρώ = 67,05 ευρώ Χ 13 ημερομίσθια) ότι έναντι του ποσού αυτού έλαβε 50 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει τη διαφορά των 821,65 ευρώ. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) για τις παραπάνω αιτίες ποσά πλέον των αιτηθέντων, εφόσον για να επιδικάσει για τα ως άνω χρονικά διαστήματα διαφορές αποδοχών και για αποζημίωση αδείας και διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας για τα έτη 2009 και 2010, υπολόγισε το νόμιμο ημερομίσθιο του αναιρεσείοντος α) για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2009 έως και Ιούλιο έτους 2009 στο ύψος των 53,61 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2009 έως και τον Μάρτιο 2010 στο ύψος των 56,01 €, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2010 έως και …Ιουνίου 2010 στο ύψος των 59,23 €, ενώ ο αναιρεσείων για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, όπως προεκτέθηκε, ζητούσε την επιδίκαση διαφορών αποδοχών με νόμιμο ημερομίσθιο στο (μικρότερο) ύψος των 50,89 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από ….Ιουνίου 2010 έως ….2011 στο ύψος των 60,89 €, ενώ ο αναιρεσείων ζητούσε για το ως άνω χρονικό διάστημα την επιδίκαση διαφοράς αποδοχών με νόμιμο ημερομίσθιο στο (μικρότερο) ύψος των 58,13 ευρώ, γ) για αναλογία επιδόματος εορτής Πάσχα έτους 2009 στο ύψος των 53,61 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο), για αποζημίωση αδείας έτους 2009, επίδομα αδείας έτους 2009 και επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2009 στο ύψος των 56,01 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο) και επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2010 στο ύψος των 59,23 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο), ενώ ο αναιρεσείων ζητούσε την επιδίκαση διαφορών αποδοχών από τις ως άνω αιτίες με βάση νόμιμο ημερομίσθιο στο μικρότερο ύψος των 50,89 ευρώ, δ) για αποζημίωση αδείας έτους 2010, για επίδομα αδείας έτους 2010 και επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2010, στο ύψος των 60,89 ευρώ (νόμιμο ημερομίσθιο), ενώ ο αναιρεσείων ζητούσε την επιδίκαση διαφορών αποδοχών από τις ως άνω αιτίες με βάση νόμιμο ημερομίσθιο στο μικρότερο ύψος των 58,13 ευρώ. Συνακόλουθα για τις επιδικασθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορές αποδοχών των ως άνω χρονικών διαστημάτων, και για τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών αποζημίωσης αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2009 και 2010, το Εφετείο με το να λάβει ως βάση για τον υπολογισμό τους τα προαναφερθέντα ημερομίσθια, το ύψος των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ήταν μεγαλύτερο από το ύψος των αναγραφομένων στην αγωγή νομίμων ημερομισθίων, με βάση τα οποία ο ενάγων ζητούσε την επιδίκαση των ως άνω διαφορών αποδοχών, επιδίκασε πλέον των αιτουμένων από τον ενάγοντα ποσών για τα ως άνω αγωγικά κονδύλια, υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης . Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 194/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 194/2020). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις α) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρός του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) τις προσκομισθείσες μετ'επικλήσεως ιατρικές βεβαιώσεις και φορολογικές δηλώσεις των επιδίκων ετών, από τις οποίες προκύπτει ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι το επίδικο διάστημα είχε χαμηλά εισοδήματα λόγω της οικονομικής κρίσης και της πτώσης των οικοδομικών εργασιών, αποδεικτικά μέσα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε απασχόλησε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της, αποδεικνύονται από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του αναιρεσείοντος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, από τις αναγραφόμενες σ'αυτή ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα εργολάβο οικοδομών το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2009 ως ανειδίκευτος εργάτης και από τον Απρίλιο του έτους 2010 ως βοηθός τεχνίτη έως την …...2011 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το Δικαστήριο ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2017, ΑΠ 1097/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 199/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 109/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει ότι "από τις ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Π. ( S. P.) και του Α. Ζ. (A. Z. του S.), οι οποίοι παρείχαν για περιορισμένα χρονικά διαστήματα από τον Απρίλιο 2009 έως και το 2011 εξαρτημένη εργασία στον εναγόμενο, σε διάφορα έργα που εκτελούσε, αποδείχθηκε ότι από τον Απρίλιο του 2009, ο ενάγων εργαζόταν μονίμως στον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του στα έργα που εκτελούσε και τα οποία γνώριζαν οι ενόρκως βεβαιώσαντες. Η ένορκη κατάθεση των παραπάνω δεν αντικρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο και ότι βεβαίωσαν το βεβαίωσαν από ιδία αντίληψη" δέχθηκε αντιφατικά ότι, ενώ οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες εργαζόταν περιστασιακά και μόνο στο συνεργείο του το επίδικο χρονικό διάστημα, ακολούθως δέχθηκε ότι γνώριζαν από ιδία αντίληψη ότι ο αντίδικός του εργαζόταν σε αυτόν σε μόνιμη βάση και χωρίς να λάβει υπόψη της την ένορκη κατάθεση της μάρτυρός του η οποία κατέθεσε ότι ουδέποτε απασχόλησε τον αντίδικο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται σ'αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, η κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσα αναιρετική πλημμέλεια και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργαζόταν το χρονικό διάστημα από …..2009 έως …..2011 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα εργολάβο οικοδομών. Τέλος σε κάθε, περίπτωση και καθό μέρος με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της αναιρετικής εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας και μάλιστα με αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου και στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσείοντος πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 308/2020). Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019). Στις διαδικαστικές πράξεις που ενεργούνται στο χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 735/2017, ΑΠ 221/2016, ΑΠ 331/2015) αλλά το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, που επιβάλλει μεν και αυτό την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά ήθη διεξαγωγή της δίκης, χωρίς, όμως, κατά τα λοιπά να προβλέπει ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης που ενεργήθηκε κατά παράβασή του (ΑΠ 221/2016, ΑΠ 331/2015, ΑΠ 1595/2014) αλλά επάγεται ως κύρωση την, σύμφωνα με το άρθρο 205 ιδίου Κώδικα, επιβολή στον παραβάτη διάδικο ή τον δικηγόρο ποινών τάξεως (ΑΠ 331/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1446/2019). Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (ΑΠ 858/2022, ΑΠ 1951/2017). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι ή αόριστοι ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 972/2022, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 179/2019) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 179/2019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν απάντησε στην ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, που θεμελιώνεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, την οποία είχε προβάλλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία είχε επαναφέρει με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα α) ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε καταχρηστικά την από ….2017 αγωγή του, καθότι είχε ασκήσει κατ'αυτού την από …..2011 προγενέστερη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο στις 27.5.2014 κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών, ότι στη συνέχεια με την από 23.6.2014 κλήση του αναιρεσίβλητου προσδιορίσθηκε η ως άνω αγωγή να συζητηθεί στις 3.2.2015, αναβλήθηκε για τις 12.5.2015 κατά την οποία ματαιώθηκε, ότι στη συνεχεία με την από 12.5.2015 κλήση του αναιρεσίβλητου προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στις 21.1.2016, αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος αυτού (αναιρεσίβλητου) για τη δικάσιμο στις 27.10.2016 κατά την οποία ματαιώθηκε εκ νέου ότι, ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 11.8.2017 ένδικη αγωγή του με την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της από 27.12.2011 προηγούμενης αγωγής του και ότι οι διαδικαστικές πράξεις είχαν ως συνέπεια την ταλαιπωρία αυτού (αναιρεσείοντος) για επτά (7) έτη, χρονικό διάστημα που ο αντίδικός του αδιαφορούσε πλήρως για τη συζήτηση της υπόθεσης, β) ότι σε κάθε περίπτωση και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου ότι εργαζόταν σ'αυτόν (αναιρεσείοντα) το επίδικο χρονικό διάστημα, γεγονός που αυτός αρνείται, ο αναιρεσίβλητος άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του, καθότι ουδέποτε αναζήτησε τυχόν διαφορές αποδοχών, ούτε διαμαρτυρήθηκε αρμοδίως για τα χρήματα που τάχα του οφείλονταν. Ο ως άνω λόγος τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν α) ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ασκείται καταχρηστικά, δεν είναι νόμιμος, αφού στις αμιγώς διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται στο χώρο του δικονομικού δικαίου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η άσκηση της αγωγής, δεν εφαρμόζεται όπως προαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, και β) ο ισχυρισμός του ιδίου (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) ότι ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του για επιδίκαση των αγωγικών κονδυλίων, είναι, επίσης, μη νόμιμος, αφού αυτός αρνείται ότι ο αντίδικός του εργαζόταν το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι του οφείλει οποιοδήποτε ποσό από τις ως άνω αιτίες, οπότε δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ που προϋποθέτει παραδοχή (και όχι άρνηση) της ύπαρξης του ως άνω δικαιώματος (ότι ο ενάγων εργαζόταν το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι δικαιούται αποδοχές για τις ως άνω αιτίες) το οποίο, όμως, ασκείται καταχρηστικά από τον ενάγοντα αντίδικο του "ενισταμένου" εναγομένου. Επομένως, εφόσον η ως άνω ένσταση του εναγομένου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου δεν είναι νόμιμη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στην ένσταση αυτή. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ποσά πλέον των αιτηθέντων από αυτόν, ως προς τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν α) διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από …..2009 έως …..2011 και β) διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, επιδόματος αδείας και αποζημίωσης αδείας των ετών 2009 και 2010, και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης στο σύνολό τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 6432/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ