ΑΡΙΘΜΟΣ 1347/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου, περί αναιρέσεως της 654/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Α. του Γ., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2013 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 479/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 Ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 Ευρώ, όπως τα ποσά αυτά αναπροσαρμόσθηκαν με την παρ.1 περ.δ ' του άρθρου 24 Ν. 4055/2012. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του πρατωμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης, μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) ορίζει ότι "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτηση του, απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στην θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Όσο αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος συνίσταται σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη δε για την αιτιολόγηση του ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία που δε συμβαίνει για το ανωτέρω αδίκημα. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 654/2013 απόφασης, του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο αυτό, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, ήτοι από την αναγνωσθείσα κατάθεση του απολιπομένου μάρτυρα κατηγορίας, πολιτικώς ενάγοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, καθώς και των μαρτύρων της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα - κατά πιστή μεταφορά - "Στο …και στο …που διατηρούσαν κατάστημα πολυτελών αυτοκινήτων, κατά τις Αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 έως τα μέσα Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, έχοντας λάβει συναπόφαση με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ και ειδικότερα, έχοντας λάβει τον ως άνω σκοπό, παρέστησαν από κοινού, εν γνώσει της αναληθείας τους, στον εγκαλούντα Β. Α., ότι ο Η. Χ. τυγχάνει έμπορος αυτοκινήτων, με σημαντική οικονομική επιφάνεια και ευρύτατο κύκλο εργασιών στην Ξάνθη και ότι η δυναμική και οι προοπτικές της εταιρείας τους, με την επωνυμία S.K.H. Εμπορία Αυτοκινήτων-Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης που αυτοί συνέστησαν είναι εξαιρετικά ευοίωνες, ότι διαθέτουν σημαντική προσωπική περιουσία, ότι τα πολυτελή αυτοκίνητα που εκτίθεντο στην έκθεση του ως άνω καταστήματος ανήκαν στην κυριότητα της εταιρείας τους, ότι είχαν ήδη συνάψει σημαντικές συμφωνίες με εμπορικούς οίκους του εξωτερικού και ιδιαίτερα της Γερμανίας, από όπου θα αποστέλλονταν πολυτελή γερμανικά αυτοκίνητα, που θα εισάγονταν και εμπορεύονταν στην Ελλάδα, ότι διέθεταν για τον ως άνω σκοπό όλα τα αναγκαία κεφάλαια εξ ιδίων πόρων και ότι απέβλεπαν σε απαιτητικό πελατολόγιο προκειμένου να διαθέσουν τα αυτοκίνητα αυτά. Επιπλέον διαβεβαίωσαν τον εγκαλούντα ότι έχουν λάβει παραγγελία από την εταιρεία, που εκμεταλλεύεται την επιχείρηση των Village Cinema, να εισαγάγουν από την Γερμανία για λογαριασμό της τρία τζιπ "Πόρσε Καγιέν", ελαφρώς μεταχειρισμένα με το σύστημα leasing και ότι, σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, συνεφώνησαν με τη γερμανική εταιρεία πώλησης των ως άνω οχημάτων σε τιμή εξαιρετικά συμφέρουσα, έχοντας καταβάλει ως προκαταβολή το 20% της συμφωνηθείσης αμοιβής σε τραπεζική εντολή, δίχως όμως να ευοδωθεί η συμφωνία τους αυτή, διότι η παραγγείλασα τα τρία αυτά αυτοκίνητα εταιρεία υπαναχώρησε από τη σχετική σύμβαση και προέβη σε ακύρωση της παραγγελίας. Ότι περαιτέρω δεν επιθυμούσαν να δεσμεύσουν, εξαιτίας της ως άνω ακυρώσεως, σημαντικά κεφάλαια της εταιρείας. Με τον τρόπο αυτό, έπεισαν τον εγκαλούντα να δεχθεί να συμφωνήσει την αγορά από την εταιρεία τους των ως άνω οχημάτων, τα οποία υποσχέθηκαν ότι θα του παρέδιδαν έως τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2005, αντί συνολικού τιμήματος 315.000 ευρώ. Σε εκτέλεση της προρρηθείσης συμφωνίας ο εγκαλών κατέβαλε στις 2-12-2004 το ποσό των 190.000 ευρώ με κατάθεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό του Η. Χ. και της συζύγου του, Ι. Γ., ακολούθως τους κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό, που η Μ. Κ. τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα, προκειμένου, όπως τον διαβεβαίωναν εν γνώσει τους ψευδώς, να καταστεί δυνατή η εισαγωγή των οχημάτων, ενώ, περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2005, τους κατέβαλε και το υπόλοιπο του τιμήματος των 25.000 ευρώ, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες εκτελωνισμού των οχημάτων, τα οποία είχαν ήδη εισαχθεί κι ευρίσκονταν στον χώρο του τελωνείου, αποκρύπτοντάς του όμως, ότι ούτε μεγάλη οικονομική επιφάνεια διέθεταν (ατομική και εταιρική), ούτε τις ως άνω συμφωνίες είχαν συνάψει, τα δε εμπορεύματα, που ευρίσκονταν στην έκθεση της επιχειρήσεως τους, αποτελούσαν εμπορεύματα τρίτων επί παρακαταθήκη, αλλά και σε ουδεμία ενέργεια είχαν προβεί για την αγορά και μεταβίβαση των εν λόγω οχημάτων, γεγονότα τα οποία, εάν γνώριζε ο εν λόγω εγκαλών, δεν θα προέβαινε στην ως άνω περιουσιακή διάθεση, κατά το οποίο ποσό επήλθε παράνομο περιουσιακό όφελος δικό τους, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος. Περαιτέρω, η 2η κατηγορουμένη, Μ. Κ. του Λ., στην …, περί τον Μάρτιο του έτους 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε με πρόθεση, σε διαταγή του ως άνω εγκαλούντος, επιταγές μη πληρωθείσες κατά την εμφάνισή τους από την πληρώτρια τράπεζα, καθόσον δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης και πληρωμής τους. Ειδικότερα κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνους εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρείας με την επωνυμία " SKH LTD", τις εξής μεταχρονολογημένες επιταγές, συρόμενες από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό που η εκδότρια εταιρεία τηρεί στην Τράπεζα Κύπρου, με τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ήτοι: 1)-Την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ως άνω τράπεζας, ποσού 220.000 ευρώ σε διαταγή του εγκαλούντος, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεώς της τις 21-4-2005, 2) την υπ' αριθμ... επιταγή της ως άνω τράπεζας, ποσού 95.000 ευρώ, σε διαταγή του εγκαλούντος, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως τις 25-4-2005, οι οποίες αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες (στις 26-4-2005 και στις 28-4-2005 αντίστοιχα), δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής των ως άνω επιταγών". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους Κ. Σ. - μη διάδικο στην αναιρετική δίκη -και την αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού από την οποία η ζημία ανερχόταν στο άνω των 120.000 Ευρώ ποσό και την τελευταία επιπροσθέτως και για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Για αυτή δέχθηκε ότι κατά την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της, συνέτρεχαν στο πρόσωπο της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρ.84 παρ. 1 εδ. α' και δ' του Π.Κ., ήτοι του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας και της επέβαλλε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών που την μετέτρεψε σε χρηματική τοιαύτη, προς 5 Ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης από κοινού και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδίκασε την αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1, 45,94,98 και 386 παρ. 3β ΠΚ και 79 παρ. 1 Ν. 3960/1933, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ουδόλως δε τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, ώστε να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως από την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, διαλαμβάνοντας τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αμφοτέρων των εγκλημάτων τούτων κατά επαρκή αιτιολογία. Συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται ο τρόπος της από κοινού με τον συγκατηγορούμενο της, τετελεσμένης απάτης, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι παρέστησαν από κοινού στον εγκαλούντα εν γνώσει της αναληθείας τους ψευδή γεγονότα ως αληθή, όπως αυτά με πληρότητα και λεπτομέρεια αναφέρονται στο προπαρατεθέν σκεπτικό και επαναλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, το υλικό αντικείμενο της απάτης το οποίο ανερχόταν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης στο ποσό των 315.000 Ευρώ, δηλ. ανώτερο του ποσού των 120.000 Ευρώ, που απαιτεί η εφαρμογή της παρ. 3 του αρθρ. 386 Π.Κ. (κακουργηματική απάτη), η αντιστοιχία οφέλους και ζημίας (315.000 Ευρώ), ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραστάσεως των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, συνεπεία των οποίων πείσθηκε ο εγκαλών και κατέβαλε το ανωτέρω ποσό με βλάβη της περιουσίας του και αντίστοιχη ωφέλεια της περιουσίας της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης και του συγκατηγορουμένου της, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια δε θα κατέβαλλε το ποσό αυτό και δεν θα επερχόταν η βλάβη της περιουσίας του με αντίστοιχη ωφέλεια των ανωτέρω συναυτουργών. Αιτιολογείται με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο δόλος της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, για την πραγμάτωση της κακουργηματικής απάτης που τέλεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενο της, με τη θέληση και την πραγμάτωση της παραστάσεως των επί μέρους ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ γνώριζε την αλήθεια ότι ήταν ψευδή, από την ιδιότητα της ως εταίρου της εταιρείας με την επωνυμία SKH Εμπορία αυτοκινήτων - Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης όσο αφορά τα ψευδή γεγονότα για τα αυτοκίνητα και την συνεχή παρουσία της στο κατάστημα που αυτά εκτίθεντο, τις συναλλαγές της με τον εγκαλούντα είχε δε ιδία αντίληψη της προσωπικής της περιουσίας, την οποία ψευδώς παρέστησε ως σημαντική στον εγκαλούντα, με σκοπό να ζημιώσει την περιουσία του επ' ωφελεία αυτής και του συγκατηγορουμένου της. Εξάλλου, δεν προκύπτει αντίφαση ή ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως της απάτης, αφού στην απόφαση επεξηγείται ότι η παράσταση των ψευδών περιστατικών έγινε αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 έως τέλη Δεκεμβρίου του ιδίου έτους και η καταβολή των χρημάτων από τον εγκαλούντα δηλαδή η επέλευση της ζημίας, έλαβε χώρα από 2-12-2004 έως τα μέσα Φεβρουαρίου του 2005 Έτσι διαλαμβάνεται ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης που είναι, ως ελέχθη, ο χρόνος των ψευδών παραστάσεων. Αιτιολογείται επίσης, η κατά συναυτουργία από την αναιρεσείουσα τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης με την παραδοχή ότι "έχοντας λάβει συναπόφαση με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος .....έχοντας λάβει τον ως άνω σκοπό, παρέστησαν από κοινού, εν γνώσει της αναληθείας τους στον εγκαλούντα Β. Α., ότι .. διαλαμβάνοντας στη συνέχεια τα ψευδή γεγονότα "Παρατίθενται περιστατικά σχετικά με την έκδοση από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη των ακάλυπτων επιταγών των οποίων τα στοιχεία παρατίθενται λεπτομερώς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης. Συνεπώς οι από τα άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθούν. Όσο αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, πρέπει και αυτές να απορριφθούν. Συγκεκριμένα α) Ότι η αιτιολογία του σκεπτικού είναι επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, του διατακτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης και του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο διότι η προπαρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης, ταυτόσημη με το διατακτικό της και το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων αναλυτικά, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της, β)ότι δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατάθεσης του ποσού των 100.000 Ευρώ και του προσώπου στο οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 25000 Ευρώ πρέπει επίσης να απορριφθεί ως στηριζόμενη σε αναληθή προϋπόθεση. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ποσό των 100.000 Ευρώ καταβλήθηκε αμέσως μετά την καταβολή των 190.000 Ευρώ που έγινε την 2-12-2004 σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος και το ποσό των 25.000 Ευρώ κατέβαλε στην ίδια και τον συγκατηγορούμενο της τα μέσα Φεβρουαρίου του 2005. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί και πάλι ότι ως χρόνος τελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης είναι ο χρόνος της απατηλής συμπεριφοράς δηλ. εν προκειμένω της παραστάσεως των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εν γνώσει της αναληθείας τους ανεξαρτήτως του πότε επήλθε το βλαπτικό αποτέλεσμα. Ο χρόνος δε αυτός σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προσδιορίζεται από τις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004 έως τα μέσα Δεκεμβρίου του ιδίου έτους γ) Ότι η αιτία που ο εγκαλών κατέβαλε το συνολικό ποσό των 315.000 Ευρώ ήταν η παροχή δανείου προς τον συγκατηγορούμενο της, Κ. Σ., προκειμένου να λειτουργήσει το κατάστημα εμπορίας πολυτελών αυτοκινήτων, και για το λόγο αυτόν δεν υπάρχουν παραστατικά για την παραγγελία των αυτοκινήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δ) οι λοιπές αιτιάσεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της στη διαχείριση της εταιρείας του συγκατηγορουμένου της καθώς και στην εξαπάτηση του εγκαλούντος πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτες διότι και αυτές πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1Κ.Π.Δ.).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ.2193/22-3-2013 από 20-3-2013 αίτηση της Μ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 654/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 22α Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ