Αριθμός 1299/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία «Ζ. Σ. - Τ. Ε. Τ. Α..Ε.., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Αμοιρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.,2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Μ. Α..Ε.. Σ. Μ.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιδωρίκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6199/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 562/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 24.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 562/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28.6.2019 έφεση και τους από 14.9.2020 πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 6199/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, η από 31.8.2017 αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) κατά του αναιρεσίβλητης εταιρίας περί καταβολής αποζημίωσης (διαφυγόντα κέρδη) και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της από 19.6.2017 μονομερούς καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας μακροχρόνιας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, η οποία (καταγγελία) ασκήθηκε αιφνίδια, αδικαιολόγητα, καταχρηστικά, αντίθετα στα χρηστά ήθη, χωρίς προειδοποίηση και με καταχρηστική εκμετάλλευση από αυτήν (αναιρεσίβλητη) της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρέθηκε η αναιρεσείουσα εταιρία. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως (άρθρα 552, 553, 556, 558 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 14.5.2021 ενώ η αίτηση κατατέθηκε την 27.5.2021, ήτοι εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Α. Η καταγγελία αποτελεί συνήθη λόγο τερματισμού και λύσης των διαρκών συμβάσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, είναι δε δυνατόν να προβλέπεται είτε ευθέως από το νόμο είτε από την ίδια τη σύμβαση. Η καταγγελία ασκείται με κατ' αρχήν άτυπη (άρθρο 158 ΑΚ), απευθυντέα προς τον έτερο συμβαλλόμενο (άρθρο 167 ΑΚ), δήλωση βούλησης (ΑΠ 964/2015, ΑΠ 1665/2014). Ειδικότερα στις διαρκείς ενοχικές συμβάσεις έκαστος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε μονομερή λύση της σύμβασης είτε χωρίς τη συνδρομή συγκεκριμένου λόγου (οπότε γίνεται λόγος περί "τακτικής" ή "αναιτιολόγητης" καταγγελίας), είτε με τη συνδρομή συγκεκριμένου "σπουδαίου" λόγου (οπότε γίνεται λόγος περί "έκτακτης" καταγγελίας) με βάση την γενικότερη ισχύουσα επί διαρκών συμβάσεων αρχή ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. "Σπουδαίο" δε λόγο για την (έκτακτη) καταγγελία μιας διαρκούς σύμβασης αποτελούν περιστατικά, τα οποία, ενόψει των δεδομένων της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης και κατόπιν στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών, καθιστούν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή τη διατήρηση της σύμβασης για τον επικαλούμενο αυτά συμβαλλόμενο (ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018). Τα περιστατικά αυτά, συνήθως, αφορούν στον αποδέκτη της καταγγελίας (όπως είναι η παραβίαση συμβατικών όρων), αλλά δεν αποκλείεται να εμπίπτουν στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος (όπως είναι η ουσιώδης απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, η διαφοροποίηση των αναγκών της επιχείρησης αυτού κλπ.). Η συνδρομή σπουδαίου λόγου καταφάσκεται ιδίως όταν ο δεσμευόμενος δεν ηδύνατο, κατά τον χρόνο που αναλάμβανε τη δέσμευση, να σταθμίσει όλους τους σχετικούς με τη δέσμευσή του μελλοντικούς παράγοντες ή όταν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες, θεμελιώνεται αντικειμενική πρόγνωση ότι είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον. Κρίσιμη κατά τούτο είναι η αναζήτηση του συμβατικού σκοπού, των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ευρύτερα του κανονιστικού (συμβατικού και νομοθετικού) πλαισίου της σύμβασης. Πάντως, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δεν προϋποθέτει ζημία του καταγγέλλοντος, αλλά ούτε και πταίσμα του αποδέκτη της καταγγελίας. Το δικαίωμα (έκτακτης) καταγγελίας για σπουδαίο λόγο υφίσταται - βάσει της αρχής της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ) και κατ' αναλογία δικαίου από τις επιμέρους διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766 και 797 ΑΚ - σε κάθε διαρκή ενοχική σχέση, ρυθμιζομένη ή μη από τον Αστικό Κώδικα (ΑΠ 1814/2022). Εξάλλου, η μη τήρηση των απαιτήσεων ή διατυπώσεων του νόμου για την άσκηση της καταγγελίας ή η καταχρηστική ή άκαιρη άσκησή της επιφέρει κατ' αρχήν την ακυρότητα αυτής, με συνέπεια να μην επάγεται έννομα αποτελέσματα κατ' άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 258/2019). Στις διαρκείς, όμως, συμβάσεις αορίστου χρόνου με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (όπως οι συμβάσεις εμπορικής διαμεσολάβησης), η παράνομη (ήτοι η λαβούσα χώρα κατά παράβαση απαγορευτικής διάταξης νόμου, ιδίως με καταχρηστική εκμετάλλευση από μία επιχείρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν μία επιχείρηση που κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή κατ' άρθρο 18α Ν. 146/1914) ή η άκαιρη ή η καταχρηστική καταγγελία δεν είναι ποτέ άκυρη και επάγεται πάντοτε τη λύση της σύμβασης, παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, αλλά όχι να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι εν λόγω συμβάσεις (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1864/2014). Περαιτέρω, καθόσον αφορά στην έκταση της αποκαταστατέας ζημίας του συμβαλλομένου μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η - σε κάθε περίπτωση επιφέρουσα τη λύση της διαρκούς σύμβασης αορίστου χρόνου - καταγγελία, πρέπει να αναφερθεί ότι ο ζημιωθείς συμβαλλόμενος δεν δύναται να θεμελιώσει αξίωση προς απόδοση των τυχόν διαφυγόντων κερδών, τα οποία αυτός θα αποκέρδαινε (από πωλήσεις των προϊόντων ή από τις προμήθειες και αμοιβές, τις οποίες πιθανώς θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων) για τον χρόνο μετά τη λύση αυτής. Επομένως, εάν η ζημία του προς ον η καταγγελία συμβαλλομένου προήλθε από τον περιορισμό ή την παύση της επαγγελματικής του δραστηριότητας λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του ετέρου μέρους, αποκαθίσταται η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης, η οποία καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε, εάν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά και η λειτουργία της σύμβασης θα εξακολουθούσε κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την συμπλήρωση του ορισθέντος χρονικού διαστήματος επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και όχι πέραν αυτού. Τούτο δε γιατί, δεδομένης της δυνατότητας ελεύθερης λύσης της σύμβασης κατά πάντα χρόνο με τήρηση απλώς της σχετικής προθεσμίας, η αποθετική ζημία του προς ον η καταγγελία συμβαλλομένου, είτε η αξίωση αποκατάστασης αυτής ερείδεται στη σύμβαση (ενδοσυμβατική ευθύνη) είτε σε άλλες διατάξεις, δεν δύναται να συμπεριλαμβάνει και διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν της προθεσμίας αυτής για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, γιατί η καταγγελία, ακόμη και εάν τυγχάνει άκαιρη ή καταχρηστική ή έλαβε χώρα με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης από αυτόν, ουδέποτε είναι άκυρη και επιφέρει πάντοτε τη λύση της σύμβασης, όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, με συνέπεια τυχόν αξίωση του προς ον η καταγγελία συμβαλλομένου μέρους για διαφυγόντα κέρδη από την συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας να ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και να παρίσταται, για το λόγο αυτό, ως μη νόμιμη. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αξίωση στηρίζεται στην επικαλουμένη από αυτόν απλή προσδοκία για τη συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν του χρόνου επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, γιατί ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την αορίστου χρόνου σύμβαση ελευθέρως και οποτεδήποτε, χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη προθεσμία, πέραν της ταχθείσας προς επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας (ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 419/2018). Β. Με τη διάταξη του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 "Αναθεώρηση διατάξεων του ν. 703/1977 περί ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου...". Η διάταξη αυτή αποδίδει τη ρύθμιση του άρθρου 2α του Ν. 703/1977, που εισήχθη αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2296/1995, καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 και καταργήθηκε πάλι με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009, ενώ ήδη ισχύει το προαναφερόμενο όμοιο άρθρο 18α, που προστέθηκε, με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009, στο Ν. 146/1914. Προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, η οποία δεν απαγορεύει την οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι: α) η ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης ή διαθέτει κυρίως σ' αυτήν τα δικά της προϊόντα, β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, η οποία συντρέχει, όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν δύναται να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες, είτε δύναται μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σε αυτήν προϊόντα ή υπηρεσίες, πλην όμως με ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους, οι οποίοι επάγονται την εξασθένηση της θέσης της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός, το οποίο ενδέχεται να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της και γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Στο πλαίσιο αυτό κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και, συνακόλουθα, περιοριστική του ελευθέρου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ, την οποία παρέχει σε αυτήν η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να αποκτήσει ή να αναπτύξει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με συνέπεια να αποκομίζει έτσι οφέλη για την ίδια ή να προκαλεί, κατά τον τρόπο αυτό, ζημία στην εξαρτημένη επιχείρηση, την οποία δεν θα προκαλούσε, εάν υπήρχε για την τελευταία εναλλακτική λύση. Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού, παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1814/2022, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 650/2016). Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 δεν επιδιώκει να επιβάλει τη διαιώνιση συμβατικών σχέσεων, παρεμποδίζοντας έτσι το δικαίωμα του διανομέα ή γενικότερα του αντισυμβαλλόμενου στην αγορά να τροποποιήσει τη δομή του δικτύου διανομής του και εξαλείφοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εξαρτώμενης επιχείρησης, γεγονός που θα αντέβαινε στη συμβατική ελευθερία, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση μιας εύλογης (με αντικειμενικά κριτήρια) προθεσμίας, εντός της οποίας η εξαρτώμενη επιχείρηση θα έχει τη δυνατότητα να αναδιοργανωθεί, να αποσβέσει σημαντικό μέρος των επενδύσεων, στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας της συγκεκριμένης συνεργασίας και να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα, αρχίζοντας μία νέα δραστηριότητα (πρβλ. ΟλΑΠ 12/2004). Ως τέτοια εύλογη προθεσμία θεωρείται, σε περίπτωση καταχρηστικής διακοπής σύμβασης αορίστου χρόνου, η προθεσμία των έξι (6) μηνών του άρθρου 8 παρ. 4 του Π.Δ. 219/1991 (πρβλ. ΑΠ 683/2010, ΑΠ 1554/2008). Γ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γέννησης ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 75/2020, ΑΠ 1/2019). Εξάλλου, παράνομη συμπεριφορά, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δημιουργεί υποχρέωση του υπαίτιου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος). Συνεπώς, αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης. Η καταγγελία, πάντως, αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον συμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. Το δικαίωμα δε της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση για την τυχόν αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, και άρα η τυχόν, προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγείλαντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του ότι η συμπεριφορά αυτή εντασσόμενη ουσιαστικώς στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής, επιβάλλεται από τον νόμο κατ' άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/2004, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1370/2019). Επίσης, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Ανάγεται, έτσι, σε αυτοτελή αδικοπραξία που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1196/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) εκθέτει, πλην άλλων, σ' αυτήν: α) ότι αυτή ιδρύθηκε το έτος 1988 από τους (τότε μνηστευμένους) μετόχους της εναγόμενης εταιρίας (ήδη αναιρεσίβλητης), Κ. Μ. και Ζ. Μ., με σκοπό να αγοράζει, τυποποιεί-συσκευάζει και μεταπωλεί τρόφιμα και ειδικότερα όσπρια, ρύζι και ζάχαρη στην εναγομένη, η οποία διέθετε καταστήματα "SUΡΕR ΜΑRΚΕΤ" σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, β) ότι από το έτος 1988 είχε συνάψει άτυπη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την εναγόμενη εταιρία, η οποία ανανεωνόταν διαρκώς με τους ίδιους όρους έως το έτος 2004, κύριο αντικείμενο της οποίας ήταν να προμηθεύσει την τελευταία με διάφορα προϊόντα-τρόφιμα, όπως ρύζι, όσπρια, ζάχαρη αλλά και είδη οικιακής χρήσης, γ) ότι το ποσοστό των πωλήσεών της προς την εναγομένη υπερέβαινε το 90% των συνολικών της πωλήσεων, δ) ότι, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, αυτή (ενάγουσα) επένδυε συνεχώς σε τεχνικό εξοπλισμό κατάλληλο για να εξυπηρετεί τις παραγγελίες της εναγομένης (όπως αγορά υπερσύγχρονων μηχανημάτων τυποποίησης, διαμόρφωση χώρων, πρόσληψη και εκπαίδευση προσωπικού) και είχε εξ αρχής προσαρμόσει την υποδομή και τη δραστηριότητά της στις παραγγελίες της εναγομένης, γεγονός που δημιούργησε σχέση οικονομικής εξάρτησής της από αυτήν, ε) ότι το έτος 2004 η μέχρι τότε άτυπη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας αποτυπώθηκε εγγράφως με την υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο συμπεριλήφθηκαν οι όροι της συνεργασίας αυτής, ενώ, με το άρθρο 2 του ως άνω συμφωνητικού, είχε προβλεφθεί ότι η εν λόγω σύμβαση συνεχιζόταν και μετά τη λήξη της, ως αορίστου χρόνου, στ) ότι η τελευταία έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας καταρτίσθηκε μεταξύ τους το έτος 2016 και μετά τη λήξη του καθορισμένου συμβατικού χρόνου, αυτή κατέστη αορίστου χρόνου, ζ) ότι η συνεργασία τους απαιτούσε τέτοια απασχόληση των πόρων και του εργατικού δυναμικού της, ώστε είναι ανέφικτη η εξεύρεση από αυτήν (ενάγουσα) ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης με την προμήθεια άλλων επιχειρήσεων χωρίς σημαντική απώλεια κέρδους και χρόνου για την ίδια, η) ότι η εναγόμενη εταιρία αιφνίδια και αδικαιολόγητα (χωρίς σπουδαίο λόγο) την 19.6.2017, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια (τουλάχιστον με ενδεχόμενο δόλο), επιδεικνύοντας αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά και χωρίς προειδοποίηση για την διακοπή της μεταξύ τους εμπορικής σχέσης τουλάχιστον έξι μήνες νωρίτερα, όπως επιτάσσουν τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, προέβη μονομερώς σε καταχρηστική καταγγελία της μεταξύ τους μακροχρόνιας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με προσχηματικές και αβάσιμες αιτιάσεις και θ) ότι η προαναφερόμενη καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης συνιστούσε αδικοπρακτική συμπεριφορά, επειδή ήταν αντίθετη: 1) στη διάταξη του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, αφού συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση από την εναγομένη της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρισκόταν προς αυτήν η ενάγουσα εταιρία, δεδομένου ότι η τελευταία δεν διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση και 2) στις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 919 ΑΚ. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα, μετά από παραδεκτό (στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε: Α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 1.000.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει το ποσό των 5.097.960,50 ευρώ, ως αποζημίωση (υπολογιζόμενη κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή) για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας για τα επόμενα πέντε (5) έτη μετά την πάροδο του χρόνου της εύλογης προθεσμίας για καταγγελία, ήτοι από 1.1.2018 έως 31.12.2022, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 475.018,12 ευρώ ως αποζημίωση (υπολογιζόμενη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή) για διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2017 (ημερομηνία καταγγελίας και διακοπής της εμπορικής συνεργασίας) έως την 31.12.2017 (τέλος εξαμήνου), το οποίο έπρεπε να μεσολαβήσει μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής παύσης της συνεργασίας τους και Γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 100.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να της καταβάλει το ποσό των 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία και την εξ αυτής προσβολή της εμπορικής φήμης και αξιοπιστίας της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά τις δύο συρρέουσες βάσεις της (ήτοι α) αυτήν εκ του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 932 ΑΚ και β) αυτήν εκ των άρθρων 281, 914, 919 και 932 ΑΚ) και ως προς τα υπό στοιχεία Β και Γ αιτήματά της, είναι νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) α) περί αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη του εξαμήνου που έπρεπε να μεσολαβήσει μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής παύσης της συνεργασίας τους και β) περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα πρόταση της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 18α του Ν. 146/1914 και 281, 914, 919, 932 του ΑΚ και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται με σαφήνεια: α) η σχέση οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) προς την εναγόμενη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) λόγω της μακροχρόνιας (για περίπου 30 έτη) εμπορικής συνεργασίας τους και των επενδύσεων, στις οποίες αυτή (ενάγουσα) προέβη, προσαρμόζοντας πλήρως την δραστηριότητά της στις ανάγκες της εναγομένης, της οποίας οι παραγγελίες προϊόντων ήταν ογκώδεις και υπερέβαιναν σε ποσοστό το 90% των πωλήσεων της ενάγουσας, β) η μη ύπαρξη ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης για την ενάγουσα, αφού δεν μπορούσε να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή αν μπορούσε, θα υπήρχαν δυσμενέστεροι οικονομικοί όροι, με συνέπεια να μειωνόταν σημαντικά η ικανότητά της να ανταποκριθεί στον ελεύθερο ανταγωνισμό και, συνακόλουθα, να αποδυναμωνόταν η θέση της στην αγορά, γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση από την εναγομένη της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρισκόταν προς αυτήν η ενάγουσα, συνιστάμενη στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης τους, δ) η παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), συνισταμένη στην ανωτέρω πράξη της, ήτοι στην καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρισκόταν προς αυτήν η ενάγουσα με την αιφνίδια, αδικαιολόγητη (χωρίς σπουδαίο λόγο) και χωρίς προειδοποίηση διακοπή της εμπορικής σχέσης τους, που έγινε με κίνητρα προσωπικά (υφιστάμενη διαφορά από αγωγή αποκτημάτων του μετόχου της ενάγουσας, Κ. Μ., κατά της πρώην συζύγου του, Ζ. Μ., της οποίας η οικογένεια διοικεί την εναγομένη) και άσχετα με την λειτουργία των επιχειρήσεων, ε) η υπαιτιότητα της εναγομένης, συνιστάμενη, κατά το αγωγικό δικόγραφο, στον (τουλάχιστον ενδεχόμενο) δόλο της να προκαλέσει, με την εκτιθέμενη σ' αυτό αδικοπρακτική συμπεριφορά της, ζημία στην ενάγουσα, στ) το διαφυγόν κέρδος και η ηθική βλάβη, που προκλήθηκαν στην τελευταία, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και ζ) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ιστορουμένης στην αγωγή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας. Αντιθέτως, η αγωγή κατά τις ανωτέρω συρρέουσες βάσεις της και ως προς το υπό στοιχείο Α αίτημά της, είναι μη νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ένδικη αξίωση της ενάγουσας εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) περί αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της μεταξύ των διαδίκων εμπορικής συνεργασίας για τα επόμενα πέντε (5) έτη μετά την πάροδο του χρόνου της εύλογης προθεσμίας για καταγγελία, δεδομένου ότι αξίωση διαφυγόντων κερδών θεμελιώνεται, υπό τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση της προθεσμίας επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου και όχι για το, μετά την οριστική λύση της σύμβασης αυτής, χρόνο κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. ΙV. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά τις ανωτέρω σωρευόμενες βάσεις της, στο σύνολό της, ως μη νόμιμη, με την εξής αιτιολογία: "...υπό τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους (ενάγουσα εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα - εναγόμενη εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη), όπως το περιεχόμενό της προσδιορίζεται και οριοθετείται από τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) πραγματικά περιστατικά, είναι αυτή των αλλεπάλληλων (διαδοχικών) συμβάσεων πωλήσεως από την ενάγουσα προς την εναγόμενη, στο πλαίσιο των οποίων η εναγόμενη προμηθευόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1988 έως το έτος 2017, προϊόντα από την ενάγουσα, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε στους δικούς της πελάτες, με τους οποίους συναλλασσόταν αυτοτελώς. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα εταιρία δεν επικαλείται ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση είναι αυτή της αποκλειστικής διανομής ή της εμπορικής αντιπροσωπείας, ούτε άλλωστε περιέχονται στο αγωγικό δικόγραφο έστω και ακροθιγώς εκείνα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με αυτή της αποκλειστικής διανομής ή της εμπορικής αντιπροσωπείας, ως μη ταυτιζόμενη με αυτές κατά τα ουσιώδη μέρη της και, ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991, που εφαρμόζονται επί εμπορικής αντιπροσωπείας, για την οποία βασικά κριτήρια είναι η ομοιότητα των καταστάσεων και η διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασία, και επομένως και οι προθεσμίες καταγγελίας της σύμβασης που προβλέπονται από τις διατάξεις τους... Κατά τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή δεν υφίσταται συμβατικά καθορισμένη προθεσμία για την καταγγελία της επίδικης εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, που κατά τα επικαλούμενα σε αυτήν (αγωγή) έχει καταστεί αόριστης διάρκειας. Επομένως, η εμπορική συνεργασία που συνέδεε τους διαδίκους, μπορούσε να λυθεί με καταγγελία και της εναγομένης ελεύθερα και απεριόριστα, χωρίς σπουδαίο λόγο, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να είναι άκυρη η καταγγελία επειδή είναι άκαιρη, αιφνίδια ή αντιστρατεύεται στα χρηστά ήθη ή έγινε με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Εντεύθεν έπεται ότι η αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα, ειτιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 281, 932 ΑΚ και 18α του ν. 146/1914, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Τούτο διότι, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά περί του ότι η εναγόμενη εταιρία χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, προέβη στην καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, χωρίς την τήρηση της εξάμηνης προειδοποιητικής προθεσμίας, αιφνίδια, αδικαιολόγητα και καταχρηστικά, με πρόθεση πρόκλησης ζημίας στην ενάγουσα και με κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας από αυτήν, με συνέπεια να προκαλέσει παράνομα και υπαίτια ζημία στην τελευταία, που αντιστοιχεί στα αιτούμενα κονδύλια διαφυγόντων κερδών, καθώς και ηθική βλάβη, αφού εξαιτίας της διακοπής της μακροχρόνιας συνεργασίας τους επήλθε στην ενάγουσα εταιρία προσβολή της εμπορικής φήμης και αξιοπιστίας στην αγορά. Ειδικότερα, η ως άνω επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγόμενης, συνιστάμενη στην άσκηση του δικαιώματος της να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση, δεν συνιστά παράνομη πράξη και συνεπώς αδικοπραξία, αφού, η καταγγελία της, κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή, σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, αορίστου χρόνου, γίνεται χωρίς προθεσμία και χωρίς την επίκληση οιουδήποτε δικαιολογητικού λόγου, ενώ αυτό και μόνον το γεγονός της αιφνίδιας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την παροχή εύλογης προθεσμίας, διακοπής της συνεργασίας της εναγομένης εταιρίας με την ενάγουσα εταιρία, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, έστω και αν η ενάγουσα τελούσε σε σχέση οικονομικής εξαρτήσεως από την εναγομένη, διότι η καταγγελία μιας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας μπορεί να είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, μόνον αν με αυτήν εξυπηρετείται σκοπός ανταγωνισμού και συντρέχουν ειδικές συνθήκες που της προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα. Τέτοιο χαρακτήρα έχει όταν γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης ή και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης, περιστατικά που ωστόσο δεν επικαλείται η ενάγουσα. Άλλωστε, το εκτιθέμενο στο δικόγραφο της αγωγής γεγονός, περί του ότι, η καταγγελία της μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης επίδικης σύμβασης, έγινε από την τελευταία διότι ο μέτοχος της ενάγουσας, Κ. Μ., άσκησε αγωγή αποκτημάτων κατά της πρώην συζύγου του Ζ. Μ., η οικογένεια της οποίας διοικεί την εναγόμενη, και αληθές υποτιθέμενο, δεν συνιστά αυτό και μόνο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη, καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης, υπό την έννοια του άρθρου 18α του ν. 146/1914. Επιπλέον, η γενικόλογη αναφορά από την ενάγουσα εταιρία ότι η διακοπή της συνεργασίας της με την εναγόμενη αποδυνάμωσε τη θέση της στην αγορά και τελικά είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει σε δυσμενή και ίσως μη αναστρέψιμη θέση έναντι των ανταγωνιστών της, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για το πως η συμπεριφορά της εναγόμενης έβλαψε την ανταγωνιστικότητά της, δεν μπορεί να θεμελιώσει, μόνη αυτή, παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης και σχετική αξίωση από αδικοπραξία. Περαιτέρω, σημειωτέον ότι η ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα των διαφυγόντων κερδών, κατά το μέρος της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας, δεν είναι νόμιμη για τον επιπλέον λόγο ότι εφόσον η σύμβαση λύεται ελευθέρως, κατά πάντα χρόνο, η αποθετική ζημία της ενάγουσας δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτή θα αποκόμιζε μετά την καταγγελία της σύμβασης από την εξακολούθηση (λειτουργία) της σύμβασης αφού η καταγγελία, κατά τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου επιφέρει οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, τη λύση της συμβάσεως, με αποτέλεσμα η αξίωση της ενάγουσας για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της συμβάσεως και μετά την καταγγελία να εδράζεται πλέον επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συγκεκριμένα επί της επικαλούμενης από αυτήν απλής προσδοκίας συνεχίσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως επί πέντε (5) ακόμη έτη, η οποία, όμως, ουδόλως δικαιολογείται, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η εναγόμενη δεν είχε ούτε νομική ούτε και συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της επί κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά εδικαιούτο, να καταγγείλει και συνακόλουθα να λύσει την ένδικη σύμβαση ελευθέρως και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε προθεσμία. Κατ' ακολουθία, των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή της ενάγουσας να απορριφθεί, ως προς την εναγόμενη εταιρία ως νόμω αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως προς την εναγόμενη εταιρία ως νόμω αβάσιμη ορθά το νόμο ερμήνευσε και οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως και πρόσθετος λόγος εφέσεως, με τους οποίους η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή έχει έρεισμα στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 281, 932 ΑΚ και 18α του ν. 146/1914, είναι αβάσιμοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά τις δύο συρρέουσες βάσεις της και ως προς τα υπό στοιχεία Β και Γ αιτήματά της, ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18α του Ν. 146/1914 και 281, 914, 919, 932 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε παρά την συνδρομή των ανωτέρω εκτιθέμενων νόμιμων προϋποθέσεων για την εφαρμογή τους. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμοι. Αντιθέτως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή κατά τις ανωτέρω συρρέουσες βάσεις της και ως προς το υπό στοιχείο Α αίτημά της, είναι μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της (ήτοι κατά τα κεφάλαιά της με τα οποία απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμα, τα αιτήματα της αγωγής: α) περί αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη του εξαμήνου που έπρεπε να μεσολαβήσει μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής παύσης της συνεργασίας των διαδίκων και β) περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 562/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ