Αριθμός 1424/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρογλου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... AIR ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... AIR", που εδρεύει στα Σ.-Α. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Βιγέλλη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/8/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2646/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/1/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 152/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 31.1.2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2646/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης , το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας - ανακόπτουσας , κατά της υπ' αριθ. 38/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη , λόγω αοριστίας την από 4.8.2016 ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω ανακοπή δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 144 ΚΠολΔ, ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Νόμιμα δε φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την 152/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης , κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, το ανωτέρω δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων του (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και, συγχρόνως, είδος κατασχέσεως αποτελεί και η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία ρυθμίζεται νομοθετικά στα άρθρα 982-991 Α του Κ.Πολ.Δ. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται από το δανειστή, ο οποίος, ενώ έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, δεν στρέφεται εναντίον του, αλλά εναντίον τρίτου, κατά του οποίου ο οφειλέτης του κατασχόντος έχει χρηματική απαίτηση. Αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου αποτελούν ενοχικές απαιτήσεις, των οποίων η παροχή συνίσταται σε χρήμα υπό στενή του όρου έννοια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ.1α του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου να καταστεί η χρηματική απαίτηση αντικείμενο κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, πρέπει να μην εξαρτάται από αντιπαροχή του καθού η εκτέλεση οφειλέτη προς τον τρίτο. Εάν η απαίτηση εξαρτάται από αντιπαροχή πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία της κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 985 και 986 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, αφότου επιδόθηκε σ' αυτόν το κατασχετήριο έγγραφο, να δηλώσει, αρμοδίως, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση. Στην περίπτωση που ο τρίτος με την, κατά το άρθρο 985 § 1 του Κ.Πολ.Δ., δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στο κατασχετήριο έγγραφο, η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική, διαφορετικά, σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξή της, η δήλωση αυτή είναι αρνητική, ενώ, εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία, ο νόμος θεωρεί, κατά νομικό πλάσμα, την παράλειψη ως αρνητική δήλωση. Επίσης, η ως άνω δήλωση του τρίτου πρέπει να είναι ακριβής (ειλικρινής). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου, όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση και γενικώς στις σχέσεις μεταξύ τούτου (τρίτου) και του καθ' ου η κατάσχεση. Γενικώς η ανακρίβεια μπορεί να συνίσταται είτε στην απόκρυψη της ύπαρξης της απαίτησης, είτε σε παράλειψη ή εσφαλμένη έκθεση ορισμένου περιστατικού (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 610/2022). Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ ανακοπή. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009). Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 1236/2021, 666/2021, 287/2020, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης. Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης. Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 985 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση παραλείψεως εκ μέρους του τρίτου, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, να δηλώσει, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση ή, σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ο τρίτος ευθύνεται σε αποζημίωση αυτού, που επέβαλε την κατάσχεση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι προϋποθέσεις της αποζημιώσεως συμπίπτουν επί παραλείψεως και επί υποβολής ανακριβούς δηλώσεως, ευθύνεται δε και νομιμοποιείται παθητικώς στη σχετική αγωγή του κατασχόντος δανειστή για την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης, μόνον, ο υπόχρεος υποβολής της αντίστοιχης δήλωσης τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, ενώ, προϋποθέσεις της ανωτέρω ευθύνης του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακριβείας της δηλώσεως, που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου αυτού γεγονότος και της ζημίας (Α.Π. 279/2020, Α.Π. 1456/1999, Α.Π. 15/1993, Α.Π. 454/1990). Ειδικότερα, η έκταση και το περιεχόμενο της αποζημίωσης, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια θα κριθούν κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση αυτή κάθε ζημία, που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου και, συνεπώς, μπορεί ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής αυτής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου και να υποχρεωθεί ο τρίτος σε αποζημίωση, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη αυτή ως αιτίου ζημιώθηκε ο κατασχών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ.ε' του ΚΕΔE (ΚΕΔΕ, ν.δ.356/1974, ΦΕΚ 90/Α') , όπως η περίπτωση ε' αντικαταστάθηκε με την παρ.8 της υποπαρ. Δ.1 του άρθρου 2 ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015) και ίσχυε κατά το χρόνο επιβολής της ένδικης κατασχέσεως, εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων " ε) Οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του 1/2 του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ". Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ανεξαρτήτως του χρόνου γένεσης των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και στις ήδη επιβληθείσες ενεργείς κατασχέσεις για τις απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του τρίτου που γεννώνται από την έναρξη ισχύος του. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ καταργούνται. Τέλος κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, το οποίο καθόρισε το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 78/2020, 83/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015, 78/2020). Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 78/2020, 2267/2013). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτά τα εξής : " Η ανακόπτουσα εταιρία διατηρεί σε βάρος του Ε. Μ. του Κ., απαίτηση ποσού 132.388,40 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας από 18-5-2013 και πλέον δικαστικών εξόδων ποσού 5.500 ευρώ, που της έχουν επιδικασθεί με την με αριθμ. 14357/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω αδικοπραξίας αυτού [παράνομη ιδιοποίηση του ως άνω χρηματικού ποσού ως θεματοφύλακα]. Η εν λόγω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 60.000 ευρώ. Προς ικανοποίηση της απαίτησής της επέδωσε στον ως άνω οφειλέτη της αντίγραφο εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου της πιο πάνω απόφασης μετά της κάτωθι αυτού από 22-6-2016 επιταγής προς πληρωμή, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. .../22-6-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ., επιτάσσοντάς τον σε καταβολή του πιο πάνω κεφαλαίου της προσωρινά εκτελεστής απόφασης [60.000 ευρώ] και δικαστικής δαπάνης, πλέον τόκων υπερημερίας από 18-5-2013 έως 22-6- 2016 ποσού 13.946,61 ευρώ, πλέον εξόδων για τέλος και έκδοση απογράφου ποσού 2.160 και 2,57 ευρώ αντίστοιχα, για έκδοση αντιγράφου αυτού ποσού 14,00 ευρώ, για σύνταξη της επιταγής ποσού 1.116 ευρώ και για επίδοση αυτής ποσού 68,20 ευρώ, δηλ. συνολικά για την καταβολή του ποσού των 77.307,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Ακολούθως, λόγω της μη εκούσιας συμμόρφωσης του οφειλέτη της, με το από 28-6-2016 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, που επιδόθηκε στην καθής η ανακοπή στις 28-6-2016, όπως εμφαίνεται με αριθμό .../06/2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ. και εντός οκτώ ημερών, δηλαδή στις 5-7-2016, στον προαναφερθέντα οφειλέτη της, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. ...5-7-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ., επέβαλε εις χείρας της καθής η ανακοπή κατάσχεση επί των πάσης φύσεως απαιτήσεων του καθού οφειλέτη της, τις οποiες αυτός έχει έναντι αυτής [της καθής η ανακοπή], υφιστάμενων ή μελλοντικών, άμεσα απαιτητών ή τελούντων υπό αίρεση ή προθεσμία, από τις υπηρεσίες που παρέχει αυτός στην καθής η ανακοπή ως Γενικός Διευθυντής [General Manager], μέχρι του ποσού των 77.307,38 ευρώ. Η καθής η ανακοπή, εντός οκταημέρου, προέβη στην από 5-7-2016 δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, διαλαμβάνοντας ότι "η εταιρία ...ουριστικός Οργανισμός ΑΕΕ, απασχολεί ως υπάλληλο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον οφειλέτη της κατασχούσας Ε. Μ., προς τον οποίο καταβάλει μηνιαίο μισθό. Δεδομένου ότι, οι απαιτήσεις μισθών είναι ακατάσχετες δυνάμει της ΚΠολΔ 982 παρ. 2 περ. δ και δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις εξαιρέσεις της εν λόγω διάταξης, η εταιρία ...ουριστικός Οργανισμός ΑΕΕ δεν θα παρακρατήσει τους μελλοντικούς μισθούς του Ε. Μ. και δεν θα τους αποδώσει στην κατασχούσα". Η δήλωση αυτή, με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν είναι σαφής και ορισμένη και επομένως είναι ανακριβής, καθόσον, ενώ η καθής παραδέχεται ότι απασχολεί τον Ε. Μ. - οφειλέτη της ανακόπτουσας, ως υπάλληλο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραλείπει να αναφέρει την ιδιότητα αυτού στην εν λόγω εταιρία, τον κατά μήνα "μισθό" αυτού και το σύνολο των αποδοχών του, αφού ως μισθός εννοείται η αντιπαροχή που πρέπει να καταβληθεί από τον εργοδότη στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας με οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία και αν εμφανίζεται αυτή και ανεξάρτητα από το μήκος της. Κατά συνέπεια, στην έννοια του μισθού περιλαμβάνονται τόσο οι τακτικές όσο και οι έκτακτες παροχές, τις οποίες ουδόλως η καθής προσδιορίζει. Στις τακτικές αποδοχές υπάγεται κάθε παροχή του εργοδότη. η οποία χορηγείται τακτικά. Σε αυτές ανήκουν ο βασικός μισθός, καθώς και τα καταβαλλόμενα κάθε φύσης επιδόματα [ πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυκτερινή και κατά τις κυριακές εργασία], τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. η παράλειψη δε των ως άνω πραγματικών περιστατικών, είναι δυνατόν να προξενήσει ζημία στον κατασχόντα. η καθ ης η ανακοπή επικαλείται στην ως άνω δήλωση το "ακατάσχετο" του μισθού του οφειλέτη της ανακόπτουσας κατ' άρθρον 982 παράγραφος 2 εδάφιο δ του κώδικα πολιτικής δικονομίας, κατά το οποίο εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση ως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων, πλην όμως, στη περίπτωση που πρόκειται, δεν προσδιορίζεται στην ως άνω δήλωση το ακριβές ποσό του "μισθού", με την ως άνω έννοια, ώστε να κριθεί αν αυτό είναι, κατά μήνα, μικρότερο των 1.000 ευρώ, ώστε να αποτελεί "ακατάσχετο" κατά την ως άνω διάταξη, αφού κατά το άρθρο 4 του ν. 3714/2008 [προστασία δανειοληπτών] δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επi του ενός τετάρτου (1/4] αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων [1.000] ευρώ". Σε συνέχεια των ανωτέρω παραδοχών το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση της εκκαλούσας και νυν αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και έκανε δεκτή την ανακοπή εφόσον αποδείχθηκε η ανειλικρίνεια της δήλωσης και υποχρέωσε τον καθ'ου η έφεση και νυν αναιρεσείοντος κα καταβάλει το ποσό των 77.307,38 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο , δεχόμενο την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 παρ.1 περ. ε' του ΚΕΔE (ΝΔ 356/1974) σε ιδιωτική διαφορά παραβίασε δι' εσφαλμένης εφαρμογής τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ.2δ, 985 παρ.1 και 3 και 986 ΚΠολΔ , υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα αφενός μεν εφαρμόζοντας ως μη όφειλε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ. ε του ΚΕΔΕ, αφετέρου δε, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 983 παρ. 2δ και 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι το ακατάσχετο του μισθού στην περίπτωση που εφαρμόζεται του άρθρο 982 παρ. 2δ ΚΠολΔ σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας- σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. α του Κώδικα-, περιορίζεται από την εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ε ΚΕΔΕ, με αποτέλεσμα η δήλωση του τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 985 παρ. 1ΚΠολΔ, που αφορά το ακατάσχετο του μισθού, να θεωρείται ανειλικρινής , σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ως μη περιέχουσα τα στοιχεία που περιορίζουν το ακατάσχετο, επειδή δεν δηλώνεται το ποσοτικό κριτήριο που απαιτείται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ. ε' του ΚΕΔE, η οποία όμως εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που η επίδικη διαφορά υπόκειται στις διατάξεις περί ΚΕΔΕ . Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Επομένως πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του προκατατεθέντος απ' αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 2646/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Πρόεδρος Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ