ΑΡΙΘΜΟΣ 1630/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, περί αναιρέσεως της 10079/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 824/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, ούτε ν' απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αρκεί να προκύπτει ότι για τον σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούνται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... Στις 26-10-1999 ο προϊστάμενος του Τμήματος Μεταφορών Συγκοινωνιών ...... κατήγγειλε στο Τμήμα Ασφαλείας ..... ότι τις νυκτερινές ώρες της 25ης προς 26-10-1999 άγνωστος ή άγνωστοι δράστες έσπασαν το τζάμι του παραθύρου του κτιρίου του τμήματος Μεταφορών Συγκοινωνιών .... Και αφαίρεσαν 880 ασυμπλήρωτα έντυπα αδειών οδήγησης ... καθώς και τρία μπλοκ επιταγών της Εθνικής Τράπεζας, την υπηρεσιακή σφραγίδα του υπαλλήλου ..... η οποία ανέγραφε το επίθετο και το όνομα και από κάτω έγραφε ..... Στις 18-4-2000 από το Αστυνομικό Τμήμα ..... συνελήφθη ο κατηγορούμενος να κατέχει την υπ' αριθμ. .... άδεια οδηγήσεως Β' και Γ' κατηγορίας, η οποία είχε εκδοθεί από την Υπηρ. Συγκ. .... με ημερομηνία λήξεως 18-10-1999 αλλά ανανεωμένη για το χρονικό διάστημα από 18-10-1999 έως 18-10-2004 με σφραγίδα του τμήματος χορηγήσεων αδειών οδηγήσεως ..... και σφραγίδα και υπογραφή της ....., υπαλλήλου της ανωτέρω υπηρεσίας και θεωρημένη με την ίδια σφραγίδα και στην κατηγορία Α', η δε σφραγίδα δε αυτή είχε κλαπεί το έτος 1999. Ο κατηγορούμενος, κατά την άνω σύλληψη του, δήλωσε στους αστυνομικούς ότι το Φθινόπωρο του έτους 1999 πήγε στη σχολή οδηγών του Ζ1 στην ..... όπου παρέδωσε το δίπλωμα του και μετά δύο ημέρες το παρέλαβε ανανεωμένο, καταβάλλοντος το ποσό των 50.000 δραχμών. Το Α/Τ ..... προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα και στα πλαίσια αυτής, στις 18-4-2000 προσήλθε στο Α/Τ .... ο ..... ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ότι τον Οκτώβριο του 1999 καθόταν μαζί με τον ...... στο μαγαζί του Χ1 και εκεί ο τελευταίος του πρότεινε αν θέλει να βγάλει δίπλωμα οδήγησης να του καταβάλλει 300.000 δραχμές και αυτός θα του έφερνε το δίπλωμα οδήγησης στα χέρια. Μετά από έρευνα από αστυνομικούς του Α/Τ ..... βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 32 πλαστές άδειες οδήγησης οι οποίες είχαν εκδοθεί στο όνομα κατοίκων της .... (βλ. υπ' αριθμ. Πρωτ. ...... έγγραφο του Α/Τ..... προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Κω). Όλοι οι κάτοικοι της ..... στο όνομα των οποίων είχαν εκδοθεί οι αντίστοιχες άδειες οδήγησης εξετάσθηκαν ενόρκως στο Α/Τ ..... και κατέθεσαν ότι τις εν λόγω άδειες είχαν προμηθευθεί από τον κατηγορούμενο κατά το χρονικό διάστημα 1999 έως και 2000, έναντι χρηματικού ποσού που εκυμαίνετο από 150.000 έως και 500.000 δραχμές και το οποίο παρέδιδαν στον κατηγορούμενο μαζί με φωτογραφία, φωτοτυπία ταυτότητας και άδεια οδήγησης (όσοι ήθελαν επέκταση) και από τον ίδιο παραλάμβαναν την άδεια οδήγησης σε διάστημα από 10 ημέρες έως και τρεις μήνες. Από την ολοκληρωθείσα έρευνα του Α/Τ ..... προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρελάμβανε φακέλους με κούριερ από την Αθήνα με αποστολέα " Ζ1 οδός ..... ", πλην όμως ο ίδιος σε εκ νέου εξέταση του δήλωσε παντελή άγνοια. Και ως προς την δηλωθείσα κατά τα προαναφερόμενα παντελή άγνοια ο κατηγορούμενος διαψεύεται από την ένορκη κατάθεση της συζύγου του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η οποία, χωρίς βέβαια να λαμβάνει θέση ως προς το αδίκημα της κλοπής για την οποία εκατηγορείτο ο σύζυγος της, για το οποίο δηλώνει " ότι δεν ξέρει τίποτα άλλο για τις άδειες ", παραδέχεται ότι ο σύζυγος της είχε συνεργασία με τον Ζ1 που είχε σχολή οδηγών και ότι αυτός (Ζ1) του έλεγε (του ανδρός της) να δίδει στη .... διπλώματα οδήγησης σ' αυτούς που ήθελαν και ο άνδρας της θα έπαιρνε κάποιο ποσοστό και ότι του έδωσε 4-5 διπλώματα και αυτό ήταν όλο. Μετά την κατάσχεση των προαναφερομένων 32 πλαστών αδειών από το Α/Τ ....., ζητήθηκε από το Γραφείο Μεταφορών να ενημερώσει αυτό (Α/Τ ....) που είχαν χρεωθεί τα συγκεκριμένα έντυπα οδήγησης των πλαστών αδειών οι οποίες εφέροντο να έχουν εκδοθεί από το τμήμα χορηγήσεων .... και .... καθώς και εάν είχε δηλωθεί απώλεια ή κλοπή αυτών των συγκεκριμένων εντύπων. Μετά ταύτα το Τμήμα Μεταφορών Επαρχίας .... έκανε γνωστό ότι ο πραγματικός αριθμός των κλαπέντων εντύπων στις 25 προς 26-10-1999 ανήρχετο σε 1880 αντί του εκ παραδρομής αρχικά αναφερθέντος 880... Από την αντιπαραβολή των αριθμών των εντύπων βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι άνω πλαστές άδειες, καικατασχέθηκαν εις χείρας του κατηγορουμένου με τους προαναφερόμενους αριθμούς των κλαπέντων από το Τμήμα Μεταφορών .....προέκυψε ότι τα έντυπα που χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση των άνω πλαστών αδειών περιελαμβάνοντο στους αριθμού των κλαπέντων από το Τμήμα Μεταφορών ..... για την κλοπή των οποίων κατηγορείται ο κατηγορούμενος και για την οποία ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε κατά την εξέταση του στο Α/Τ ..... αλλά ούτε και του τρόπου κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή του τα εν λόγω έντυπα επί τη βάση των οποίων επιμέλεια και με τη διαμεσολάβηση του εκδίδοντο και από τον ίδιο έναντι αδρής αυτού αμοιβής επροωθούντο στους συμπατριώτες του. Και βέβαια ο ίδιος δικασθείς ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τη συγκεκριμένη πράξη της κλοπής των εντύπων και λοιπών κινητών από το Τμήμα Μεταφορών ....., στο δε παρόν δικαστήριο προτίμησε την δι' εξουσιοδοτήσεως παράσταση, ως είχε δικαίωμα, πλην όμως, αποφεύγοντας έτσι να απολογηθεί για την πράξη που του αποδίδεται, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναφορά του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία ανάμειξη στην κλοπή, δεν αποτελεί απολογία. Σύμφωνα με όλα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι δράστης της κλοπής στο Τμήμα Μεταφορών της Επαρχίας ... στις 25, 26-10-1999 όπως του αποδίδεται με το κατηγορητήριο... και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής..". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα, ενώ το δικαστήριο με εκτενείς σκέψεις αναφέρεται στην από τον κατηγορούμενο κατοχή πλαστής άδειας ικανότητος οδηγού στο όνομα του, στην από τον ίδιο χορήγηση πλαστών αδειών σε τρίτα πρόσωπα, τις οποίες άδειες προμηθευόταν από τον Ζ1 και αναλάμβανε να προωθήσει έναντι αμοιβής, περαιτέρω δε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ταύτιση των πλαστών αδειών που χορήγησε με τα έντυπα που κλάπηκαν από το Τμήμα Μεταφορών της Επαρχίας ...., δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό του πραγματικά περιστατικά από τα οποία να δικαιολογείται το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε ότι δράστης της συγκεκριμένης κλοπής είναι ο κατηγορούμενος, την δε περί ενοχής κρίση του συνδέει αποκλειστικά με την πλαστότητα των αδειών οδήγησης και την κατοχή αυτών από τον κατηγορούμενο, εμμέσως δε και με την άρνηση του να απολογηθεί εκπροσωπηθείς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με δικηγόρο. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς και μη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10.079/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Αυγούστου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ