Αριθμός 1698/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1666/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.1.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 133/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 144/2.4.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου την υπ΄αρ. 1/2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου .....(κατ. ....... ), κατά του υπ΄αρ. 1666/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τ΄ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ΄αρ. 809/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ...... στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. περιφέρειας Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως δικασθεί: α) για το κακούργημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατ΄ εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα, β) σωματική βλάβη ανηλίκων κατ΄ εξακολούθηση και κατά συρροή (αρ. 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 310 παρ. 1+2+3, 312 Π.Κ.) Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη κατ΄ ουσίαν η κριθείσα έφεση και επεκυρώθη το εκκληθέν. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επεδόθη εις τον κατηγορούμενο την 21-12-2006 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (αρ. 473 παρ.1, 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκε την 2-1-2007 ημέρα Τρίτη (η 31η-12-2006 ήταν ημέρα Κυριακή) ενώπιον της αρμοδίου γραμματέως του Τμ. βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου Βασίλειο Βασιλειάδη βάσει της από 28-12-2006 εξουσιοδοτήσεως, και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι: α) απολύτου ακυρότητας (αρ. 484 παρ. 1α Κ.Π.Δ.) επειδή δεν επερατώθη συννόμως η κυρία ανάκριση και συγκεκριμένα αυτός απελογήθη την 13-7-2006 δύο ημέρες πριν ασκήσει την έφεση (η οποία ασκήθηκε την 15-9-2006) ο πληρεξούσιος δικηγόρος του παρέλαβε σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο το από 13-7-2006 αποδεικτικό επιδόσεως ότι δήθεν του εγνωστοποιήθη μετά την απολογία του το πέρας της ανακρίσεως, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Υποστηρίζει ότι το αποδεικτικό αυτό επιδόσεως είναι νοθευμένο διότι η υπογραφή του επιδίδοντος είναι η ίδια με αυτήν της γραμματέως του ανακριτή. Αιτιάται το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών επειδή δεν έκρινε ως πλαστή την επίδοση διότι αυτή έγινε στον αντίκλητο χωρίς να αναζητηθεί προηγουμένως ο κατηγορούμενος που εκρατείτο ήδη προσωρινά. Ενώ ήταν κρατούμενος δεν του επεδόθη η γνωστοποίηση του πέρατος της ανακρίσεως εις την Υπηρεσία Μεταγωγών όπου εκρατείτο και ήτο γνωστό, αλλά έγινε θυροκόλληση στην οικία του. Ενώ παρατάθηκε η κράτησή του μέχρι 6 μήνες δεν εκλητεύθη ενώπιον του συμβουλίου Πλημμελειοδικών καίτοι εζήτησε όπως εμφανισθεί αυτοπροσώπως (αρ. 309 Κ.Π.Δ.). Ακύρως έλαβε υπόψη του το συμβούλιο δύο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου από διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων καταργηθείσα λόγω μη υποβολής τακτικής αγωγής εντός μηνός από την έκδοση αποφάσεως, επίσης έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις της παθούσας και των μαρτύρων της κατά την προκαταρκτική εξέταση ενώ δεν έπρεπε επειδή αυτές έπρεπε να τεθούν στο αρχείο. β) Ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν περιέχει με πληρότητα τα αποδειχθέντα περιστατικά στα οποία το δικαστήριο εστήριξε την περί παραπομπής κρίση του, αλλά εκθέτει ασαφώς τα αποδεικτικά μέσα, δεν αναλύει τα υποκειμενικά στοιχεία τα είδη του δόλου ή της αμέλειας καθώς και τα αντικειμενικά τοιαύτα, που απαιτεί ο νόμος για την πλήρωση των νομοτυπικών μορφών των αδικημάτων της βαρείας σκοπούμενης σωματικής βλάβης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της σωματικής βλάβης σε βάρος ανηλίκου. ΄Ετσι πέραν της ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας το συμβούλιο εφήρμοσε εσφαλμένως τις σχετικές διατάξεις. Επίσης υποστηρίζει (σελ. 13 αναιρέσεως) η αναφορά του Συμβουλίου Εφετών στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως συνιστά έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. ΙΙ) α) Κατά την διάταξη του αρ. 484 παρ. 1α Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως βουλεύματος υπάρχει και στην περίπτωση απολύτου ακυρότητας αρ. 171 παρ. 1, κατά την τελευταία δε αυτή διάταξη απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της προδικασίας και στον ΄Αρειο Πάγο προκαλείται και του εδαφίου δ΄ αυτής αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. β) Η απαιτούμενη από τα αρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). γ) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ΄αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, ΑΠ 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν.Χρ. 1987/5, 07). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου σελ. 12-13, 42-43, 50). IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 310 παρ. 1 Π.Κ. "αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο την βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 2. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή την διάνοιά του. 3. Αν ο υπαίτιος επεδίωξε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Υπάρχει επί μακρόν και σπουδαίως παρακώλυση της χρήσεως του σώματος στην περίπτωση στερήσεως της οράσεως (ακόμη και κατά τον ένα οφθαλμό) ήτοι η απώλεια της ικανότητας να διακρίνει ο παθών τα αντικείμενα (έστω και αν παρέμεινε η αίσθηση του φωτός). Επίσης η στέρηση της ακοής ήτοι η απώλεια της ικανότητας να ακούει έναρθρους φθόγγους και εάν ακόμη παρέμεινε η αίσθηση των ήχων (Τούση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ΄ υπ΄αρ. 310 σελ. 804, 805). Προϋπόθεση της κατά την παράγραφο 3 επιτάσεως της ποινής δεν είναι απλώς η αντικειμενική επέλευση της βαρείας βλάβης, αλλά απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 27 παρ. 2 όπως ο δράστης επεδίωκε την παραγωγή του αποτελέσματός του (Α.Π. 1900/2005 Π. Δικ/σύνη 2006/518, Α.Π. 1010/97 Π.Χρ. ΜΗ/354). Δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος (Μπουρόπουλος σελ. 514 σημ. 7, Ανδρουλάκης Ποιν.Γεν. Μέρος σελ. 260, 261, όμως Contra Τούσης - Γεωργίου Αρμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ΄αρ. 310 σελ. 806). Η πράξη της παραγράφου 3 του αρ. 310 είναι νοητή και με την μορφή απόπειρας (Α.Π. 1527/88 Π.Χρ. ΛΘ/379) η οποία πληρούται και στις περιπτώσεις όπου δεν προκλήθηκε καθόλου ή προκλήθηκε μικρότερης εντάσεως βλάβη (Α.Π. 1489/98 Π.Χρ. ΜΘ/833). Από την διάταξη του άρθρου 312 Π.Κ. που ορίζει: Αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών: α) όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή την προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή που το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του", προκύπτει ότι για την θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού (που είναι ιδιώνυμο και η διάταξη έχει επικουρικό χαρακτήρα δηλ. εφαρμόζεται μόνον εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ΄ άλλη ποινική διάταξη) απαιτείται α) απλή σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας β) αυτή να προκληθεί (στην περ. εδαφίου α) με θετική ενέργεια δηλ. με συνεχή σκληρή συμπεριφορά του δράστη. Σκληρή είναι η συμπεριφορά που προέρχεται από πρόθεση αδιάφορη για τα παθήματα των άλλων, η οποία υπάρχει όταν ο δράστης κατά την τέλεση της πράξεως έχασε το αναγκαίο ανασταλτικό αίσθημα έναντι των παθημάτων του θύματος, που υπάρχει σε κάθε φιλάνθρωπο και με κατανόηση σκεπτόμενο άτομο (Τούση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. ΄Εκδοση Γ΄ υπ΄αρ. 312 σελ. 809 - 811).Θετική συμπεριφορά είναι και τα κτυπήματα. Η συμπεριφορά αυτή πρέπει να είναι συνεχής δηλαδή όχι διαρκής αλλά συχνά επαναλαμβανόμενη. γ) Παθητικό υποκείμενο είναι πρόσωπο που δεν συνεπλήρωσε το 17ο έτος της ηλικίας του (κατά τον χρόνο της εναντίον του πράξεως) ή που ανεξάρτητα από την ηλικία του δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και βρίσκεται υπό την επιμέλεια του δράστη. δ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς και την συνείδηση ότι με αυτήν προξενείται σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας και την γνώση ότι ο παθών δεν έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, ή ότι δεν δύναται να υπερασπίσει τον εαυτό του ως και την γνώση υπάρξεως μιάς από τις σχέσεις που αναφέρονται στον νόμο. Για την περίπτωση του εδαφ. α΄ του αρ. 312 Π.Κ. αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (Τούση - Γεωργίου ως ανωτέρω). Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 Π.Κ., να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων", προκύπτει ότι κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα υπάρχει όταν τελούνται περισσότερες πράξεις αυτοτελείς μεταξύ τους και ομοειδείς από τον ίδιο δράστη, στον αυτό ή διαφορετικό τόπο, σε διαφορετικό χρόνο ή μία από την άλλη, που προσβάλλουν όμως την ίδια μονάδα έννομου αγαθού. Δυνατόν μερικές από τις κατ΄ εξακολούθηση πράξεις να είναι τετελεσμένες και άλλες σε απόπειρα (Α.Π. 1860/94 Π.Χρ. ΜΕ/201, Α.Π. 156/2004 Ποιν. Δικ/σύνη 2004/625). Η χρονική απόσταση των μερικοτέρων πράξεων μπορεί να είναι και σχετικώς μεγάλη, λ.χ. έτη αλλά όχι τόσο πολύ που να αποδομείται η έννοια της ενότητας του δόλου, οπότε μόνο περί πραγματικής συρροής μπορεί να γίνει λόγος (Μπουρόπουλος σελ. 259). V. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με δικές του σκέψεις αλλά και με παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέας Εφετών εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται κατ΄ είδος προέκυψαν τα εξής: 2. Επειδή, το Συμβούλίο, έχοντας σύμφωνη γνώμη με αυτή που διατυπώνεται στην Εισαγγελική πρόταση στις σκέψεις της οποίας το ίδιο αναφέρεται, κατά το μέρος που αφορά στους επικαλούμενους από τον κατηγορούμενο δικονομικούς λόγους ξεχωριστά και οι οποίοι εκτίθενται στην έκθεση εφέσεως του, κρίνει ότι πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι που αφορούν 1] στην μη νομότυπη περάτωση της κυρίας ανάκρισης, διότι δεν γνωστοποιήθηκε το πέρας αυτής νομότυπα στον ίδιο και στην μη εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης και διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης που πρότεινε κατά την διάρκεια της κυρίας ανάκρισης με σχετικό υπόμνημα του 2] στο ότι ενώ ζήτησε να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης προς το συμβούλιο πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν ειδοποιήθηκε προς τούτο και 3] στο ότι δεν ειδοποιήθηκε να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καίτοι το ζήτησε. Επιπροσθέτως, πρέπει να λεχθούν τα κατωτέρω, εν σχέσει προς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, που περιέχονται στην κρινόμενη έφεση του και αφορούν στην επικαλούμενη από αυτόν ακυρότητα της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η διενεργηθείσα κυρία ανάκριση είναι άκυρος α] λόγω παραβιάσεως της ισχύουσας κατά την προδικασία αρχής της μυστικότητας, εφόσον ο Ανακριτής άφησε να διαρρεύσει η δικογραφία που τον αφορά στους δημοσιογράφους μετά την απολογία του και την διαταχθείσα προσωρινή κράτηση του. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί, εφόσον τα επικαλούμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν λόγο παραβιάσεως της μυστικότητας της ανάκρισης, κατά την έννοια του άρθρου 241 Κ.Π.Δ., που αφορά στην παρουσία τρίτων προσώπων κατά την διενέργεια αυτής. Αντιθέτως η διαρροή του γεγονότος της διαταχθείσης προσωρινής κρατήσεως του, μετά την λήψη της απολογίας του και η ακολούθως δημοσίευση του γεγονότος αυτού στην εκδιδόμενη στη Θεσσαλονίκη εφημερίδα "Αγγελιοφόρος" της 14.7.2006, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι έγινε με ενέργειες του Ανακριτή. Άλλωστε, μετά την διαταχθείσα την 13.7.2006 προσωρινή του κράτηση για τις πράξεις που του αποδίδονται, αυτός-, οδηγήθηκε στις φυλακές και το γεγονός αυτό έγινε αντικειμενικώς γνωστό και επομένως και στους δημοσιογράφους της ανωτέρω εφημερίδας, β] Διότι συμπεριελήφθησαν στη δικογραφία έγγραφα άκυρα ως αποδεικτικά μέσα ήτοι ιατρικές βεβαιώσεις και ένορκες βεβαιώσεις. Ο ισχυρισμός αυτός είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού δεν γίνεται επίκληση από αυτόν σε τι συνίσταται η ακυρότητα, ώστε να δύναται να διερευνηθεί αν και ποιος κανόνας παραβιάστηκε και γ] διότι έγινε δεκτή παράνομα παράσταση πολιτικής αγωγής αναφορικά με τα ανήλικα τέκνα του, που δηλώθηκε από τη σύζυγο του, αφού η τελευταία δεν έχει πλέον την επιμέλεια αυτών, επειδή η απόφαση που της ανέθεσε την επιμέλεια τούτων έπαυσε να ισχύει, ενόψει του ότι εντός μηνός δεν άσκησε σχετική αγωγή. Και ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει απορριφθεί, αφού παράσταση πολιτικής αγωγής τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά την κύρια διαδικασία μπορεί να δηλώσει, για λογαριασμό του ανηλίκου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ. (Συμ.Α.Π. 1864/1984 ΝοΒ 33 σελ. 170). Επομένως, αν ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας (1510 παρ. 3 Α.Κ.). Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του (1510 παρ. 1 Α.Κ.). Εξάλλου, ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στη γονική μέριμνα όταν οι πράξεις αυτές έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Και τέτοια θεωρείται και η πράξη που τελέστηκε κατά ανηλίκου, λόγω του συμφέροντος του ανηλίκου που επιβάλλει την ταχύτερη τιμωρία του δράστη (Α.Π. 660/1998 Ποιν. Δικ. 1998.1097, Δνη 39.1439, Π.Χρ. ΜΘ.230). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα την εκπροσώπηση των ανηλίκων τέκνων την ασκεί η μητέρα τους, η οποία νομίμως εδήλωσε για λογαριασμό τους παράσταση πολιτικής αγωγής, λόγω του συμφέροντος αυτών, που επιβάλλει την ταχύτερη τιμωρία του δράστη, πολλώ μάλλον, εφ' όσον πρόκειται για έγκλημα που φέρεται ότι διαπράχθηκε εις βάρος τους από τον κατηγορούμενο πατέρα τους. 3. Επειδή από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κύρια ανάκριση και την προανάκριση που προηγήθηκε και συγκεκριμένα από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία και την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην προαναφερόμενη Εισαγγελική πρόταση, στις ορθές σκέψεις της οποίας και το συμβούλιο τούτο αναφέρεται εξ ολοκλήρου τόσο ως προς το νομικό όσο και ως προς το ουσιαστικό μέρος προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (ολ. Α.Π. 1227/1979, Ποιν. Χρ. Λ 253, Α.Π. 597/1995 Ποιν. Χρ. ΜΕ 932, Α.Π. 1199/1990 Ποιν. Χρ. ΜΑ 509). Με βάση τα περιστατικά αυτά, προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις α] της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση και β] της σωματικής βλάβης ανηλίκων κατ εξακολούθηση και κατά συρροή ώστε να παρίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος. Ειδικότερα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ......., που γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1956 και η πολιτικώς ενάγουσα X1 που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25.7.1957 στις 31.8.1978 συνήψαν νόμιμο Θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα . Από τον γάμο τους αυτόν απέκτησαν πέντε τέκνα α] την ...... που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14.11.1978, β] τον ..... που γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη ΗΠΑ στις 27.7.1982, γ] την ..... που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7.7.1986, δ] τη ...... που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 22.9.1994, και ε] τον ...... που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8.4.1996. Οι ανωτέρω (κατηγορούμενος και πολιτικώς ενάγουσα, μαζί με τα τέκνα που είχαν τότε), τον Αύγουστο του έτους 1993, μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη, λόγω της επαγγελματικής απασχόλησης του κατηγορουμένου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας ως αναπληρωτή καθηγητή. Από την αρχή της συμβίωσης του κατηγορουμένου με τη σύζυγο του πολιτικώς ενάγουσα δημιουργήθηκαν μεταξύ τους έντονες έριδες και διαπληκτισμοί πάντοτε δε ο κατηγορούμενος, έχοντας την εντύπωση ότι είναι το ισχυρότερο μέλος της οικογένειας, στο οποίο όλοι πρέπει να υπακούουν χωρίς αντίρρηση, συμπεριφέρονταν κατά τρόπο αυταρχικό και ιδιαιτέρως βίαιο προς τη σύζυγο του και τα ανήλικα παιδιά του για ανεξήγητους λόγους και χωρίς να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτία ή αφορμή βιαιοπραγούσε με βάναυσο και ανελέητο τρόπο σε βάρος των ανωτέρω προσώπων, κτυπώντας αυτούς με τα χέρια και τα πόδια, καθώς και με τη χρήση διαφόρων αντικειμένων σε διάφορα μέρη του σώματος τους. Έτσι αυτός από τον μήνα Απρίλιο του έτους 1992 έως και μέχρι 6.11.2005 χτυπούσε την πολιτικώς ενάγουσα με σκοπό να επιφέρει σ΄ αυτή βαριά σωματική βλάβη ήτοι κίνδυνο για τη ζωή της και πάθηση που θα την εμπόδιζε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί τον σώμα της. Ειδικότερα Α] Στην Αθήνα τον μήνα Απρίλιο του έτους 1992 κατά την περίοδο του Πάσχα και ενώ ζούσαν ακόμη στην Αθήνα ο κατηγορούμενος έκανε ένα δώρο στα παιδιά του ένα ζωντανό παπάκι το οποίο κυκλοφορούσε ελεύθερο στο διαμέρισα που κατοικούσαν Από λάθος η κόρη τους .... πάτησε το παπάκι. Ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε από το γεγονός αυτό και άρχισε να καταστρέφει τα πράγματα της κόρης του και να την κτυπά με τα χέρια του με μανία. Η πολιτικώς ενάγουσα- σύζυγος του προσπάθησε να προστατέψει την ανήλικη θυγατέρα τους , και τότε εκείνος άρχισε να την κτυπά με σφοδρότητα και μανία με γροθιές σε όλο της το σώμα και κυρίως στο κεφάλι. Μεταξύ των άλλων την έπληξε με σφοδρότητα με γροθιές στο αριστερό της μάτι με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και να απωλέσει ολικά την όραση της από το μάτι αυτό και να μην μπορεί να χρησιμοποιεί το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Β] Στη Θεσσαλονίκη στις 17.2.1998 σε κάποιο από τα συνεχόμενα περιστατικά οικογενειακής βίας και χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος άρχισε να κτυπά την ήδη τυφλή στο αριστερό μάτι σύζυγο του και με σκοπό να επιφέρει σ΄αυτή βαριά σωματική βλάβη αφού την υποχρέωσε να μπει στην μπανιέρα όπου λόγω του περιορισμένου του χώρου αυτή ήταν δύσκολο να αμυνθεί κτύπησε αυτήν με τα χέρια αλλά και με μία ξύλινη κουτάλα στο πρόσωπο και στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα της. Τα κτυπήματά του ήταν ιδιαίτερα σφοδρά κατευθυνόμενα κυρίως στο πρόσωπο και στο κεφάλι της παθούσας και με την ξύλινη κουτάλα της επέφερε ένα δυνατό πλήγμα στο δεξί της μάτι και της προκάλεσε θλάση του σκληρού χιτώνα, αιμορραγία του υαλοειδούς και σταφύλωμα, ενώ την μετέφερε στο Νοσοκομείο μετά από είκοσι ημέρες όπου στις 11.3.1998 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο δεξιό οφθαλμό χωρίς λειτουργικό αποτέλεσμα με συνέπεια μετά από διάστημα οκτώ μηνών να απωλέσει ολικά την όραση της και από το μάτι αυτό και να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γ] Στη Θεσσαλονίκη αρχές Ιουνίου του έτους 1998 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς κτύπησε με σφοδρότητα με γροθιές στο πρόσωπο και το κεφάλι τη X1. Τα πλήγματα δε που της επέφερε με τον τρόπο αυτό ήταν ιδιαίτερα σφοδρά, κατευθυνόμενα στο πρόσωπο και το κεφάλι της με αποτέλεσμα να της προκαλέσει εκρίζωση των εμπρόσθιων οδόντων. Δ] Το ίδιο διάστημα ( στις αρχές του καλοκαιριού του έτους 1998) χτύπησε και πάλι με γροθιές στο πρόσωπο και το κεφάλι την πολιτικώς ενάγουσα με αποτέλεσμα να προκαλέσει σ΄ αυτή ρήξη του τύμπανου του δεξιού ωτός και έκτοτε αυτή να πάσχει εξαιτίας του λόγου αυτού και από βαρηκοΐα και να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ε] Στη Θεσσαλονίκη στις 18 Ιουλίου 2005 σε ένα από τα πολλαπλά επεισόδια οικογενειακής βίας χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος άρχισε να κτυπά με γροθιές στο πρόσωπο την ήδη ολικά τυφλή σύζυγο του. Τα πλήγματα που της επέφερε με αυτό τον τρόπο ήταν ιδιαίτερα σφοδρά και κατευθυνόμενα στο πρόσωπο και το κεφάλι της παθούσας και με ένα από αυτά της προκάλεσε θλάση ( κόψιμο ) του λοβού του αυτιού της. ΣΤ] Επίσης στις 15 Σεπτεμβρίου 2005, χωρίς να υπάρχει και πάλι κάποιος λόγος, άρχισε να κτυπά με γροθιές και κλωτσιές την ήδη ολικά τυφλή πολιτικώς ενάγουσα σε όλο της το σώμα .Τα κτυπήματα του ήταν ιδιαίτερα σφοδρά στρεφόταν σε όλο το σώμα και με αυτά της προκάλεσε σωματικές βλάβες τέτοιου βαθμού ώστε να είναι αδύνατον σε αυτήν να κουνήσει τα χέρια της και να χρησιμοποιήσει το σώμα της κατά τη βούληση της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Την επόμενη ημέρα, φοβούμενη για τη ζωή της για πρώτη φορά, η πολιτικώς ενάγουσα αντέδρασε και παίρνοντας μαζί τα δύο ανήλικα τέκνα της ...... και ...... κατέφυγε στον ξενώνα της "...... " όπου και φιλοξενήθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα. 0 κατηγορούμενος αναζήτησε την πολιτικώς ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα τους και όταν ανακάλυψε που βρίσκονται ζήτησε μέσω των μεγάλων παιδιών τους από την πολιτικώς ενάγουσα να επιστρέψει στο σπίτι αφού τις υποσχέθηκε ότι αυτός θα μετακόμιζε στο σπίτι κάποιου φίλου του. Η πολιτικώς ενάγουσα επέστρεψε στο σπίτι της αλλά ο κατηγορούμενος αθέτησε την υπόσχεση του, παρέμεινε στην οικία και συνέχισε να επιδεικνύει την ίδια βάναυση συμπεριφορά σε βάρος της. Ζ] Στις 5 Νοεμβρίου 2005, χωρίς και πάλι να υπάρχει κάποιος λόγος, κτύπησε με γροθιές και με αναπτήρα, που κρατούσε την ήδη ολικά τυφλή σύζυγο του στο πρόσωπο. Τα κτυπήματα ήταν ιδιαίτερα σφοδρά και προκάλεσαν στην παθούσα θλαστικό τραύμα στην μετωπιαία χώρα, ώστε να είναι αδύνατο σ΄ αυτήν να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η] Στις 6.11.2005 κτύπησε με ιδιαίτερη σκληρότητα και σφοδρότητα με γροθιές στο πρόσωπο και στο κεφάλι και με κλωτσιές σε όλο της το σώμα την πολιτικώς ενάγουσα και με καλσόν το οποίο μετέτρεψε σε βρόγχο επανειλημμένα την έσφιξε στο λαιμό και της προκάλεσε κίνδυνο για τη ζωή της και σωματικές βλάβες σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι αδύνατο σε αυτή να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα . Με τις παραπάνω πράξεις του και με τους προαναφερόμενους τρόπους ο κατηγορούμενος προξένησε στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της και σωματικές βλάβες (ολική τύφλωση, ρήξη τύμπανου δεξιού ωτός, βαρηκοΐα) κλπ που εμπόδισαν αυτήν σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα της αποτελέσματα που επεδίωκε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 24.11.2005 επέδειξε σκληρή και βάναυση συμπεριφορά και σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του ......, ...... και ....... Ειδικότερα, αυτός επανειλημμένα και συχνά ασκούσε σωματική βία σε βάρος αυτών, χειροδικούσε και χτυπούσε αυτά με τα χέρια του και με δερμάτινη ζώνη διπλωμένη στα δύο αδιαφορώντας για τα παθήματα τους και χάνοντας το αναγκαίο ανασταλτικό έναντι των παθημάτων τους αίσθημα που υπάρχει σε κάθε φιλάνθρωπο και με κατανόηση σκεπτόμενο άνθρωπο και προξένησε έτσι πολλαπλές σωματικές βλάβες κατά ο χρονικό διάστημα από 1.1.202 μέχρι 6.7.2003 στην θυγατέρα του ..... που γεννήθηκε στις 7,7.1986 και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 24.11.2005 στα ανήλικα τέκνα του ....... και ...... που γεννήθηκαν στις 22,9.1994 και 8.4.1996 αντίστοιχα. Από τα βάναυσα και ανηλεή προαναφερόμενα κτυπήματα, που κατάφερε ο κατηγορούμενος ιδιαίτερα σε βάρος της συζύγου του, η τελευταία υπέστη βαριές και μόνιμες σωματικές κακώσεις (τύφλωση, ρήξη τύμπανου, εκρίζωση οδόντων κλπ.) συνεπεία των οποίων η παθούσα εμποδίστηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιήσει το σώμα της κατά τη βούληση της, το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα των πράξεων του επεδιώκετο από τον κατηγορούμενο. 0 κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε τέλεσε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε βάρος της συζύγου του και των τέκνων του. Όμως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από το ανακριτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και ιδιαιτέρως της μαρτυρικές καταθέσεις της συζύγου του πολιτικώς ενάγουσας και των ενηλίκων τέκνων του ...... και ......, οι οποίες με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα περιγράφουν λεπτομερώς την παραπάνω συμπεριφορά του. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί για να δικασθεί για τις πράξεις αυτές, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 12, 14, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51, 52, 53, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 94 παρ.1, 98, 310 παρ.1, 2, 3, 308 παρ.1, 312 παρ. 1α Π.Κ.. Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε όμοια, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, η υπό κρίση έφεση, με την οποία ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται, τα δε δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος αυτού, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα του κατηγορουμένου, που περιέχεται στο δικόγραφο της εφέσεως του, να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπροσώπως, για να παράσχει και άλλες διευκρινίσεις για την υπόθεση, αν και νόμιμο (άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο, διότι ήδη αυτός με την λεπτομερή προανακριτική και ανακριτική απολογία του, αλλά και το διεξοδικό εφετήριό του, ανέπτυξε επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις του και επομένως δεν παρίσταται ανάγκη για ακόμη πληρέστερη ανάλυση των απόψεων του. Τα ανωτέρω δε συνιστούν νόμιμο λόγο, που μπορεί να αποκλείσει το αξιούμενο δικαίωμα του (Α.Π. 336/2002 Ποιν.Λογ. 2002 σελ. 262, Α.Π. 1311/2002 Ποιν.Λογ. 2002 σελ. 1409). Άλλωστε, με την από 8.11.2006 υπεύθυνη δήλωση του προς τον εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ο ίδιος παραιτήθηκε από το ως άνω αίτημα του, ορίζοντας ως αντιπρόσωπο του και εκπρόσωπο του τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλειο Βασιλειάδη. Τέλος, σχετικά με την από 24.10.2006 αίτηση του κατηγορουμένου, ......, περί αντικαταστάσεως της προσωρινής κράτησης, που του επεβλήθη με το υπ' αριθμ. 25/2006 ένταλμα προσωρινής κράτησης, το οποίο εξέδωσε ο Ανακριτής Α' τμήματος Θεσσαλονίκης και με το προσβαλλόμενο βούλευμα διατηρήθηκε η ισχύς του, το Συμβούλιο έχει σύμφωνη γνώμη με αυτή που διατυπώνεται στην Εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρεται εξ ολοκλήρου τόσο ως προς το νομικό όσο και ως προς το πραγματικό μέρος της, ήτοι, το Συμβούλιο κρίνει, σύμφωνα με τα άρθρα 315 και 318 Κ.Ποιν.Δ., ότι αν και προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου σοβαρές ενδείξεις για κακούργημα, εν τούτοις δεν συντρέχει καμία άλλη νόμιμη προϋπόθεση από τις αναφερόμενες περιοριστικά στο άρθρο 282 παρ 3 Κ.Ποιν.Δ., σε βάρος του, για τη συνέχιση της κρατήσεως του. Ειδικότερα, από το Νοέμβριο του 2005 και εντεύθεν η σύζυγος αυτού, με τα δύο ανήλικα παιδιά τους, διαμένει στην Αθήνα στο σπίτι των οικείων της, οι οποίοι της συμπαρίστανται και τη συνδράμουν στη διαβίωση της, κατά τρόπο ώστε να είναι εξαιρετικά δυσχερής η συνάντηση αυτής με τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, δεν υφίσταται, κατά την κρίση του Συμβουλίου, βάσιμος κίνδυνος τελέσεως νέων αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της εκ μέρους του κατηγορουμένου αν αφεθεί ελεύθερος. Επί πλέον, δεν είναι ύποπτος φυγής και έχει γνωστή διαμονή στη Θεσσαλονίκη όπου εργάζεται, δεν έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του, (ούτε κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ούτε καταδικάστηκε για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής). Ο προηγούμενος ποινικός του βίος, όπως απεικονίζεται στο ποινικό του μητρώο, δεν παρέχει ενδείξεις ότι αν αφεθεί ελεύθερος θα διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Άλλωστε, μόνη η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης του δεν αρκεί για την συνέχιση της προσωρινής του κράτησης. Γι' αυτό το Συμβούλιο κρίνει ότι πρέπει να απολυθεί από τις φυλακές (άρθρο 315 Κ.Ποιν.Δ)., αλλά να του επιβληθούν οι περιοριστικοί όροι α] της καταβολής χρηματικής εγγύησης ποσού πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ, β] της εμφάνισης του το 1° πενθήμερο κάθε μήνα στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του και γ] της απαγόρευσης μετάβασης του στο εξωτερικό, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Οι περιοριστικοί αυτοί όροι είναι ικανοί για να εξασφαλίσουν την παρουσία του στο ακροατήριο, για να δικαστεί και να υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης. VI. Mε αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο 1666/2006 βούλευμά του, και την ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, ως αβάσιμη τόσο ως προς την ουσία της υποθέσεως όσο και προς τους δικονομικούς λόγους καθώς και το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατ΄ εξακολούθηση και σωματικής βλάβης κατ΄ ανηλίκων κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση για τις οποίες παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. περιφέρειας Εφετείου Θεσσαλονίκης που είναι αρμόδιο για την α΄ πράξη και λόγω συναφείας ως προς την β΄, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς από τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 93 παρ. 1, 98, 310 παρ. 1, 2, 3, 312 α Π.Κ. Τις παραπάνω διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Το συμβούλιο κρισιολόγησε σε συνδυασμό μεταξύ τους όλα τα νόμιμα (και ένορκες βεβαιώσεις ως έγγραφα) αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά απαντώντας σαφώς επί των ισχυρισμών του κατηγορουμένου τόσο επί της ουσίας όσο και επί των προβληθέντων λόγων ακυρότητας. Συνεπώς, τόσον ο από το άρθρο 484 παρ. 1β Κ.Π.δ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των αρ. 310, 312 Π.Κ. όσον και από το άρθρο 484 παρ. 1δ ιδίου Κώδικα προβαλλόμενος λόγος, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τους οποίους μεταξύ άλλων το προσβαλλόμενο βούλευμα πλήττεται είναι αβάσιμος. Επί των προβαλλομένων λόγων ακυρότητας (αρ. 484 παρ. 1α 171 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) ότι δεν έγινε νομότυπη περαίωση της κυρίας ανακρίσεως εφ΄όσον δεν γνωστοποιήθηκε νομοτύπως το πέρας αυτής στον ίδιο και ο ανακριτής δεν εξήτασε κατά την διάρκεια της ανακρίσεως τους μάρτυρες υπερασπίσεως που ο ίδιος πρότεινε με σχετικό υπόμνημα. Από επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι η ανάκριση επεραιώθη την 13-7-2006 και αυθημερόν γνωστοποιήθηκε το πέρας αυτής εις τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του κατηγορουμένου Β. Βασιλειάδη (δείτε σχ. αποδεικτικό) το οποίο δεν προσεβλήθη ούτε προέκυψε ότι ήταν πλαστό. Η γνωστοποίηση αυτή ήταν σύμφωνη με την διάταξη του αρ. 308 παρ. 6 Κ.Π.Δ. που ορίζει ότι: "Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να διορίσουν αντίκλητο δικηγόρο από τους διορισμένους στην έδρα του ανακριτή και σ΄αυτόν γίνεται η γνωστοποίηση". Συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η γνωστοποίηση του πέρατος της ανακρίσεως και στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος απελογήθη την 13-7-2006 χωρίς να υποδείξει μάρτυρες υπερασπίσεως, και αυθημερόν επεραιώθη η κυρία ανάκριση με γνωστοποίηση του πέρατος εις τον παραστάντα κατά την απολογία συνήγορο υπερασπίσεως Β. Βασιλειάδη. Αντίθετα με υπόμνημα που ενεχείρησε 3-8-2006 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης εζήτησε από τον ανακριτή την εξέταση συγκεκριμένων μαρτύρων λόγω όμως της κατά νομότυπο τρόπο περαιώσεως της ανακρίσεως δεν υφίστατο υποχρέωση για την διενέργεια των αιτουμένων ανακριτικών πράξεων. Υπεστήριξε, ότι ενώ είχε ζητήσει με υπόμνημά του να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως προς το Δικαστικό Συμβούλιο επί σχετικής προσφυγής του ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ουδέποτε ειδοποίησε προς τούτο τον ίδιο ή τον αντίκλητό του. Η διάταξη του αρ. 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ. θεσπίζει την υποχρέωση του Εισαγγελέως να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο για να λάβει γνώση του περιεχομένου της προτάσεώς του και παραμονής της οικείας δικογραφίας στην γραμματεία της εισαγγελίας για δέκα ημέρες από την ειδοποίηση αυτού, έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο Εισαγγελέας μετά το πέρας της ανακρίσεως ή προανακρίσεως, πρόκειται να υποβάλλει στο αρμόδιο συμβούλιο πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως και όχι όταν αποφαίνεται επί παρεμπίπτοντος αιτήματος, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση υποβολής προτάσεως επί προσφυγής κατά εντάλματος προσωρινής κρατήσεως (Α.Π. 2011/02 Π.Χρ. ΝΓ/740). Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 285 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ορίζει ότι η προσφυγή κατά εντάλματος προσωρινής κρατήσεως εισάγεται από τον Εισαγγελέα χωρίς χρονοτριβή με πρότασή του στο συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα. Για τον ίδιο λόγο επίσης ρυθμίζεται το δικαίωμα των διαδίκων όπως εμφανισθούν ενώπιον του αρμοδίου συμβουλίου προς παροχή σχετικών διευκρινίσεων (αρ. 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Επίσης γίνεται δεκτό ότι η υποχρέωση του Εισαγγελέως να ενημερώσει τον διάδικο επί του περιεχομένου της προτάσεώς του υφίσταται μόνο, όταν το σχετικό αίτημα έχει υποβληθεί αποκλειστικά στον αρμόδιο Εισαγγελέα ως ανεξάρτητη δικαστική αρχή και δεν αρκεί η διατύπωση του αιτήματος σε άλλο έγγραφο της ποινικής προδικασίας όπως είναι το απολογητικό υπόμνημα ή το κείμενο της εκθέσεως εφέσεως ή σε άλλο έγγραφο προς δικαστική αρχή (Α.Π. 1459/2005 σε Συμβ. Ποιν. Δικ/σύνη 2006 σελ. 254, Α.Π. 1533/03 Π.Χρον. ΝΔ/522). Στην υπό κρίση υπόθεση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν υπέβαλε αρμοδίως κάποιο αίτημα όπως λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως αλλά αντιθέτως κατά την σύνταξη της προσφυγής κατά του εντάλματος προσωρινής κρατήσεως ανέφερε στο τέλος αυτής ότι ζητεί να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως που θα υποβληθεί προς το δικαστικό συμβούλιο επί της προσφυγής αυτής. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης υπέβαλε προς το δικαστικό συμβούλιο ενιαία πρόταση επί της οποίας και επί της προσφυγής. Γι΄αυτό δεν υπήρχε υποχρέωση αυτού να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο για να λάβει γνώση της προτάσεώς του επειδή το αίτημα είχε σχέση με παρεμπίπτον ζήτημα και συνεπώς η μη ειδοποίηση του κατηγορουμένου δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει ακυρότητα της διαδικασίας εκδόσεως του βουλεύματος. Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ενσωματωμένη στο βούλευμα αιτιολογημένη πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέως ορθώς έκρινε αβάσιμους τους ως άνω λόγους ακυρότητας της προδικασίας που είχαν διατυπωθεί στην έκθεση εφέσεως κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος. Επίσης με πλήρη και σαφή αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων, δεχθέν ότι αυτός με την λεπτομερή προανακριτική και ανακριτική απολογία του, αλλά και το διεξοδικό εφετήριό του, ανέπτυξε επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις του. Στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επαναλαμβάνει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων. Επειδή ως συνάγεται από την προανακριτική και ανακριτική απολογία του, την έφεση καθώς και την έκθεση αναιρέσεως και τα έγγραφα, ο αναιρεσείων ανέπτυξε εις τα ανωτέρω επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις του και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον Υμών (άρ. 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση θα πρέπει να απορριφθεί κατ΄ ουσία ως και το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Επειδή οι μερικότερες πράξεις της σωματικής βλάβης ανηλίκων κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση που ετελέσθησαν από 1-1-2002 έως σήμερα 30-3-2002 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των πλημμελημάτων (αρ. 111 παρ. 3, 113 παρ. 3 Π.Κ.) θα πρέπει το Υμέτερο Συμβούλιο κατ΄ ανάλογο εφαρμογή του αρ. 370 εδαφ. β του Κ.Π.Δ. να παύσει οριστικώς μόνο ως προς αυτές που τελέστηκαν μέχρι 30-3-2002 την ποινικήν δίωξη (αρ. 309 παρ. 1β Κ.Π.Δ.). VIII. Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω A) Nα απορριφθεί η υπ΄αρ. 1/2-1-2007 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ......, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Βασιλειάδη, κατά του υπ΄αρ. 1666/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Β) Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου. Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Δ) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος μόνο ως προς τις μερικότερες πράξεις της σωματικής βλάβης ανηλίκων κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση που φέρονται ότι ετελέσθησαν από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-3-2002 ως αναφέρονται στο υπ΄αρ. 809/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Αθήνα 30-3-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ".. να εμφανισθώ αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου προς παροχή διευκρινίσεων..." παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. ΙΙ.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 310 παρ. 1, 2 και 3 του ΠΚ, αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει, ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη μορφή της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308 ΠΚ) και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθ. 29 παρ. 1 ΠΚ) είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρ. 310 παρ. 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικά μεν συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευόμενων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος, αφού ενυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 312 του ΠΚ αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών α) όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή που το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης ανηλίκων, που είναι έγκλημα ιδιώνυμο και τιμωρείται εάν η πράξη δεν εμπίπτει σε άλλη ουσιαστική ποινική διάταξη που απειλεί βαρύτερη ποινή, απαιτείται α) απλή σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας και β) η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας να προκλήθηκε από το δράστη με συνεχή σκληρή συμπεριφορά. Η συμπεριφορά είναι σκληρή όταν προέρχεται από υποκειμενική και χωρίς αναστολές διάθεση αδιαφορίας του δράστη για την απ' αυτόν προξενούμενη σωματική κάκωση, η συμπεριφορά δε είναι συνεχής όταν επαναλαμβάνεται πολλές φορές χωρίς, κατ' ανάγκη, να είναι διαρκής γ) παθητικό υποκείμενο να είναι πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε το 17ο έτος της ηλικίας του ή πρόσωπο που αδυνατεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και είναι υπό την επιμέλεια του δράστη. ΙΙΙ.- Ελλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη και την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ1/2005). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1στοιχ. β΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν αυτό δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και στην περίπτωση που η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με δικές του σκέψεις αλλά και με αναφορά στην ενσωματούμενη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι από τα κατονομαζόμενα κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Ο κατηγορούμενος ...... που γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1956 και η πολιτικώς ενάγουσα X1, το γένος ....... που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25.7.1957 στις 31.8.1978 συνήψαν νόμιμο Θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα . Από τον γάμο τους αυτόν απέκτησαν πέντε τέκνα α] την .....που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14.11.1978, β] τον ...... που γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη ΗΠΑ στις 27.7.1982, γ] την ..... που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7.7.1986, δ] τη ..... που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 22.9.1994, και ε] τον ...... που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8.4.1996. Οι ανωτέρω (κατηγορούμενος και πολιτικώς ενάγουσα, μαζί με τα τέκνα που είχαν τότε), τον Αύγουστο του έτους 1993, μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη, λόγω της επαγγελματικής απασχόλησης του κατηγορουμένου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας ως αναπληρωτή καθηγητή. Από την αρχή της συμβίωσης του κατηγορουμένου με τη σύζυγο του πολιτικώς ενάγουσα δημιουργήθηκαν μεταξύ τους έντονες έριδες και διαπληκτισμοί πάντοτε δε ο κατηγορούμενος, έχοντας την εντύπωση ότι είναι το ισχυρότερο μέλος της οικογένειας, στο οποίο όλοι πρέπει να υπακούουν χωρίς αντίρρηση, συμπεριφέρονταν κατά τρόπο αυταρχικό και ιδιαιτέρως βίαιο προς τη σύζυγο του και τα ανήλικα παιδιά του για ανεξήγητους λόγους και χωρίς να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αιτία ή αφορμή βιαιοπραγούσε με βάναυσο και ανελέητο τρόπο σε βάρος των ανωτέρω προσώπων, κτυπώντας αυτούς με τα χέρια και τα πόδια, καθώς και με τη χρήση διαφόρων αντικειμένων σε διάφορα μέρη του σώματος τους. Έτσι αυτός από τον μήνα Απρίλιο του έτους 1992 έως και μέχρι 6.11.2005 χτυπούσε την πολιτικώς ενάγουσα με σκοπό να επιφέρει σ΄ αυτή βαριά σωματική βλάβη ήτοι κίνδυνο για τη ζωή της και πάθηση που θα την εμπόδιζε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί τον σώμα της. Ειδικότερα Α] Στην Αθήνα τον μήνα Απρίλιο του έτους 1992 κατά την περίοδο του Πάσχα και ενώ ζούσαν ακόμη στην Αθήνα ο κατηγορούμενος έκανε ένα δώρο στα παιδιά του ένα ζωντανό παπάκι το οποίο κυκλοφορούσε ελεύθερο στο διαμέρισα που κατοικούσαν Από λάθος η κόρη τους ..... πάτησε το παπάκι. Ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε από το γεγονός αυτό και άρχισε να καταστρέφει τα πράγματα της κόρης του και να την κτυπά με τα χέρια του με μανία. Η πολιτικώς ενάγουσα- σύζυγος του προσπάθησε να προστατέψει την ανήλικη θυγατέρα τους , και τότε εκείνος άρχισε να την κτυπά με σφοδρότητα και μανία με γροθιές σε όλο της το σώμα και κυρίως στο κεφάλι. Μεταξύ των άλλων την έπληξε με σφοδρότητα με γροθιές στο αριστερό της μάτι με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και να απωλέσει ολικά την όραση της από το μάτι αυτό και να μην μπορεί να χρησιμοποιεί το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Β] Στη Θεσσαλονίκη στις 17.2.1998 σε κάποιο από τα συνεχόμενα περιστατικά οικογενειακής βίας και χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος άρχισε να κτυπά την ήδη τυφλή στο αριστερό μάτι σύζυγο του και με σκοπό να επιφέρει σ΄αυτή βαριά σωματική βλάβη αφού την υποχρέωσε να μπει στην μπανιέρα όπου λόγω του περιορισμένου του χώρου αυτή ήταν δύσκολο να αμυνθεί κτύπησε αυτήν με τα χέρια αλλά και με μία ξύλινη κουτάλα στο πρόσωπο και στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα της. Τα κτυπήματά του ήταν ιδιαίτερα σφοδρά κατευθυνόμενα κυρίως στο πρόσωπο και στο κεφάλι της παθούσας και με την ξύλινη κουτάλα της επέφερε ένα δυνατό πλήγμα στο δεξί της μάτι και της προκάλεσε θλάση του σκληρού χιτώνα, αιμορραγία του υαλοειδούς και σταφύλωμα, ενώ την μετέφερε στο Νοσοκομείο μετά από είκοσι ημέρες όπου στις 11.3.1998 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο δεξιό οφθαλμό χωρίς λειτουργικό αποτέλεσμα με συνέπεια μετά από διάστημα οκτώ μηνών να απωλέσει ολικά την όραση της και από το μάτι αυτό και να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γ] Στη Θεσσαλονίκη αρχές Ιουνίου του έτους 1998 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς κτύπησε με σφοδρότητα με γροθιές στο πρόσωπο και το κεφάλι τη X1. Τα πλήγματα δε που της επέφερε με τον τρόπο αυτό ήταν ιδιαίτερα σφοδρά, κατευθυνόμενα στο πρόσωπο και το κεφάλι της με αποτέλεσμα να της προκαλέσει εκρίζωση των εμπρόσθιων οδόντων. Δ] Το ίδιο διάστημα ( στις αρχές του καλοκαιριού του έτους 1998) χτύπησε και πάλι με γροθιές στο πρόσωπο και το κεφάλι την πολιτικώς ενάγουσα με αποτέλεσμα να προκαλέσει σ΄ αυτή ρήξη του τύμπανου του δεξιού ωτός και έκτοτε αυτή να πάσχει εξαιτίας του λόγου αυτού και από βαρηκοΐα και να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ε] Στη Θεσσαλονίκη στις 18 Ιουλίου 2005 σε ένα από τα πολλαπλά επεισόδια οικογενειακής βίας χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος άρχισε να κτυπά με γροθιές στο πρόσωπο την ήδη ολικά τυφλή σύζυγο του. Τα πλήγματα που της επέφερε με αυτό τον τρόπο ήταν ιδιαίτερα σφοδρά και κατευθυνόμενα στο πρόσωπο και το κεφάλι της παθούσας και με ένα από αυτά της προκάλεσε θλάση ( κόψιμο ) του λοβού του αυτιού της. ΣΤ] Επίσης στις 15 Σεπτεμβρίου 2005, χωρίς να υπάρχει και πάλι κάποιος λόγος, άρχισε να κτυπά με γροθιές και κλωτσιές την ήδη ολικά τυφλή πολιτικώς ενάγουσα σε όλο της το σώμα .Τα κτυπήματα του ήταν ιδιαίτερα σφοδρά στρεφόταν σε όλο το σώμα και με αυτά της προκάλεσε σωματικές βλάβες τέτοιου βαθμού ώστε να είναι αδύνατον σε αυτήν να κουνήσει τα χέρια της και να χρησιμοποιήσει το σώμα της κατά τη βούληση της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Την επόμενη ημέρα, φοβούμενη για τη ζωή της για πρώτη φορά, η πολιτικώς ενάγουσα αντέδρασε και παίρνοντας μαζί τα δύο ανήλικα τέκνα της ...... και ...... κατέφυγε στον ξενώνα της "..... " όπου και φιλοξενήθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα. 0 κατηγορούμενος αναζήτησε την πολιτικώς ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα τους και όταν ανακάλυψε που βρίσκονται ζήτησε μέσω των μεγάλων παιδιών τους από την πολιτικώς ενάγουσα να επιστρέψει στο σπίτι αφού τις υποσχέθηκε ότι αυτός θα μετακόμιζε στο σπίτι κάποιου φίλου του. Η πολιτικώς ενάγουσα επέστρεψε στο σπίτι της αλλά ο κατηγορούμενος αθέτησε την υπόσχεση του, παρέμεινε στην οικία και συνέχισε να επιδεικνύει την ίδια βάναυση συμπεριφορά σε βάρος της. Ζ] Στις 5 Νοεμβρίου 2005, χωρίς και πάλι να υπάρχει κάποιος λόγος, κτύπησε με γροθιές και με αναπτήρα, που κρατούσε την ήδη ολικά τυφλή σύζυγο του στο πρόσωπο. Τα κτυπήματα ήταν ιδιαίτερα σφοδρά και προκάλεσαν στην παθούσα θλαστικό τραύμα στην μετωπιαία χώρα, ώστε να είναι αδύνατο σ΄ αυτήν να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η] Στις 6.11.2005 κτύπησε με ιδιαίτερη σκληρότητα και σφοδρότητα με γροθιές στο πρόσωπο και στο κεφάλι και με κλωτσιές σε όλο της το σώμα την πολιτικώς ενάγουσα και με καλσόν το οποίο μετέτρεψε σε βρόγχο επανειλημμένα την έσφιξε στο λαιμό και της προκάλεσε κίνδυνο για τη ζωή της και σωματικές βλάβες σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι αδύνατο σε αυτή να χρησιμοποιήσει το σώμα της για μεγάλο χρονικό διάστημα . Με τις παραπάνω πράξεις του και με τους προαναφερόμενους τρόπους ο κατηγορούμενος προξένησε στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή της και σωματικές βλάβες (ολική τύφλωση, ρήξη τύμπανου δεξιού ωτός, βαρηκοΐα) κλπ που εμπόδισαν αυτήν σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα της αποτελέσματα που επεδίωκε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 24.11.2005 επέδειξε σκληρή και βάναυση συμπεριφορά και σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του ......, ...... και ...... Ειδικότερα, αυτός επανειλημμένα και συχνά ασκούσε σωματική βία σε βάρος αυτών, χειροδικούσε και χτυπούσε αυτά με τα χέρια του και με δερμάτινη ζώνη διπλωμένη στα δύο αδιαφορώντας για τα παθήματα τους και χάνοντας το αναγκαίο ανασταλτικό έναντι των παθημάτων τους αίσθημα που υπάρχει σε κάθε φιλάνθρωπο και με κατανόηση σκεπτόμενο άνθρωπο και προξένησε έτσι πολλαπλές σωματικές βλάβες κατά ο χρονικό διάστημα από 1.1.202 μέχρι 6.7.2003 στην θυγατέρα του ..... που γεννήθηκε στις 7,7.1986 και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 24.11.2005 στα ανήλικα τέκνα του ..... και ....... που γεννήθηκαν στις 22,9.1994 και 8.4.1996 αντίστοιχα. Από τα βάναυσα και ανηλεή προαναφερόμενα κτυπήματα, που κατάφερε ο κατηγορούμενος ιδιαίτερα σε βάρος της συζύγου του, η τελευταία υπέστη βαριές και μόνιμες σωματικές κακώσεις (τύφλωση, ρήξη τύμπανου, εκρίζωση οδόντων κλπ.) συνεπεία των οποίων η παθούσα εμποδίστηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιήσει το σώμα της κατά τη βούληση της, το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα των πράξεων του επεδιώκετο από τον κατηγορούμενο. 0 κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε τέλεσε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε βάρος της συζύγου του και των τέκνων του. Όμως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από το ανακριτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και ιδιαιτέρως της μαρτυρικές καταθέσεις της συζύγου του πολιτικώς ενάγουσας και των ενηλίκων τέκνων του ..... και ...., οι οποίες με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα περιγράφουν λεπτομερώς την παραπάνω συμπεριφορά του. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, ο κατηγορούμενος πρέπει να παραπεμφθεί για να δικασθεί για τις πράξεις αυτές, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 12, 14, 18, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51, 52, 53, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 94 παρ.1, 98, 310 παρ.1, 2, 3, 308 παρ.1, 312 παρ. 1α Π.Κ.. Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε όμοια, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, η υπό κρίση έφεση, με την οποία ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται, τα δε δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος αυτού, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα του κατηγορουμένου, που περιέχεται στο δικόγραφο της εφέσεως του, να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπροσώπως, για να παράσχει και άλλες διευκρινίσεις για την υπόθεση, αν και νόμιμο (άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο, διότι ήδη αυτός με την λεπτομερή προανακριτική και ανακριτική απολογία του, αλλά και το διεξοδικό εφετήριό του, ανέπτυξε επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις του και επομένως δεν παρίσταται ανάγκη για ακόμη πληρέστερη ανάλυση των απόψεων του. Τα ανωτέρω δε συνιστούν νόμιμο λόγο, που μπορεί να αποκλείσει το αξιούμενο δικαίωμα του (Α.Π. 336/2002 Ποιν.Λογ. 2002 σελ. 262, Α.Π. 1311/2002 Ποιν.Λογ. 2002 σελ. 1409). Άλλωστε, με την από 8.11.2006 υπεύθυνη δήλωση του προς τον εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ο ίδιος παραιτήθηκε από το ως άνω αίτημα του, ορίζοντας ως αντιπρόσωπο του και εκπρόσωπο του τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασίλειο Βασιλειάδη. Τέλος, σχετικά με την από 24.10.2006 αίτηση του κατηγορουμένου, ..... , περί αντικαταστάσεως της προσωρινής κράτησης, που του επεβλήθη με το υπ' αριθμ. 25/2006 ένταλμα προσωρινής κράτησης, το οποίο εξέδωσε ο Ανακριτής Α' τμήματος Θεσσαλονίκης και με το προσβαλλόμενο βούλευμα διατηρήθηκε η ισχύς του, το Συμβούλιο έχει σύμφωνη γνώμη με αυτή που διατυπώνεται στην Εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρεται εξ ολοκλήρου τόσο ως προς το νομικό όσο και ως προς το πραγματικό μέρος της, ήτοι, το Συμβούλιο κρίνει, σύμφωνα με τα άρθρα 315 και 318 Κ.Ποιν.Δ., ότι αν και προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου σοβαρές ενδείξεις για κακούργημα, εν τούτοις δεν συντρέχει καμία άλλη νόμιμη προϋπόθεση από τις αναφερόμενες περιοριστικά στο άρθρο 282 παρ 3 Κ.Ποιν.Δ., σε βάρος του, για τη συνέχιση της κρατήσεως του. Ειδικότερα, από το Νοέμβριο του 2005 και εντεύθεν η σύζυγος αυτού, με τα δύο ανήλικα παιδιά τους, διαμένει στην Αθήνα στο σπίτι των οικείων της, οι οποίοι της συμπαρίστανται και τη συνδράμουν στη διαβίωση της, κατά τρόπο ώστε να είναι εξαιρετικά δυσχερής η συνάντηση αυτής με τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, δεν υφίσταται, κατά την κρίση του Συμβουλίου, βάσιμος κίνδυνος τελέσεως νέων αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της εκ μέρους του κατηγορουμένου αν αφεθεί ελεύθερος. Επί πλέον, δεν είναι ύποπτος φυγής και έχει γνωστή διαμονή στη Θεσσαλονίκη όπου εργάζεται, δεν έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του, (ούτε κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ούτε καταδικάστηκε για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής). Ο προηγούμενος ποινικός του βίος, όπως απεικονίζεται στο ποινικό του μητρώο, δεν παρέχει ενδείξεις ότι αν αφεθεί ελεύθερος θα διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Άλλωστε, μόνη η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης του δεν αρκεί για την συνέχιση της προσωρινής του κράτησης. Γι' αυτό το Συμβούλιο κρίνει ότι πρέπει να απολυθεί από τις φυλακές (άρθρο 315 Κ.Ποιν.Δ)., αλλά να του επιβληθούν οι περιοριστικοί όροι α] της καταβολής χρηματικής εγγύησης ποσού πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ, β] της εμφάνισης του το 1° πενθήμερο κάθε μήνα στο Α.Τ. του τόπου κατοικίας του και γ] της απαγόρευσης μετάβασης του στο εξωτερικό, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Οι περιοριστικοί αυτοί όροι είναι ικανοί για να εξασφαλίσουν την παρουσία του στο ακροατήριο, για να δικαστεί και να υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης και ακολούθως, αφού απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμπεται αυτός στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου να δικασθεί για α) βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη κατ' εξακολούθηση και β) σωματική βλάβη ανηλίκων κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 310 και 312 του ΠΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζονται τα αντικειμενικά στοιχεία των πράξεων για τα οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, για δε το έγκλημα της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, ρητώς αλλά και με τις εκ του πράγματος παραδοχές του, το βούλευμα διαλαμβάνει ότι ο κατηγορούμενος επεδίωκε κάθε φορά την πρόκληση στην παθούσα βαριάς σωματικής βλάβης. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί η κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και τέτοια μνεία γίνεται στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος και δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να γίνεται αξιολογική σύγκριση και συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων. Τέλος η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του συμβουλίου είναι αβάσιμη, αφού στο βούλευμα διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος με την προανακριτική και ανακριτική απολογία και το διεξοδικό δικόγραφο της εφέσεως έχει αναπτύξει αναλυτικά, διεξοδικά και με επάρκεια την υπεράσπισή του. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ και β΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. VI. Απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως προκαλείται κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ. δ' του ίδιου Κώδικα, από την παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.4 του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται υποχρέωση του ανακριτή να γνωστοποιήσει στους διαδίκους την ολοκλήρωση της ανάκρισης ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους που παρέχονται από τα άρθρα 101 επ. του ίδιου Κώδικα, εάν δε ο διάδικος έχει διορίσει αντίκλητο δικηγόρο, η γνωστοποίηση του πέρατος της ανακρίσεως γίνεται σ' αυτόν. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ανάκριση περατώθηκε την 13-7-2006 και αυθημερόν το πέρας αυτής γνωστοποιήθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του κατηγορουμένου Β. Βασιλειάδη, για δε τη γνωστοποίηση αυτή συντάχθηκε το υπό την ίδια ημερομηνία αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή .... το οποίο δεν έχει προσβληθεί ως πλαστό. Η κατά τον άνω τρόπο γνωστοποίηση του πέρατος της ανάκρισης είναι σύμφωνη με τα οριζόμενα στην άνω διάταξη και δεν ήταν αναγκαίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, να γνωστοποιηθεί το πέρας στον ίδιο τον κατηγορούμενο προσωπικά. Συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα στην προδικασία είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 308 ΚΠοινΔ κατά την οποία οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των αρ. 309 έως 313 και 316 έως 319 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η άνω διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο εισαγγελέας πρόκειται να υποβάλει στο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή εφετών πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή πρόταση για να παύσει προσωρινά ή οριστικά η ποινική δίωξη ή για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο ή για να μην απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του ή για την κατ' ουσία παραδοχή ή την απόρριψη της εφέσεως, όχι δε και στην περίπτωση που η πρόταση αφορά άλλα θέματα, παρεμπίπτοντα, όπως αυτό της κατά το άρθρο 285 παρ.1 προσφυγής κατά του εντάλματος της προσωπικής κράτησης και της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορούμενου στο συμβούλιο κατά τη συζήτηση της προσφυγής. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν υπέβαλε αίτημα για να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως προς το συμβούλιο πλημ/κών για την ουσία της κατηγορίας, αλλά στην προσφυγή του κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ζήτησε να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως για το ζήτημα αυτό και να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του συμβουλίου κατά τη συζήτηση της προσφυγής. Επί της προσφυγής και της ουσίας της κατηγορίας έκρινε ενιαίως το συμβούλιο πλημ/κών το οποίο με το 809/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο, απέρριψε την προσφυγή του κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης και διέταξε τη διατήρηση της ισχύος του εντάλματος αυτού. Για τα ζητήματα αυτά, ο εισαγγελέας πλημ/ων δεν είχε υποχρέωση να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση της προτάσεώς του επειδή το αίτημα είχε σχέση με παρεμπίπτον ζήτημα αλλά ούτε και το συμβούλιο των πλημ/κών όφειλε να τον καλέσει κατά τη συζήτηση της προσφυγής του. Συνεπώς, η μη ειδοποίηση του κατηγορουμένου και η μη κλήτευση αυτού δεν παρήγαγαν ακυρότητα της διαδικασίας εκδόσεως του παραπάνω πρωτόδικου βουλεύματος και κατά τούτο, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β΄του ΚποινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας της προδικασίας είναι αβάσιμος V.- Kατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 3 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία α) για τα κακουργήματα, εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει γι' αυτά ποινή ισόβιας κάθειρξης, είναι δέκα πέντε έτη και β) για τα πλημμελήματα πέντε έτη, αρχίζει δε και στις δύο περιπτώσεις, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη και αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β΄, 318, 370 εδ. β΄ και 484 παρ. 2 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, όχι μόνον μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο με νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης, αλλά εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και ακόμη μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, οφείλει να αναιρείται τούτο και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να έχει ασκηθεί παραδεκτά και να περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, χωρίς συγχρόνως, προκειμένου για αναίρεση κατά βουλεύματος, να απαιτείται να είναι και βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχονται σ'αυτήν οι παραπάνω σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της απόλυτης ακυρότητας. Περαιτέρω, από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί για να δικαστεί 1) για το κακούργημα της βαριάς σκοπούμενης σωματική βλάβης (άρθρο 310 παρ.1 και 3 ΠΚ) που φέρεται να έχει τελεσθεί κατ' εξακολούθηση κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από του μηνός Απριλίου 1992 μέχρι και την 6-11-2005 και 2) για το πλημμέλημα της σωματικής βλάβης ανηλίκων, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (άρθρο 312 ΠΚ) και δη για τη σωματική βλάβη α) της ανηλίκης θυγατέρας του ...... από 1-1-2002 μέχρι 6-7-2003 β) των ανηλίκων ..... και ...... από 1-1-2002 μέχρι 24-11-2005. Ήδη για την μερικότερη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης που φέρεται ότι τελέσθηκε το μήνα Απρίλιο 1992 και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την 2-5-2007 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα πέντε ετών και συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξης αυτής λόγω παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη το στάδιο της κύριας διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν έχει αρχίσει ακόμη ο χρόνος της αναστολής της παραγραφής. Περαιτέρω και για τις μερικότερες πράξεις της σωματικής βλάβης ανηλίκων που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί εξακολουθητικά από 1-1-2002 μέχρι την 3-8-2002 παρήλθε ήδη μέχρι την διάσκεψη επί της παρούσης (3-8-2007) χρονικό διάστημα πέντε ετών και έχει και για αυτές εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξης λόγω παραγραφής. Συνεπώς πρέπει, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης περιέχει τους ως άνω παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τις παραπάνω πράξεις το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει ως προς αυτές η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη. Περίπτωση επιβολής εξόδων εις βάρος του αναιρεσείοντος δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν απορρίπτεται εξολοκλήρου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων. Αναιρεί εν μέρει το 1666/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την μερικότερη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα κατά μήνα Απρίλιο 1992 και για τις μερικότερες πράξεις της σωματικής βλάβης ανηλίκων που φέρονται ότι τελέσθηκαν στη Θεσσαλονίκη από 1-1-2002 μέχρι την 3-8-2002. Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την μερικότερη πράξη της βαριάς σκοπούμενης βλάβης που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα τον μήνα Απρίλιο 1992 και για τις μερικότερες πράξεις της σωματικής βλάβης ανηλίκων που φέρονται ότι τελέσθηκαν στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι και την 3-8-2002. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Αυγούστου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ